Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο έλλογος «συμφωνισμός» του Δημήτρη Παπαδημητρίου

ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ ΜΑΝΤΖΑΝΑ

 

Η ίδρυση το 2009 του Ελληνικού Σχεδίου, ενός μη κερδοσκοπικού πολιτιστικού οργανισμού (ο οποίος επιχορηγείται από το Ίδρυμα Ωνάση και έχει ως έδρα των δραστηριοτήτων του την Στέγη του τελευταίου) που προφανώς επικεντρώνεται στην μουσική, έδωσε την δυνατότητα στον συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου -ο οποίος είναι βέβαια και πρόεδρος του Δ.Σ. του- να αναδείξει και μιαν άλλη δημιουργική πλευρά του. Μέχρι τότε δηλαδή ο Δημήτρης Παπαδημητρίου ήταν γνωστός κυρίως για τα τραγούδια του και για τις επενδύσεις κινηματογραφικών ταινιών, θεατρικών έργων και, περισσότερο ίσως από όλα, τηλεοπτικών σειρών που όμως εν πολλοίς -ιδιαίτερα οι τελευταίες- αποτελούντο επίσης από τραγούδια. Έτσι το μεγαλύτερο ίσως τμήμα του κοινού αγνοούσε ή έστω του διέλαθε το γεγονός ότι ο δημιουργός, ήδη από το ξεκίνημα του, ασχολείται εξίσου με την instrumental μουσική. Ο πρώτος του μάλιστα δίσκος, «Τοπία», του 1981, ήταν ένα πρωτοποριακό για την εποχή του ηλεκτρονικό οργανικό album. Αλλά και στη συνέχεια αυτή η πλευρά του ήταν ορατή, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, στις μουσικές επενδύσεις του.

Ήταν όμως η ύπαρξη του Ελληνικού Σχεδίου που του επέτρεψε όχι μόνο να επιδίδεται και να καλλιεργεί τις ορχηστρικές συνθέσεις του αλλά και να αρχίσει επιτέλους να τις παρουσιάζει. Αυτό πραγματοποιείται με δύο τρόπους, αφενός με τη συμμετοχή του σε ομαδικές εκδηλώσεις του Ελληνικού Σχεδίου για μικρότερα ορχηστρικά σύνολα και αφετέρου, και πολύ σημαντικότερο, με μια σειρά από νέα συμφωνικά έργα -για πλήρη, συμφωνική ορχήστρα δηλαδή- τα οποία παρουσιάζει τακτικά στην Στέγη τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η έναρξη της σταδιακής κυκλοφορίας των ζωντανών ηχογραφήσεων των τελευταίων σε CD δίνει την ευκαιρία σε όσους τα παρακολούθησαν να τα ακούσουν ξανά και να τα εκτιμήσουν ακόμα περισσότερο και στους υπόλοιπους να γνωρίσουν και να απολαύσουν και μιαν άλλη πλευρά ενός καταξιωμένου αλλά και ιδιαίτερα «ανήσυχου» σε όλη την διαδρομή του Έλληνα συνθέτη. Στη συνέχεια θα επιχειρήσω μια συνοπτική αλλά και όσο το δυνατόν πληρέστερη κριτική παρουσίαση των τριών πρώτων από αυτά.

Ακολουθώντας την χρονολογική σειρά τους θα αρχίσω με το πρώτο, το «Μύθοι Του Αισώπου» που παρουσιάστηκε στη Στέγη τον Μάρτιο αλλά και τον Δεκέμβριο του ’14. Ο Δ. Παπαδημητρίου προσέγγισε τις παιδικές(;) ιστορίες τού πιθανότατα πρώτου επώνυμου «παραμυθά» της ανθρωπότητας διαμέσου ενός σε ένα βαθμό πολυμεσικού έργου, εντάσσοντας και θέατρο σκιών στην σκηνική δράση. Κατά τα άλλα, αν και χρησιμοποιεί ερμηνευτές του λυρικού θεάτρου, είναι -πιθανόν επειδή ήταν και το πρώτο του- το συμφωνικό του έργο που φέρνει πιο έντονα στο νου τα τραγούδια του. Ο έλλογος, ακόμα και αστικός -με την αυθεντική, όχι πολιτική, και καλύτερη έννοια της λέξης- θα τολμούσα να τον αποκαλέσω, βαθύτατα επηρεασμένος από την μαθητεία του δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι στο τότε Γ΄ Πρόγραμμα αλλά και ως εκτελεστής σε μερικούς δίσκους του τελευταίου, τρόπος που χρησιμοποιεί το λαϊκό μουσικό ιδίωμα βρίσκεται εδώ στο απόγειο του. Μια σειρά από σαφέστατα λαϊκών καταβολών και εύθυμης -μερικές φορές σχεδόν και σε... αριστοφανικά ακόμα επίπεδα! - διάθεσης θέματα που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα παλαιού, καλού πανηγυριού, με πλούσιες όμως κλασικότροπες ενορχηστρώσεις οι οποίες εκτελούνται άψογα από την Καμεράτα υπό την διεύθυνση του αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού διευθυντή της Γιώργου Πέτρου.

