Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ήξερε ελληνικά ο Σολωμός;

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΡΟΖΑΝΗ

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Στέφανου Ροζάνη, Σολωμικά, που, μετά από πολλά χρόνια, κυκλοφορεί αυτές τις μέρες σε νέα έκδοση, από τις εκδόσεις Poema

Η σύγχυση γύρω από τη μορφή και το ύφος της Σολωμικής γλώσσας αποτέλεσε, χρόνια τώρα, ένα από τα ισχυρότερα και τα πλέον δραστικά στοιχεία στο πλέγμα της μυθολογίας που ο εξαναγκαστικός χαρακτήρας της συγκρότησης μιας χαλκευμένης νεοελληνικής φυσιογνωμίας στηριγμένης επάνω στα ερείπια ενός προκατασκευασμένου παρελθόντος και στις ψευδαισθήσεις ενός παραποιημένου παρόντος εξύφανε, αγκαλιάζοντας ασφυκτικά το έργο του ποιητού και αποδίδοντάς του τις ποιότητες μιας ιδεολογικής προκατάληψης, η οποία σαν σκιά το ακολούθησε στην περιπέτειά του μέσα στην ψυχή και τη μνήμη των μεταγενεστέρων.

Αυτή η σύγχυση ο Γιώργος Σεφέρης την εδραίωσε τελειωτικά, εκφράζοντας, επιγραμματικά σχεδόν, την κατεύθυνση που όφειλε να ακολουθήσει:

«Ο Κάλβος είναι ένα όριο, συλλογιζόμουνα, όπου η γλωσσική αφαίρεση αφήνει σχεδόν άναρθρη φωνή και γραμμές στον ουρανό· κατά βάθος είναι αμίλητος. Αλλά και ο Καβάφης είναι ένα όριο όπου η ποίηση απογυμνώνεται προσεγγίζοντας την πρόζα. Και ο Σολωμός ένα όριο όπου η ποίηση εξαγνίζεται προσεγγίζοντας το ανέκφραστο. Οι τρεις μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά».

Μέσα στη φράση «δεν ήξεραν ελληνικά» συμπυκνώνεται η ανικανότητα όχι μόνο της «γενεάς του ’30» αλλά και των μετέπειτα να αναγνωρίσουν τον εκφραστικό πυρήνα των ποιητών μας (του Σολωμού, του Κάλβου αλλά και του Καβάφη ακόμη), το πραγματικό δηλαδή πρόβλημα που ανακύπτει οξύτατο από την ανάγνωση του έργου των, αλλά συγχρόνως επικυρώνεται η αγχώδης προσπάθεια να συγκαλυφθεί το πρόβλημα με τη μετάθεση του αναφορικού του άξονα στον ιδεολογικό χώρο που οριοθετεί την ελληνικότητα σε αντιδιαστολή και αντίθεση προς την πνευματική κληρονομιά του Δυτικού ανθρώπου, από την οποία άβυσσος οφείλει να χωρίζει τη γνήσια εθνική, γλωσσική και πνευματική παράδοση του κόσμου του ελληνικού, εκφρασμένου μέσα από τον μακρυγιαννισμό της επανάστασης, τον ξεριζωμό του ελληνισμού της διασποράς και τις ανατολικές του μνήμες, καθώς και την καθαρότητα της γλωσσικής, ψυχικής και συναισθηματικής ορθοδοξίας.

Επειδή ωστόσο ο εκφραστικός πυρήνας των «τριών μεγάλων πεθαμένων ποιητών μας» κατά κανένα τρόπο δεν γινότανε να ανταποκριθεί στους όρους της αντιδιαστολής και της αντίθεσης, επειδή ίσα-ίσα ακύρωνε εμφανέστατα τη διάκριση και περιγελούσε, με γλώσσα και ύφος, την αντιπαράθεση, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο «οι τρεις μεγάλοι μας» έπρεπε να καταγραφούν μέσα στο σύνολο της καθαρότητας ως εξαιρέσεις γλωσσικές, ως σώματα που κατά κάποιον «ανορθόδοξο» τρόπο παρεμβάλλονται και παρεμβαίνουν στην καθαρότητα και στην ορθοδοξία μέσα από την απορία τού «δεν ήξεραν ελληνικά». Με το τέχνασμα αυτό ο εκφραστικός πυρήνας της δημιουργίας των ποιητών μας παρέμεινε ανέγγιχτος, ανέντακτος αλλά και φυσικά καλά κρυμμένος κάτω από τη μαγεία του ύφους των μελετητών, κάτω από έναν καταιγισμό κενών λέξεων που αντικατέστησαν τον κριτικό λόγο.

