Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Φιλολογία και πραγματικότητα

Όμως, ποιος θα το πίστευε; Στο παλιό και μοναχιασμένο σπίτι, με το πλατιό περιστύλι, ανάμεσα Κάστρα και πολιτεία, - κει που μαζευόντανε επί Βενετσάνων οι ντόπιες νομπιλιτάδες, η fedelissima e magnifica communità, θα βρούμε ζωγραφημένην από μέσα τη Ναυσικά να δέχεται το ναυαγό Οδυσσέα, τον Κορθιανό Θερσικράτη να ’ρχεται με τα καΐκια του να χτίσει την Κέρκυρα «και τα τοιαύτα»

Ας δούμε τώρα, ποια είναι η κοινωνική κατάσταση της Εφτάνησος στις αρχές του 19ου αιώνα - έξω από τα πολιτικά γεγονότα με τη φιλοσοφία και τη ρητορεία τους. Ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να κάνω λίγη... «φιλολογία», έτσι για ποικιλία και για γούστο, - δηλ. για ξεκούρασμα...

Δεν είμαστε στο μαγικό νησί του Ομήρου. Η ηρωική βασιλεία με τα κοπάδια τα γιδοπρόβατα, τα βόδια και τα γουρούνια· με το ισόγειο τριαδικό παλάτι, που άστραφτε από τον ακράτο, δίχως άμμο, ασβέστη· με τη στέρνα στη μέση της μεγάλης αίθουσας, όπου τρέχανε από την ανοιγμένη σκεπή τα νερά της βροχής, - ολόγυρα στα στέρνα γλάστρες με λουλούδια κ’ ίσα αντίκρα στο έμπα με τους καταπόρφυρους μπερντέδες ο γονικός πέτρινος θρόνος, μαύρος και γυαλιστερός από τα χρόνια· τα ρόδια, τα πορτοκάλλια τα σταφύλια και τα σύκα, που ολοχρονίς λυγίζανε τα κλαριά τους, πάντα ώριμοι καρποί πλάι σε άγουρους και πάντα νέοι ανθοί, για να δέσουνε αργότερα· οι ατέλειωτες αποθήκες με τα μεγάλα πιθάρια, ψηλότερα απ’ το μπόι ενός άντρα, ξέχειλα πάντα από κρασί και λάδι και φασόλια και σιτάρι, - δοσίματα του υπάκουου λαού· ο κουμπελίδικος τάφος με τη χαλκωματένια πόρτα και με τους φυλακάτορες τα λιοντάρια απάνου, γιομάτος αμέτρητο χρυσάφι· ο μακαρισμένος αυτός κόσμος αυλικών τραγουδιστάδων με την πλερωμένη λύρα ίσως να μην υπήρξε ποτές έτσι αληθινός. Όμως πίσου από το χρυσό μαγνάδι των Ήχων και των Στίχων, που χώριζε τον κόσμο της Ασκήμιας από τον κόσμο της Ομορφιάς, τον κόσμο του Πόνου από τον κόσμο της Χαράς, τον κόσμο της Αδικιάς από τον κόσμο της Δύναμης, ακούγεται ν' ανεβαίνει μια μουγγή αγκούσα ανθρώπων σκοτεινών, που τους πνίξατε στο παντοτεινό σκοτάδι της Σιωπής, Δημόδοκοι και Φήμιοι.

Όμως, ποιος θα το πίστευε; Στο παλιό και μοναχιασμένο σπίτι, με το πλατιό περιστύλι, ανάμεσα Κάστρα και πολιτεία, - κει που μαζευόντανε επί Βενετσάνων οι ντόπιες νομπιλιτάδες, η fedelissima e magnifica communità, θα βρούμε ζωγραφημένην από μέσα τη Ναυσικά να δέχεται το ναυαγό Οδυσσέα, τον Κορθιανό Θερσικράτη να ’ρχεται με τα καΐκια του να χτίσει την Κέρκυρα «και τα τοιαύτα».1

Ερχόμαστε από τα Γιάννινα, πο ’χει τις γυναίκες τις μεγαλομάτες, τα χέλια τα γλυκά, την πατρίδα της κλεφτουριάς, του τραγουδιού, της τσιγγουνιάς και της Γραμματικής του Λασκάρεως. Κάναμε δρόμο πολύ και ζόρικον ως τη Σαγιάδα. Μας έλυωσε ο ήλιος και πολλές φορές περάσαμε ολάκερη μέρα μ’ ένα κομμάτι κριθαρόψωμο, λίγο ξεροτύρι κατσικίσο κ’ ένα κεφάλι σκόρδο. Αν και ο πολυχρονεμένος βεζύρης καθάρισε τα βουνά και τα ντερβένια από τους κλέφτες, Ρωμιούς και Αρβανιτάδες, αν κ’ είμαστε ολάκερο καραβάνι με τα κοπέλλια μας, αν και μας βλόγησε ο δεσπότης, πριν φύγουμε, όμως ο παράς κρυμένος μέσα σε πέτσινα ζουνάρια, κατάσαρκα σφιγμένα στη μέση μας, δεν είναι ποτέ σίγουρος σ’ έναν τόπο, που ο πλούσιος κλέβει το φτωχό κι ο Αλής τον πλούσιο.