Ακολούθησε το «Μέρες Επιταφίου», ένα κοσμικό ορατόριο για το Πάσχα σε ποίηση Νίκου Γκάτσου το οποίο παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του ’14, κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας. Εδώ αντίστοιχα -και αναπόφευκτα ίσως- είναι πολύ έντονες, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φορά στην διαδρομή του, οι αναφορές του συνθέτη στην βυζαντινή μουσική. Τα κατά κανόνα μεγάλης διάρκειας μέρη του έργου αποδίδονται στην πιο «ελληνική» εκδοχή τους από τον -επίσης βυζαντινών καταβολών αλλά ακόμα και χροιάς- Μανώλη Μητσιά και στην πιο «οπερετική» από την υψίφωνο Μυρσίνη Μαργαρίτη, με την υποστήριξη χορωδίας και, μαζί με την δεόντως σοβαρή παρουσία του Γιάννη Φέρτη στα αφηγηματικά μέρη, συναρθρώνουν με επίκεντρο τον λόγο του Γκάτσου ένα υποβλητικό κλίμα, ανεξάρτητα από τις όποιες θρησκευτικές πεποιθήσεις ή μη του ακρατή. Πολύ καλή για άλλη μια φορά η απόδοση της Καμεράτα, αυτή τη φορά υπό την διεύθυνση του εμπειρότατου Λουκά Καρυτινού.

Θεωρώ όμως ότι η αμιγώς συμφωνική γραφή του Παπαδημητρίου ωρίμασε πραγματικά με το «Σατυρικόν» που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του ’14. Μεταφράζοντας ο ίδιος από τα λατινικά(!) τα αποσπάσματα που χρησιμοποίησε, δεν αντιμετώπισε το κείμενο του Πετρώνιου ως μιαν ωδή στις απολαύσεις της σαρκός, όπως συνηθίζεται, αλλά σαν μιαν αλληγορία μιας εποχής που ο έκλυτος προσωπικός βίος αντανακλούσε την πολιτική, πολιτιστική, ακόμα και πνευματική παρακμή μιας κοινωνίας, η οποία, όπως υπογράμμιζε στο σημείωμα του, έχει πάρα πολλές αναλογίες με την σημερινή.

Πρόκειται για εντυπωσιακής σοβαρότητας έργο -δίχως όμως να απουσιάζουν και οι πιο «ελαφρές» στιγμές όπου χρειάζονται-, μεγάλης διάρκειας, στο οποίο αρχίζει να αποκρυσταλλώνεται η γλώσσα και το λεξιλόγιο του συνθέτη ως προς την συμφωνική γραφή του. Αυτή μπορεί να περιγραφεί ως μια αβίαστη και μετά λόγου γνώσεως χρήση σχεδόν ολόκληρης της παράδοσης της κλασικής μουσικής, από την προαναγεννησιακή ακόμα περίοδο μέχρι το μπαρόκ και τον ρομαντισμό αλλά ακόμα και τα ρεύματα των αρχών του εικοστού αιώνα. Τους ρόλους του έργου υποδύθηκαν άριστα ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος και η σοπράνο Άννα Στυλιανάκη με την συνοδεία της Μικτής Χορωδίας του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου υπό την διεύθυνση του Μιχάλη Οικονόμου ενώ, με τον Λουκά Καρυτινό και πάλι στο πόντιουμ, η ΚΟΑ απέδειξε για μιαν ακόμα φορά ότι είναι μακράν η κορυφαία ορχήστρα της χώρας, αποδίδοντας αψεγάδιαστα την απαιτητική παρτιτούρα αλλά και τις απολαυστικά πλούσιες ενορχηστρώσεις οι οποίες την αξιοποιούσαν, τόσο ως σύνολο όσο και μεμονωμένα τα μέλη της, στο έπακρο.

Το «Σατυρικόν» κατά μιαν έννοια άνοιξε τον δρόμο για την συμφωνική σουίτα «Το Χρονικό Ενός Πρώιμου Φθινοπώρου» και το «Ερωτικός Λόγος», ένα «μουσικό παλίμψηστο» πάνω στο ομότιτλο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, που παρουσιάστηκαν αντίστοιχα τον Μάρτιο και τον Οκτώβριο του’16 (επίκειται η κυκλοφορία και αυτών σε CD) με το δεύτερο να είναι ένα σχεδόν αριστουργηματικό έργο και αναμφίβολα η κορύφωση της μέχρι τώρα εργασίας του συνθέτη στο συμφωνικό ιδίωμα. Ταυτόχρονα όμως το «Σατυρικόν» είναι και ένα πολύ καλό παράδειγμα του πως ο Δημήτρης Παπαδημητρίου στα συμφωνικά του έργα εκκινεί πάντα από τον ποιητικό ή και πεζό λόγο και συνδιαλέγεται μαζί του, είτε χρησιμοποιεί αποσπάσματα του είτε όχι. Κατά τη γνώμη μου αυτό, εκτός φυσικά από το ταλέντο του, είναι και η στέρεη βάση του για να βελτιώνει μα και να εξελίσσει συνεχώς την συμφωνική γραφή του.

 

Θάνος Μαντζάνας είναι κριτικός μουσικής στην Αυγή, στο musicpaper.gr και στο περιοδικό Ήχος

Δείτε όλα τα σχόλια