Οι περιπέτειες του Κάλβου και του Καβάφη ξεφεύγουν, φυσικά, από το πλαίσιο της παρούσης εργασίας. Ωστόσο ο μυθολογικός και παραμορφωτικός ιστός που εξυφάνθη γύρω από το εκφραστικό κέντρο του Σολωμού, με αφετηρία την υποτιθέμενη άγνοιά του της ελληνικής (εξ αιτίας της οποίας άλλωστε, καθώς προκύπτει ως συνέπεια, ο ποιητής δεν στάθηκε ικανός να ολοκληρώσει τα συνθέματά του), έχει ασφαλώς κοινά αναφορικά σημεία τόσο από τον Κάλβο όσο και με τον Καβάφη, στην περιοχή βέβαια που διερευνούμε.

Μετά την εμφάνιση των χειρογράφων του Σολωμού, το ιδεολογικό τέχνασμα του Σεφέρη φάνηκε να κερδίζει έδαφος, να βεβαιώνεται από το ίδιο το χέρι του ποιητού και να επικυρώνεται από ένα πλήθος φιλολογικών ή άλλων μελετών. Ο Σολωμός, ήταν φανερό, «δεν ήξερε ελληνικά» αφού καμμιά λέξη του δεν είναι γραμμένη «σωστά» και επί πλέον τα ελληνικά του αποσπάσματα βρίσκονται μέσα στα χειρόγραφα κυριολεκτικά πνιγμένα ανάμεσα σε έναν κυκεώνα παραλλαγών και, το χειρότερο, ιταλικών αποσπασμάτων που καταλαμβάνουν, πολλές φορές, τον μεγαλύτερο χώρο, είτε υπό τη μορφή των παρεμβολών είτε ως αυτοτελής γραφή είτε ως παραπομπές σε έργα κορυφαίων δημιουργών του ιταλικού, αγγλικού, γερμανικού και γαλλικού Ρομαντισμού, είτε, τέλος, ως αντιγραφές αποσπασμάτων βιβλίων ξένων που εδιάβαζε ο ποιητής παράλληλα και καθόλου τυχαία κατά την περίοδο που τον απασχολούσε ένα συγκεκριμένο ποιητικό σύνθεμα, μια συγκεκριμένη ποιητική ιδέα. Αυτή τη μορφή εμφανίζουν άλλωστε και τα χειρόγραφα του «Λάμπρου», σε σημείο μάλιστα υπερβολής.

Ωστόσο, ενώ το ιδεολογικό τέχνασμα κέρδιζε και κερδίζει έδαφος, τα ίδια τα χειρόγραφα του Σολωμού το ακυρώνουν στον βαθμό που μας αποκαλύπτουν αυθεντικά και αδιαμφισβήτητα το εκφραστικό κέντρο του ποιητού, τα πολλαπλά προβλήματα που πάσχιζε, με αφάνταστο κόπο και εξακολουθητικά, να επιλύσει με την ποίησή του και μέσα από την ποίησή του, τον αγωνιώδη χαρακτήρα της γραφής του και τέλος την καταγωγή και την κατεύθυνση των δημιουργικών του προσανατολισμών.