Βρήκαμε καλό καΐκι, φορτώσαμε την πραμάτεια (ο συμπέθερος, ο ταμπάκης, είχε ένα διαλεχτό φορτίο σαμουρόγουνες) και σαλπάραμε αργά τη νύχτα, σαν έπεσε η μπουνάτσα και φρεσκάρισε.

Τα χαράματα, - να τηνε ο περουζές του πελάγου, η Κέρκυρα! Μόλις διπλαρώσαμε στο κεφαλόσκαλο, ειδών ανθρώποι κατεβαίνουνε απ’ αντίκρα. Με τα χέρια στην τσέπη του βρακιού, με το τσιγάρο ή το τσιμπούκι στο στόμα, Κορφιάτες, Αρβανιτάδες, Μωραΐτες και Κρητικοί, Οβραίοι, Ηπειρώτες καπεταναρέοι, που προσμένουνε καλύτερους καιρούς, για να ξαναβγούνε στ’ αντικρυνά βουνά, δυο ξουρισμένοι φλάροι, ένας Ατσίγγανος και μερτσενάροι Σικελιανοί.2

― Αφέντη! αφέντη! μας φωνάζουνε οι βατσάζοι. Από την Ελλάδα ερχόσαστε;

Μα πιο πολύ θα μας μιλήσουνε Ιταλικά. Όχι ιταλικά· βενετσάνικα. Μέσα σε τετρακόσια χρόνια πήρανε τη γλώσσα της Μητρόπολης. Όμως όξω στον κάμπο οι χωριάτες μιλούνε ακόμη ρωμέικα.

Τα βενετσάνικα, αλήθεια, είναι γλυκά και τρεχούμενα στο μίλημα. Δεν είναι γλώσσα πιο χαριτωμένη σε νέο γυναίκιο στόμα, σα μολογάει τρυφερά αισθήματα. Όμως απάνου στο θυμό ή σε νιτερέσο, γινάμενη γρήγορη και σοβαρή, καθώς είναι από φυσικό της τραγουδιστή, φαίνεται αστεία. Αυτή τη γλώσσα δεν πρέπει να τη μιλάει κανείς παρά στις καλοθύμητες ώρες της ζωής.

Είναι θεριστής. Κάνει ζέστα, που σκάει το τζιτζίκι. Σε λίγο θα ’χουμε τριάντα γράδα. Από τις εννιά η ώρα δε μπορεί κανείς να ξεμυτίσει. Μόλις κατά τις δυο με τέσσερις τ’ απομεσήμερο αρχίζει να φυσάει ένας ελαφρός στην αρχή, που δυναμώνει κατόπι, μαΐστρος - κι αυτός σβήνει σιγά σιγά αυτή την πυρκαγιά τ’ ουρανού.

[...]

Καθώς η νύχτα προχωρεί, τραγούδια μάς φτάνουνε από μακριά. Τζόβινα ερωτόπαθα, γάτοι χωρίς θηλυκό, σονάρουνε με κιθάρες κάτου από κλειστά ή μισάνοιχτα παράθυρα.

Bellezza si rara/ non vidi giammai,/ ma nena si cara/ al pare di te.

Sei bella, sei buona,/ sei tutt’ amorosa,/ me pari ma sposa/ me fai morire.

Se parli, se ridi,/ se fai l’ amore,/ me fai su l’ ora/ morire per te.

Se spesso ti miro,/ me pari piu bella;/ me sembri una stella,/ che spunti dal cielo.

Κι αληθινά χιλιάδες άστρα σπιθοβολούνε στον ουρανό, το βαθύ, το διαμαντένιο, τον ατέλειωτο, το άστρο του έρωτα μέσα τους και γύρα αμέτρητες σπίθες, που ανάβουνε, κυνηγιούνται, σβήνουνε και ξανανάβουνε, - οι ονομαστές κωλοφωτιές της Κέρκυρας.

Άμα σιγήσει το τραγούδι, η σιγή της νύχτας γίνεται βαθύτερη. Ξαφνικά, στριγγλίσματα γρικούνται στα Οβρέικα. Πατιρντί και τρεξίματα. Κ’ ύστερα πάλε ησυχία. Ή οι Χριστιανοί δείρανε κανένα Οβριό ή σπάσανε τα τζάμια του σπιτιού του, επειδής οι παλιοί Οβραίοι σταυρώσανε το Χριστό· ή κανένας πιστός του Ιεχωβά και του Ταλμούθ κει που έτρωγε, του ’ρθε ξαφνικά νταμλάς. Ενώ τόνε κλαίνε, αυτός γαλήνιος χαηδεύει τα πατριαρχικά γένια του Αβραάμ. Ακόμη και να τον ξεθάψουνε καμιά φορά, για να του βρίσουνε το κουφάρι (όπως το κάνανε σε μερικούς ομόφυλούς του οι χριστιανοί, όταν πρωτόρθανε οι Γάλλοι), πάλε αυτόνε δεν τόνε νοιάζει. Βρίσκεται για πάντα στο βυθό του Απόλυτου.

Σταματώ εδώ, γιατί φτάνει να δειχτεί το ποιόν της ατμόσφαιρας, μέσα στην οποία γεννήθηκε ο Σολωμός...

 

[Από το βιβλίο Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, 1925]

 

1 Ερμάννος Λούντζης, Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Εν Αθήναις 1856.

2 Αυτούς τους έφερε ένα δύο χρόνια αργότερα ο Κάμπελ. Ο αναχρονισμός εδώ είναι «λίαν γραφικός»!

 

Δείτε όλα τα σχόλια