Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο λυρικός μοντερνισμός του Κώστα Βάρναλη

Ο Κώστας Βάρναλης έρχεται στην Αθήνα για φιλολογικές σπουδές, στις αρχές του 20ού αιώνα, από τον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, και ξεχωρίζει αμέσως, μέσα στον κύκλο των λογοτεχνών, τόσο ως ποιητής όσο και ως φιλόλογος. Ως ποιητής με τον ιδιαίτερο ήχο της λυρικής του φωνής και με την εικονοκλαστική του σάτιρα.

Ένας τρόπος να διαβάζουμε την ποίηση είναι το πώς οργανώνει ο καλλιτέχνης την εμπειρία του από τον κόσμο. Η φόρμα είναι η δική του αίσθηση από τον κόσμο. Μας ενδιαφέρει, λοιπόν, η ποιητική γλώσσα που δημιούργησε ο ποιητής για να εκφράσει εκείνο που τον συγκίνησε βαθιά. Με αυτό το πνεύμα μια επανανάγνωση του Κώστα Βάρναλη (1884-1974) πρέπει να γίνει, γιατί, πέρα από την αισθητική διχοτόμηση που είδε στο έργο του η κριτική, πιστεύομε ότι ο λυρισμός του είναι μια ενιαία ποιητική γλώσσα, η οποία παρακολουθεί τα βιώματα και προσαρμόζεται στις διαφορετικές αφορμήσεις της αισθητικής συγκίνησης του ποιητή. Μέσα από αυτό το πρίσμα, θεωρούμε ότι, πρώτον, η λυρική ιθαγένεια του έργου του, αποκτημένη ήδη κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, αποτελεί σταθερή εκδήλωση και στο μεταγενέστερο έργο, αυτό δηλαδή που οριοθετεί Το φως που καίει του 1922 και εκφράζει την εμπειρία της κοινωνικής ματιάς πάνω στον κόσμο, και, δεύτερον, η ιδεολογική στροφή εκφράζεται μέσα από ένα αισθητικό κράμα: του πρώτου του λυρισμού και του σύγχρονου ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Το Φως που καίει είναι και εδώ το αισθητικό παράδειγμα.

Ο Κώστας Βάρναλης έρχεται στην Αθήνα για φιλολογικές σπουδές, στις αρχές του 20ού αιώνα, από τον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας, και ξεχωρίζει αμέσως, μέσα στον κύκλο των λογοτεχνών, τόσο ως ποιητής όσο και ως φιλόλογος. Ως ποιητής με τον ιδιαίτερο ήχο της λυρικής του φωνής και με την εικονοκλαστική του σάτιρα. Ως φιλόλογος, με τη βαθιά γνώση της αρχαίας γραμματείας, γνώση που τον έκανε να αισθάνεται σύγχρονος των αρχαίων, να μπορεί να μεταφράζει με ευχέρεια καταστάσεις και συναισθήματα, από τη μια εποχή στην άλλη. Ένα παράδειγμα είναι το ποίημα «Αλκιβιάδης» (1918). Ερωτικός, ακραία αισθησιακός (με λύγισμα μερτιάς, γυναίκειο χέρι/ σέρνεις μαζί σου αιώνιο καλοκαίρι), ο πολιτικός Αλκιβιάδης -το πλάνο μείγμα των Εριννύων και των Μουσών- μπορεί να διαβαστεί ως ένα προσωπείο των πολιτικάντηδων της εποχής του Διχασμού (1915-1918) που ζει ο Βάρναλης.

Από αυτήν την πρώτη περίοδο συλλαμβάνει τις τεχνικές τού πώς γίνεται φόρμα η ιστορική εμπειρία: ανακαλύπτει τη μυθική φόρμα, την προβολή δηλαδή στο μύθο, και μαζί την ανατρεπτική λειτουργία του σατιρικού ρεαλισμού. Μύθος και σάτιρα έρχονται να λειτουργήσουν μέσα σε ένα περιβάλλον που το διατρέχει η δυναμική του βιταλισμού ενός ανυποχώρητου εραστή της Ζωής, όπως τον έδειχναν τα ποιήματα «Νεράιδα» και «Καταρράχτης» (Κηρήθρες, 1905). Λυρισμός που εκβάλλει με τη φυσική ροή από αρτεσιανές πηγές κι έχει μέσα του την ώριμη μαθητεία στην τεχνική του στίχου. Σήμερα, ξέρουμε ότι και αυτό το μεγάλο μάθημα το παίρνει από τους αρχαίους ποιητές, όπως, επίσης, από τις μεγάλες λυρικές πηγές του νεότερου λυρισμού, τον Παλαμά, τον Σολωμό, τον συνομήλικο Σικελιανό .