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι ο Σολωμός όχι μόνον δεν αγνοούσε την ελληνική, αλλά αντίθετα την εγνώριζε τέλεια, είχε με αυτήν γαλουχηθεί, ήταν η μητρική του γλώσσα, οι «πιο περιπαθείς ήχοι της παιδικής του ηλικίας». Ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής χειρίζεται την ελληνική λέξη διαπλάθοντάς την σιγά-σιγά σε όργανο της ποιητικής του, ο ρυθμός που επιβάλλει στη φράση του, ο αδιάκοπος αγώνας να μορφώσει και να φορτίσει τη λέξη με το ποιητικό φορτίο που όφειλε αυτή να έχει προκειμένου να συναρμοσθεί στην ποιητική ιδέα, η εσωτερική καθαρότητα της ελληνικής του γραφής, προκύπτουν μέσα από τα χειρόγραφα με εκπληκτική πράγματι διαύγεια. Επιπλέον, η συμπλοκή των στοιχείων της ελληνικής γλώσσας, από την αρχαία της τυπολογία και διάρθρωση μέχρι τη σύγχρονη του ποιητού πρωτοβάθμια και άξεστη μορφή της καθώς και τα σχήματα της καθομιλουμένης, μαρτυρά την άρτια γνώση του γλωσσικού του υλικού, αλλά και κάτι σημαντικότερο: την ιδέα που ο Σολωμός είχε για τη γλώσσα, μια ιδέα που ξεκινούσε από το δαντικό ιδεώδες της μορφοπλαστικής ενέργειας του ποιητικού οραματισμού, ο οποίος είναι συγχρόνως οραματισμός γλωσσικός, επίπονη και επώδυνη προσπάθεια σύνθεσης των στοιχείων της γλωσσικής διασποράς και δημιουργίας μιας ενιαίας ποιητικής γλώσσας η οποία αποδίδεται στο έθνος συνενώνοντας τους τοπικούς χαρακτήρες, τους παραλλάσσοντες ρυθμούς, τις ιδιαιτερότητες και ιδιοτυπίες της καθομιλουμένης, έτσι ώστε να αποτελεί ένα λαμπρό γλωσσικό μνημείο, παράλληλα και συγχρόνως προς τις βαθύτατες ποιητικές της συλλήψεις και τη μορφική της τελειότητα.

Άλλωστε η ιδέα του Σολωμού για τη γλώσσα, ο τρόπος που εδούλευε και ο αυστηρός του προσανατολισμός, μας είναι γνωστά από πολύ νωρίς και τα χειρόγραφα δεν μας προσέθεσαν παρά ελάχιστα πράγματα στο θέμα αυτό.

Έγραφε στα 1853 ο Εμμανουήλ Στάης:

«έφθανε μόνο ν’ ακούσουνε τη γενική ιδέα περί γλώσσης του Σολομού -ιδέα που όχι μόνο εκείνος είχε εκθέσει τόσο μιλώντας, αλλ’ είχε βάλει γράφοντας εις εκτέλεσι, καθώς κανένας δεν ημπόρειε να κάμη- δηλαδή πώς κάθε φορά που η λέξι δεν άρεσε αρκετά για τον ήχο της, έπρεπε να ευγενίζεται με την αλλαγή κανενός ψηφίου -μάλιστα όταν η σχέσι της αρχαίας το εσυγχωρούσε- κάθε φορά που αυτή ήτανε χυδαία και ανάρμοστη, να βάνεται καλλίτερα η αρχαία, αγκαλιά και πάντα προσέχοντας να μην περνά το ύφος έξαφνα από την κοινή στην αρχαία, ή από τούτηνε στην προτήτερη, αλλά, κατά το δυνατό, βαθμηδόν -ώστε να μη γεννώνται παραφωνίαις- κάθε φορά που η σύνταξι δε έστεκε καλά στη φυσική τάξι της, ν’ αντιστρέφεται -κάθε φορά που η γλώσσα της ημέρας δεν είχε λέξι για την ιδέα, να πέρνη ελεύθερα την αρχαία, αγκαλιά και πάντα πασχίζοντας να μορφόνεται κι αυτή η ίδια στην κατάληξι της ημέρα - κάθε φορά που η λέξις είχε πλέον παρά μια κατάληξι, να βάνεται όποια εταίριαζε καλλίτερα στην περίστασι -και ούτ’ η μία ούτ’ η άλλη να μην καταδικάζεται ποτέ εις αχρησία, κ.λπ.- μ’ ένα λόγο πως η γλώσσα έπρεπε να μένη πάντοτε εκείνη που ήτανε, και ο κύκλος της ν’ αφίνεται απεριόριστος, για να ημπορή ο νους να τρέχη ελεύθερα μέσα του, και να βγάνη έξω τα πλάσματά του».

