Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι δικοί μας ξένοι

Μουσικές, χοροί, λαϊκή αρχιτεκτονική, αγιογραφία και η καλλιέργεια των γραμμάτων χαρακτηρίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους. Τα τραγούδια τους τα ονόμαζαν «τραγώια» πηγαίνοντας μας πίσω στην αρχέτυπη καταγωγή του τραγουδιού

Η ελληνική κοινωνία τους αντιμετώπισε όταν ήρθαν ως κάτι ξένο. Δεν μιλούσαν ελληνικά. Ήσαν άνθρωποι τραχείς σαν το τοπίο της πατρίδας τους, έξυπνοι και με καλή διάθεση. Ήσαν οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί από την Καππαδοκία που έφτασαν στον ελλαδικό χώρο ως «ανταλλάξιμοι» με τους μουσουλμάνους της Βόρειας Ελλάδας το 1924.

Έκαναν εντύπωση στους Ελλαδίτες ως κάτι εξωτικό. Και βέβαια ενέπνευσαν ζωγράφους, ποιητές, μουσικούς. Πέρασαν και στη θεατρική τέχνη ως ο τύπος του «ανατολίτη» στις θεατρικές επιθεωρήσεις. Αντιμετωπίστηκαν ως περιπτώσεις που προκαλούσαν το γέλιο με τα ανύπαρκτα ή φτωχά ελληνικά τους, αλλά και την παιδική τους αθωότητα. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης τους φιλοξένησε στη σπουδαία «Αυλή των θαυμάτων» του, στο πρόσωπο του Ιορδάνη, του γέροντα που κούρνιασε στον τενεκεδένιο προσφυγικό συνοικισμό και περνά τη μέρα του σε ένα πρόχειρο χαγιάτι - παρατηρητήριο αναπολώντας την πατρίδα του και φιλοσοφώντας.

Μαζί με τους άλλους ενοίκους της Αυλής, θα αναγκαστεί στο τέλος του έργου να ξεριζωθεί πάλι, γιατί η Αυλή θα γίνει πολυκατοικία, ακολουθώντας τη ροή των πραγμάτων της εποχής εκείνης που τσιμέντωσε την Αθήνα, κάνοντάς την μια άσχημη μεγαλούπολη. Με μαστοριά ο Καμπανέλλης αποτυπώνει τη μεγαλοσύνη των Καππαδοκιτών μέσω του Ιορδάνη, που είναι ένας από τους ωραιότερους ρόλους του νεοελληνικού ρεπερτορίου. Έχει άποψη μέσω της λαϊκής σοφίας του, ακόμα και για τη δημιουργία του κόσμου. Λέει σε κάποια σκηνή του έργου στον γιο του:

«Τι είναι άστρα; Άκου σου πω εγώ... Θεός λέει... Πρέπει γίνει νύχτα... Κακόμοιροι άνθρωποι πλαγιάσουνε, ξεκουραστούνε... κλείσουνε μάτια τους... Διώχνει ήλιο, παίρνει μαύρη κόλλα χαρτί κουκουλώνει ουρανό... Κοιτάζει από κάτω... Όχι καλό λέει... πίσσα σκοτάδι... Παίρνει καρφίτσα, τσούκου - τσούκου, τρυπάει εδώ, εκεί, χιλιάδες τρυπάει... Ήλιος φεγγίζει από μέσα, άστρα βγαίνουνε... Άνθρωπος βλέπει, χαίρεται. Ο Θεός απάνω, λέει... Πλαγιάζει, ξεκουράζεται, κλείνει μάτια του, μέσα μυαλό του, άστρα όνειρα καλά γίνουνται... Γιάννης, πατέρα σου άκου. Αυτό είναι άστρα».

Καπταντούκα στα περσικά και Καππαντόκια στα τουρκικά σημαίνει «Η Γη των όμορφων αλόγων». Οι Χετταίοι και μετά οι Χατίτες ήσαν οι παλιοί της κάτοικοι. Την περιοχή μνημονεύει και ο Ηρόδοτος. Στους κατοπινούς αιώνες οι Ρωμιοί εδώ καλλιέργησαν τα γράμματα μέσα από τη χριστιανική πίστη. Η παιδεία ήταν υποχρεωτική και δωρεάν σε όλη την Καππαδοκία. Στη Σινασό μάλιστα λειτουργούσε αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο την εποχή όπου στην πολιτισμένη Δύση τα κορίτσια δεν πήγαιναν σχολείο.

Συχνά έστελναν για την τελειοποίηση της μόρφωσης τους νέους στην Αθήνα, να φοιτήσουν σε σχολές επιφανών εθνικών, διδασκόμενοι ρητορική και φιλοσοφία. Έφθαναν τόσοι πολλοί ώστε συνετέλεσαν στη γέννηση της φράσης «και έτερος Καππαδόκης».

Στην Καππαδοκία η κοινότητα λειτουργούσε με τον δημοκρατικό τρόπο της ισονομίας. Η Δημογεροντία διοικούσε την κοινότητα με μέλη που εκλέγονταν κάθε χρόνο και ασκούσε πολλές δραστηριότητες, έως και αυτήν τη δικαστική, έχοντας δημιουργήσει μια εντόπια εσωτερική νομοθεσία.

Το έδαφος της Καππαδοκίας είναι ηφαιστειογενές. Έφτιαχναν λοιπόν τα σπίτια, τους ναούς και τα μοναστήρια μέσα στο έδαφος. Το Γκιόρεμε, μια μοναστική πολιτεία του 10ου αιώνα, με 250 εκκλησίες και μονές, έχει αναδειχθεί ως ο τρίτος περισσότερο επισκέψιμος τόπος στην Τουρκία. Η ονομασία του προέρχεται από την ελληνική λέξη «όραμα».

Μουσικές, χοροί, λαϊκή αρχιτεκτονική, αγιογραφία και η καλλιέργεια των γραμμάτων χαρακτηρίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους. Τα τραγούδια τους τα ονόμαζαν «τραγώια» πηγαίνοντας μας πίσω στην αρχέτυπη καταγωγή του τραγουδιού. Ερχόμενοι στη Ελλάδα έφεραν μαζί τους τον άυλο πολιτισμό τους, με χαρακτηριστικά που εμπλούτισαν το μέγα πεδίο του πολιτισμικού μας προσώπου και λίγες εικόνες. Όμως η Καππαδοκία θα είναι γι’ αυτούς ο χαμένος παράδεισος.

Λέει ο Ιορδάνης: «Θεός έφτιαξε άλλον ντουνιά πάνω στο φεγγάρι. Με μπαξέδες, χωριά μερακλίδικα... και λαγούτα, γυναίκες, φαΐ, πιοτί, όλα τζάμπα... Άνθρωποι όμως μπαμπέσηδες. Θεός πονηρός, φτιάχνει άλλον ντουνιά. Πειναλέο. Όποιος από απάνω ντουνιά σκάρτος, βουτάει από ποδάρι, σιχτίρ λέει και σαβουρίζει εδώ κάτω. Αυτό είναι τούτος ντουνιάς».

 

* Ο Πάνος Σκουρολιάκος είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτής Περιφέρειας Αττικής

 

Δείτε όλα τα σχόλια