Η προσφυγή στην αρχαιότητα και ο νεοκλασικισμός του Βάρναλη ήταν κάτι παραπάνω από την αισθητική μόδα, των πρώτων δεκαετιών του αιώνα, από μια ποίηση αφοσιωμένη στην ομορφιά και στην απόλυτή της έκφανση του αρχαίου αγάλματος. Η ποίησή του είναι αποτέλεσμα επιλογών. Κι αυτές τις ορίζει η δική του προσωπικότητα: η φλογερή αίσθηση και η βαθειά μόρφωση. Ο δικός του λυρισμός αποκρυσταλλώνεται: στο λυρισμό της νεοκλασικής διαύγειας της εικόνας, των καθαρών γραμμών της οργάνωσης της φόρμας, του μουσικού τόνου. Ο Βάρναλης φτάνει το νεοελληνικό λυρισμό στην κορυφή, φιλτράροντας την αισθητική του στίχου μέσα από τις πιο γόνιμες και τις πιο απαιτητικές του παραδόσεις. Το ποίημα «Ορέστης» (1914) π.χ. είναι ένα παράδειγμα νεοελληνικού στίχου που εσμίλεψε ο παρνασσισμός και εμέλισε ο συμβολισμός. Μοιάζει με ποιητικό γλυπτό, μαθηματικής οργάνωσης συλλαβών και ήχου. Και γίνεται πιο σημαντικό αν σκεφτούμε ότι το περιεχόμενο του ποιήματος αυτού αφορά στην επανανάγνωση αρχαίου μύθου με όρους που είναι κοντά στο μοντερνισμό. Στην ποίηση εκείνης της εποχής, μόλις ο Καβάφης επιχειρούσε κάτι ανάλογο, που, βέβαια, η κριτική θα το συνειδητοποιούσε δυο τρεις δεκαετίες αργότερα. Θα ακολουθούσε ο Σεφέρης, που, από άλλους δρόμους (από το παράδειγμα του Έλιοτ και το βίωμα της μικρασιατικής καταστροφής), θα φτάσει στις αισθητικές λύσεις της μεταφοράς στο μύθο.

Από αυτό το ατόφιο λυρικό μετάλλευμα φτιάχνει τα αξεπέραστα μουσικά μέρη στο Φως που καίει (1922, 1933), στους Σκλάβους Σκλάβους Πολιορκημένους (1927) αλλά και στο αφηγηματικό η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη (1931), που ο Νίκος Κατηφόρης το έχει χαρακτηρίσει ως «παράδεισο του λόγου». Ο βαρναλικός λυρισμός, χυμένος μέσα στη θέρμη του νέου οράματος, δημιουργεί την παράδοση μιας «καλλιγραφημένης κομψότητας» που έχει χωνέψει τις αρχετυπικές φόρμες, όπως π.χ. το βλέπομε στη «Μάνα του Χριστού» (Φως που καίει), που ενώνει την Μάνα-θεό με τον πόνο και τη λαχτάρα της μάνας κάθε ανθρώπου ή στους «Πόνους της Παναγίας» (Σκλάβοι πολιορκημένοι), που σαν κάθε μάνα ονειρεύεται μια ήσυχη ζωή για το παιδί της.