Οι λέξεις του Σολωμού είναι σωστά γραμμένες, αν λάβουμε, όπως εξ άλλου οφείλουμε, υπ’ όψιν τη γλωσσική μορφή και τα δεδομένα της εποχής και του τόπου όπου ο ποιητής γεννήθηκε, έζησε τα τρυφερότερά του χρόνια (χρόνια που διαμόρφωσαν τη μητρική του γλώσσα) και ανδρώθηκε γράφοντας υψηλή ποίηση, ποίηση που τίποτε δεν την προοιώνιζε μέσα στις Regions non Explorees της ελληνικής γλωσσικής και εκφραστικής οπισθοδρόμησης.

Ο Λίνος Πολίτης, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εργασία του, επιλύει κατά τρόπο οριστικό το θέμα:

«Ο Σολωμός στο ζήτημα της ορθογραφίας ούτε ανορθόγραφος ήταν ούτε καινοτόμος· ακολούθησε στο ζήτημα αυτό μια συνήθεια - τη συνήθεια του τόπου του· ο τρόπος που γράφει είναι ο ίδιος, όπως έγραφαν τα ελληνικά στα Εφτάνησα -μα και σ’ όλα τα ιταλοκρατούμενα μέρη- οι Έλληνες που είχαν περισσότερη ή λιγότερη σχολική μόρφωση ιταλική· ο τρόπος αυτός δεν ξεχωρίζει μόνο με τη σχεδόν φωνητική ορθογραφία του, αλλά και με το σχήμα των γραμμάτων, που έχουν μια θωριά ξενική και προδίδουν χέρι συνηθισμένο σε ξένη γλώσσα· τα γράμματα σπάνια ενώνονται μεταξύ τους, μοιάζουν περισσότερο με τυπογραφικά στοιχεία ή με κεφαλαία και η δίφθογγο ου γράφεται πάντα ενωμένη· ακόμη και το μελάνι είναι διαφορετικό (πιο κιτρινωπό) από το συνηθισμένο. Σήμερα, φυσικά, η παιδεία ισοπέδωσε το γράψιμο· στους μελετητές όμως των αρχείων και των χειρογράφων είναι γνώριμος ο τρόπος αυτός της γραφής των ιταλοκρατουμένων μερών, που είναι ο ίδιος κι όταν ακόμη η ορθογραφία είναι η ιστορική ή προσπαθεί να την πλησιάση. Την αρχή του έχει ο τρόπος αυτός της γραφής στην Κρήτη, τον καιρό ακόμα της βενετσιάνικης κατοχής· εκεί εφαρμόστηκε με σύστημα καθαρά φωνητικό, και γνωστή είναι ακόμη η προσπάθεια να γραφτούν τα ελληνικά με λατινικά ψηφία και με σύστημα ορθογραφίας ιταλικό. Από την Κρήτη θα πέρασε στα Εφτάνησα με τους κρητικούς πρόσφυγες και στ’ άλλα ιταλοκρατημένα μέρη, όπου μπορούμε να το παρακολουθήσουμε έως τα χρόνια του Σολωμού».

Δεν χρειάζεται παρά ελάχιστη ευαισθησία και τόλμη για να αντιληφθούμε ποια γλώσσα ο Σολωμός βιώνει ως μητρική του και σε ποια γλώσσα και πώς διαβάζει τα ελληνικά, τι είδους ελληνικά μιλιούνται και διαβάζονται στον τόπο του, ποιο είναι το γλωσσικό του περιβάλλον και το υλικό με βάση το οποίο αγωνίζεται να μορφώσει και να ενσαρκώσει το δαντικό του ιδεώδες. Ο Σολωμός δεν γνώριζε τα ελληνικά του Σεφέρη. Γνώριζε τέλεια τα ελληνικά της εποχής του, τα ελληνικά που η μητέρα του ετραγουδούσε για να τον νανουρίσει, τα ελληνικά που μέσα του ήτανε ζωντανά όπως και γύρω του στη «γλώσσα της ημέρας».

Από εδώ ξεκινά άλλωστε και ο αγώνας του με την ποιητική μορφή. Η ποιητική ιδέα του Σολωμού (στον «Λάμπρο» αλλά και σε όλα τα συνθέματά του) επικεντρώνεται σε κοινούς πυρήνες του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, σε μια ποιητική βούληση ανατρεπτική του κόσμου, στην «απεγνωσμένη εσωτερικότητα» που είναι η ζωτική αυταπάτη του αιώνα του, στην οργανική μορφή ενός σύμπαντος ποιητικοποιημένου και στην απόλυτη εξουσία της ρομαντικής φαντασίας ως εμβολής του απείρου μέσα στο ορατό και πεπερασμένο. Οι ήρωες των συνθεμάτων του, ο Λάμπρος, η Μαρία, ο Κρητικός, η Γυναίκα της Ζάκυνθος, ενστερνίζονται και ενσαρκώνουν την ιδέα ενός πεπερασμένου-απείρου, ενός ορατά αοράτου, μιας ύπαρξης του ανθρώπου μυστικής που η εξέγερσή της είναι το τέλος και η αιωνιότητα, η ψυχή του σώματος και το σώμα της ψυχής, το αμάρτημα που κείται πέρα και έξω από αυτούς και συγχρόνως τους σέρνει στη μοίρα του, τους συντρίβει για να τους ανεβάσει σε μια στάση ηθική που υπερβαίνει την ηθικότητα.

Ο Σολωμός αυτή την ποιητική ιδέα μορφώνει και αυτή μοχθεί να εκφράσει στη γλώσσα του τη μητρική, με το υλικό που του προσφέρεται, με τις αφάνταστα περιορισμένες δυνατότητες ενός κλειστού αναφορικά γλωσσικού πλέγματος, δουλεύοντας μια γλώσσα που κατά τη δήλωση του Πολυλά ήταν «πνιγμένη εις το σκότος της αμάθειας και της δουλειάς». Παράλληλα όμως και συγχρόνως οι όροι της ποιητικής του ιδέας βρίσκονται εκφρασμένοι με μοναδική τελειότητα μορφής μέσα στις ευρωπαϊκές γλώσσες του δεκάτου ενάτου αιώνα, που για τον Σολωμό ήταν ταυτισμένες με την ιδέα, με την τελειότητα της ιδέας, με την κορύφωσή της.

Αλλά η γλώσσα του η μητρική ήταν άμορφη και άπλαστη, γλώσσα βγαλμένη από το υψηλό της παρελθόν και καταδικασμένη αιώνες στην αμορφία, στην αρρυθμία και στην εκφραστική ανικανότητα. Μια γλώσσα παράταιρη, αναρμόδια και ανάρμοστη να δεχθεί και να ανταποδώσει εκφραστικά το μεγαλείο της ποιητικής ιδέας. Έτσι ο Σολωμός ήταν μοιραία αναγκασμένος να καταφεύγει στη μόνη γλώσσα που μέσα του λειτουργούσε το ίδιο με τη μητρική του, αφού αυτήν εβίωσε από την παιδική του κιόλας ηλικία κατά τη συνήθεια του τόπου του, με αυτήν μορφώθηκε και εγνώρισε τα υψηλά διδάγματα της τέχνης και την τελειότητα της μορφής, σε αυτήν έγραψε ο ίδιος μερικά από τα ωραιότερα συνθέματά του. Η ιταλική γλώσσα υπήρξε για τον Σολωμό το αναγκαίο όργανο μέσω του οποίου μπορούσε να διατυπώσει τον εσωτερικό πυρήνα του ιδεώδους του, να δώσει μορφή και σχήμα στον ποιητικό του οραματισμό, να εκφράσει την ποιητική του ιδέα χωρίς να αλλοιώσει το πρόσωπο της γραφής του. Και είναι αυτός και μόνον αυτός ο λόγος που ο Σολωμός μεταπηδά τόσο συχνά και με τέτοιον αναπάντεχο τρόπο από το ελληνικό απόσπασμα στην ιταλική γραφή, αποτυπώνοντας βιώσεις και οράματα που η ελληνική γλώσσα ήταν μοιραίο να μην μπορεί να το αποτυπώσει, ασμίλευτη και άκαμπτη και απελπιστικά φτωχή ως ήταν.

Η αγωνία του Σολωμού να μορφώσει την ελληνική γλώσσα με τρόπο ώστε να την καταστήσει αποδεκτή και εκφραστή της υψηλής ποιητικής ιδέας εξελίσσεται σε έναν πράγματι τιτάνιο αγώνα, καθημερινό και επώδυνο, με τη λέξη. Η λέξη γίνεται ο έμμονος εφιάλτης της ποιήσεώς του και οι ατέρμονες εκδοχές μέσα στις οποίες ο Σολωμός είναι υποχρεωμένος να εργάζεται είναι προϊόν αυτού του εφιάλτη, που από τη μια μεριά προσδίδει μια γλωσσική πλέον διάσταση στην αποσπασματικότητα των συνθεμάτων του (πέρα από την αισθητική στάση) και από την άλλη υποχρεώνει τον ποιητή σε μια διαρκή παλινδρόμηση, σε μια γλωσσική διελκυστίνδα ανάμεσα στην ανύπαρκτη για τις επιταγές της τέχνης του ελληνική και στην πρόσφορη «ηλικιωμένη» γλώσσα που είναι η ιταλική.

Τα ελληνικά αποσπάσματα, δεν μπορούν να βρουν τον εσωτερικό ρυθμό και την πλαστικότητα της ιδέας, αν και σκοπεύουν σε αυτήν, κατατείνουν προς αυτήν μέσω της ποιητικής μεγαλοφυΐας του δημιουργού τους. Η αποσπασματικότητα γίνεται έτσι στοιχείο της γλωσσικής διελκυστίνδας ή καλύτερα της εκφραστικής όσμωσης των γλωσσών την οποία ο ποιητής πασχίζει να συγχωνεύσει στη γραφή του.

Όταν, επί παραδείγματι, ο Σολωμός στα χειρόγραφα του «Λάμπρου» διακόπτει την ελληνική του γραφή για να μεταπηδήσει στην ιταλική διατύπωση της ιδέας και επιστρέφει πάλι στον ελληνικό λόγο μοχθώντας να τον μορφώσει κατά τρόπο ώστε να σαρκώσει ό,τι πριν διετυπώθη στην «ηλικιωμένη» γλώσσα της ποιήσεως, μας προσφέρει το σχήμα της αποσπασματικότητος, μας εισάγει στο εκφραστικό του κέντρο, μας μιλά ξεκάθαρα για την αγωνία του:

«αφού’ ς τον κόσμο ελάμψανε ταςέρια

τέτοιου τρόμου φιλιά δε εδοθήκαν

τα τρίβει με τα χέρια του τα δύω

και του θανάτου αισθάνεται το κρύω»

+Tal’ I serpenti s’ aggrovinavano

tenacemente zufolando intorno all’albero

della 109 vita + apparso + - Vedi Milton Canto 10 112

«Τέτοια κι άλλα πολλά πάει μελετώντας» κ.λπ.

Η ιταλική παρεμβόλιμη γραφή λέγει: «Τέτοια τα ερπετά συστρέφονταν επίμονα σφυρίζοντας γύρω από το δέντρο της ζωής». Και αμέσως μετά η παραπομπή στο 10ο βιβλίο του «Απωλεσθέντος Παραδείσου» του Μίλτωνος, εκεί όπου αναπτύσσεται, με απαράμιλλη μορφή, ο αξονικός πυρήνας της ενοχής, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η ρομαντική ιδέα του κακού. Ο Σολωμό των χειρογράφων μάς εξιστορεί ο ίδιος την αισθητική, γλωσσική και βιωματική του περιπέτεια.

Δείτε όλα τα σχόλια