Τα ποιήματα αυτά και πολλά άλλα ανήκουν στις ποιητικές συνθέσεις που μας δίνουν τη νέα εικόνα του κόσμου που βλέπει ο κομμουνιστής ποιητής. Αυτό που κυρίως αλλάζει στην ποίηση είναι οι συγκινήσεις. Η ιδεολογική στροφή σημαίνει την υιοθέτηση του οράματος μιας ζωής όπου θα έχει τη χαρά ως πολιτισμό και τη δικαιοσύνη ως δικαίωμα. Στο Παρίσι του 1919 και του 1920, που ζει, γνωρίζει το μεταπολεμικό πυρετό των ανθρώπων της τέχνης και κυρίως ό,τι ήταν η αισθητική τους δυναμική: ο δεσμός τέχνης και κοινωνίας. Ένας από τους πολεμιστές ποιητές, ο G. Apollinaire (πεθαίνει το 1918, από πολεμικό τραύμα), ο «τελευταίος μεγάλος ποιητής» κατά τον Α. Breton, προτού τελειώσει ο πόλεμος σπεύδει να δείξει στα 1917 τη λαθεμένη πορεία της τέχνης και να διαμηνύσει το «νέο πνεύμα» με ένα μανιφέστο, LEsprit nouveau. Η στροφή προς τα Αριστερά στην τέχνη είναι η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση και φιλοξενεί εικόνες δυναμικές για να εκφράσει το κοινό αίσθημα της δυσφορίας.

Πιο καθαρό είναι το πολιτικό περιεχόμενο του καλλιτεχνικού κινήματος στο Βερολίνο, γιατί η Γερμανία ήταν η χώρα του εξπρεσιονισμού, του πιο πολιτικοποιημένου κινήματος του μοντερνισμού. Στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό της εποχής βρίσκουν έκφραση τα πρωτοποριακά και επιθετικά προπολεμικά ρεύματα (φωβισμός, κυβισμός, εξπρεσιονισμός), ρεύματα με περιεχόμενο την κοινωνική αφύπνιση που πρώιμα και συμβολικά είχε εκφράσει με την «Κραυγή» (1893) ο πίνακας του Μουνκ. Αυτά εγκαίρως είχαν δείξει το τρομακτικό και παραμορφωμένο πρόσωπο του κόσμου. Ο πόλεμος που ήλθε στο μεταξύ το επιβεβαίωνε. Στην Ελλάδα, έχουμε, επιπλέον, την τραγωδία της μικρασιατικής καταστροφής. Οι τεντωμένες ποιητικές κεραίες του Βάρναλη αντιλαμβάνονται την ώρα του καλλιτέχνη. Μια πρώιμη καλλιτεχνική μετουσίωση είναι το ποίημα «Οι Μοιραίοι» (1921), η συγκίνηση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο από την εκμετάλλευση.

Ωστόσο, η καλλιτεχνική του πρόταση είναι Το φως που καίει. Προτείνει την χρήση μεικτής φόρμας, μέσα από τεχνικές και συμβάσεις τριών διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών (ποίησης, αφήγησης, θεάτρου). Ενσωματώνει, επίσης, και τρεις μυθολογικούς κύκλους, μέσα από τα συμβολικά πρόσωπα. Είναι πρόσωπα που τα συνδέει το «φως» που χαρίσαν στον άνθρωπο: ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ένα «φως που καίει», ο Μώμος (ένα δάνειο μάλλον από τον Λουκιανό). Κι εδώ, ακριβώς, εισαγάγεται η αισθητική της ανατροπής, που βγαίνει μέσα από την λογική του μεταπολεμικού μοντερνισμού. Για την ελληνική ποίηση, ο Βάρναλης ανατρέπει τις έως τότε μυθολογικές χρήσεις. Τα πρόσωπα του μύθου μετατρέπονται σε πρόσωπα μιας πρώτης λογοτεχνικής φόρμας που έπαιρνε στην χώρα μας η αριστερή ιδεολογία, με αντιστοιχίσεις στις διαλεκτικές σχέσεις, Προμηθέας - «θέση», Ιησούς - «αντίθεση», Μώμος - «σύνθεση». Οι σχέσεις αυτές μπορεί να αλλάζουν, στην πορεία: Προμηθέας και Ιησούς να αποτελούν τη «θέση», ο Μώμος την «αντίθεση» και τα πρόσωπα Οδηγητής και Λαός τη «σύνθεση», δηλαδή την επανάσταση.

Η αισθητική ωριμότητα και η ουμανιστική παιδεία δίνουν στο Βάρναλη ελευθερία κινήσεων και ελευθερία να συνθέτει τα βιώματά του χωρίς φορμαλιστικούς περιορισμούς. Το Φως που καίει είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αφομοίωσης του μοντέρνου και του παραδοσιακού μοντέλου σύνθεσης. Η καλλιτεχνική του ευφυΐα παντρεύει π.χ. τον εξπρεσιονισμό με τον Αριστοφάνη. Κι αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που νιώθει τον Αριστοφάνη. Ο Βάρναλης είναι ένας από τους πιο μοντέρνους ερμηνευτές της οντολογίας του αρχαίου δράματος και ειδικά της αριστοφανικής κωμωδίας. Ό,τι, λοιπόν, τον συγκινεί στον Αριστοφάνη δεν είναι ο «μύθος» των κωμωδιών του, δηλαδή ένα λογικό ξετύλιγμα μιας ιστορίας, αλλά η γλώσσα, και παρατηρεί ότι «η ουσία των αριστοφάνειων έργων είναι η ποίηση, η ομορφιά, η σατανική ομορφιά του λόγου». Θα λέγαμε ότι, εδώ, μας δίνει μια μοντερνιστική ανάγνωση, με την υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την πλοκή (μιας ιστορίας) και την εστίαση στο ίδιο το μήνυμα. Το ίδιο κάνει και ο εξπρεσιονισμός. Κι ακόμα ίδιες με του εξπρεσιονισμού είναι οι διαδικασίες της συμβόλισης στο Φως που καίει. Χρησιμοποιεί τις φόρμες των αφαιρετικών συμβόλων, που είναι πρόσωπα μιας αιχμηρής ατομικότητας, ζυμωμένα με τα υλικά ενός ψυχισμού συγκεκριμένων κοινωνικών ιδιοτήτων και καταστάσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ιδεολογική πεποίθηση παύει να είναι εξαγγελία. Γίνεται ψυχισμός, συμπεριφορά, ένα συναίσθημα, ένας τρόπος να χαίρεται και να λυπάται κανείς. Από την άλλη πλευρά, αυτοί οι «μοντέρνοι» ήρωες φτιάχνουν το «καρναβαλικό» περιβάλλον του Αριστοφάνη, όπου η σάτιρα, η ελευθεροστομία, ο σαρκασμός, το κέφι και το πληθωρικό γέλιο είναι η μάσκα μιας νέας έκρηξης του βιταλισμού του πρώτου λυρισμού, που, τώρα, οπλίζει τα αισθητικά επιχειρήματα για την ανατροπή της κατήφειας, δηλαδή της μόνης ζωής που μας ετοιμάζει η αστική πραγματικότητα.

Ο Προμηθέας του Βάρναλη, που συχνά ταυτίζεται με τον Μώμο και με τον ίδιο τον ποιητή, μας δίνει με το πρόσωπο και με τα λόγια του μια γεννεαλογία του πολιτισμού. Ο πολιτισμός αρχίζει με το γέλιο του ανθρώπου του μόχθου. Στο πρόσωπό του είναι χαραγμένα τα χαρακτηριστικά του λαϊκού ανθρώπου: αυτοπαρουσιάζεται «οι στοιχειωμένες αβλακιές της όψης μου, σκαμένες από τα πάγη και τους πόνους» και μετράει το χρόνο με το γέλιο που του προκαλεί ο Ιησούς και οι ιδέες του: «η πρώτη μου φορά που γέλασα. Από τότες που καρφώθηκα -και πριν να καρφωθώ». Το γέλιο είναι η νέα νίκη που την φέρνει ο Μώμος / Προμηθέας, αυτή τη φορά. Αλλά είναι και Προμηθέας / Διόνυσος: η προέλευσή του είναι γήινη «με ξεπετάξανε της γης τα σπλάχνα» και διονυσιακή η φύση του «[βγήκε] στον ανοιξιάτικο αέρα μ’ ένα χαρούμενο σπασμό».

Η νέα γλώσσα του ώριμου λυρισμού του Βάρναλη απορροφά μέσα στις φόρμες του μοντερνισμού την κατακτημένη ποιητική της πρώτης περιόδου: τον διονυσιακό λυρισμό και την αρμονία του στίχου. Αυτά είναι το ρεύμα που ποτίζει, με ατόφια ορυκτή υγρασία, την ποίηση της νέας συγκίνησης, που την δίνει στον ποιητή η κοινωνική ματιά πάνω στον κόσμο.

 

Γεωργία Λαδογιάννη διδάσκει Νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια