Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα μεταλλεία της Ελλάδας

Το βασικό ερώτημα που μας απασχολεί είναι σε ποιο βαθμό και με ποιους τρόπους μια οικονομική δραστηριότητα, η οποία είχε κυρίως εξαγωγικό προσανατολισμό και συμμετείχε σε μια διεθνοποιημένη οικονομία, συνέβαλε στην εγχώρια οικονομική ανάπτυξη, επηρέασε τις κοινωνικές σχέσεις και διαμόρφωσε πολιτικές.

ΤΗΣ ΛΗΔΑΣ ΠΑΠΑΣΤΕΦΑΝΑΚΗ

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο Η φλέβα της γης. Τα μεταλλεία της Ελλάδας, 19ος-20ός αιώνας, εκδόσεις Βιβλιόραμα, σελ. 392

Τα μεταλλικά και αμέταλλα ορυκτά, περισσότερο από κάθε άλλη πρώτη ύλη, συμμετείχαν από τον 16ο αιώνα και μετά στη διαδικασία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, που ως ιστορική τάση χαρακτηρίζει τη νεότερη εποχή. Η εξορυκτική δραστηριότητα αποτέλεσε, ήδη από τον 19ο αιώνα, ιδιαίτερο τομέα της ελληνικής οικονομίας, με διεθνικό προσανατολισμό.

Το βασικό ερώτημα που μας απασχολεί είναι σε ποιο βαθμό και με ποιους τρόπους μια οικονομική δραστηριότητα, η οποία είχε κυρίως εξαγωγικό προσανατολισμό και συμμετείχε σε μια διεθνοποιημένη οικονομία, συνέβαλε στην εγχώρια οικονομική ανάπτυξη, επηρέασε τις κοινωνικές σχέσεις και διαμόρφωσε πολιτικές. Κεντρική θέση στην προσέγγιση αυτή έχει η έννοια του καταμερισμού εργασίας, η οποία μας επιτρέπει να μελετήσουμε τις κοινωνικές και οικονομικές διαφοροποιήσεις σε πολλαπλά επίπεδα: μας επιτρέπει, αφενός, να εντάξουμε την ελληνική περίπτωση σε ένα σύστημα ιεραρχημένων σχέσεων στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία. μας επιτρέπει, αφετέρου, να ερευνήσουμε πιο συστηματικά τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα στη μικρή και μεσαία κλίμακα. μας επιτρέπει, τέλος, να εξετάσουμε τον καταμερισμό εργασίας στους ίδιους τους χώρους εργασίας, στα μεταλλεία, αλλά και στις οικογένειες των μεταλλωρύχων, προκειμένου να εντοπίσουμε τις σχέσεις, τις εντάσεις και τις δυναμικές που αναπτύσσονται εντός τους.

Η χρήση του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας ενδεχομένως ξενίζει, προκειμένου για έναν κλάδο τόσο εντυπωσιακά «ανδρικό», όσο είναι ο μεταλλευτικός, όπου η θέση των γυναικών θεωρείται ότι ήταν περιθωριακή. Στις επεξεργασίες, όμως, της ιστορίας των γυναικών και του φύλου έχει μελετηθεί η κατασκευή του εργατικού ανδρισμού στους χώρους εργασίας και έχει τονιστεί το πώς η εργατική ανδρική ταυτότητα συνδέεται με την σωματική δύναμη και την ανάληψη ρίσκων.

Η ίδρυση του ελληνικού κράτους εγκαινίασε μια νέα δυναμική, δημιουργώντας ταυτόχρονα το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων. Από την καποδιστριακή περίοδο, οργανώθηκαν με πρωτοβουλία του κράτους οι πρώτες έρευνες για την αξιοποίηση των ορυκτών στα νησιά. Το ενδιαφέρον της Αντιβασιλείας για την αξιοποίηση του υπεδάφους εκφράζεται, αφενός, με τη νομοθεσία στα 1835-1836, για τη ρύθμιση της εκμετάλλευσης των ορυκτών των νησιών, και, αφετέρου, με την ανάθεση εκπόνησης συστηματικών γεωλογικών - μεταλλειολογικών ερευνών σε Γερμανούς και αυστριακούς επιστήμονες.

Το ενδιαφέρον του κράτους για τα σμυριδωρυχεία Νάξου έμοιαζε να είναι κατά τον 19ο αιώνα εντονότερο, σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες πρώην κοινοτικές εκμεταλλεύσεις ορυχείων που πέρασαν στην κυριότητά του, επειδή η σμύριδα χρησιμοποιείτο ως λειαντική και στιλβωτική ουσία στην επεξεργασία των μετάλλων και, επομένως, ήταν απολύτως απαραίτητη ως πρώτη ύλη σε όλες τις βιομηχανίες επεξεργασίας μετάλλων και στην πολεμική βιομηχανία. Η εκμετάλλευσή της, συνεπώς, μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα στο δημόσιο. Από το 1898, τα έσοδα από τις πωλήσεις της σμύριδας εξυπηρέτησαν το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Η επίβλεψη της εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας σε όλες τις δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα ανατέθηκε το 1912 στην Επιθεώρηση Εργασίας, που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό. Η επίβλεψη όμως της εφαρμογής των εργατικών νόμων στα μεταλλεία και ορυχεία εξαιρέθηκε από τα καθήκοντα της Επιθεώρησης Εργασίας και ανατέθηκε στον Επιθεωρητή Μεταλλείων. Η ανάθεση της επίβλεψης των συνθηκών εργασίας στα μεταλλεία στην Επιθεώρηση Μεταλλείων, αντί στην Επιθεώρηση Εργασίας, τονίζει, αφενός, το πόσο διακριτοί εργασιακοί χώροι ήταν τα μεταλλεία, σε σχέση με τους υπόλοιπους εργασιακούς χώρους του δευτερογενούς τομέα, και στην πραγματικότητα, αλλά και στη συνείδηση των κρατικών υπάλληλων που εισηγήθηκαν τη σχετική νομοθετική ρύθμιση, ενώ, αφετέρου, αναδεικνύει την ισχύ του επαγγελματικού σώματος των μηχανικών, την περίοδο που συγκροτήθηκαν οι δύο υπηρεσίες στο πλαίσιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.

Συνολικά, από τη δεκαετία του 1860 και έως το 1940, τα εξορυσσόμενα μεταλλεύματα εξάγονταν κυρίως ακατέργαστα στις διεθνείς αγορές και σε έναν περιορισμένο βαθμό ως προϊόντα καμινείας, ενώ η σύνδεση της εξορυκτικής δραστηριότητας με την εγχώρια βιομηχανία ήταν χαμηλή. Τα περισσότερα μεταλλεία ήταν ιδιωτικές επιχειρήσεις μικρής κλίμακας, στις οποίες η εκμετάλλευση πραγματοποιούνταν με πρωτόγονα μέσα εξόρυξης, συχνά χωρίς άλλη επεξεργασία εξευγενισμού του μεταλλεύματος, εκτός από την χειροδιαλογή. Από τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις απουσίαζαν τα εργοστάσια εμπλουτισμού, ενώ τα καμίνια, όπου υπήρχαν, ήταν συνήθως, μικρά και διακεκομμένης λειτουργίας, με μικρή ημερήσια απόδοση. Οι περισσότεροι επιχειρηματίες προτιμούσαν να επενδύουν σε εγκαταστάσεις φόρτωσης και, κυρίως, μεταφοράς, παρά σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας των μεταλλευμάτων και εμπλουτισμού τους. Το 1940, λίγα μόνο μεταλλεία ήταν εφοδιασμένα με σύγχρονα μηχανικά μέσα εξόρυξης και φόρτωσης και με εργοστάσια λειοτρίβησης.

Από τον 19ο αιώνα έως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα, ως χώρα της ευρωπαϊκής περιφέρειας, παρήγαγε (εκτός από αγροτικά προϊόντα και) έναν διαρκώς αυξανόμενο όγκο πρώτων υλών, που κατευθυνόταν στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες, ενώ εισήγαγε ολοένα και περισσότερα βιομηχανικά προϊόντα και βιομηχανικό εξοπλισμό από την Ευρώπη. Στην «εποχή του χάλυβα», όπως έχει ονομαστεί το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, εποχή κατά την οποία υποκαταστάθηκε ο σίδηρος από τον χάλυβα και αυξήθηκε η κατά κεφαλή κατανάλωση μετάλλου στη δυτική Ευρώπη, η Ελλάδα εξακολούθησε να εξάγει εντατικά σιδηρομετάλλευμα για τις ευρωπαϊκές χαλυβουργίες. Καθώς το συνεχώς μεγαλύτερο μέγεθος και κόστος του βιομηχανικού εξοπλισμού για τις μεταλλευτικές-μεταλλουργικές βιομηχανίες αύξανε, από το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, τις ανταγωνιστικές πιέσεις δρομολογώντας διαδικασίες συγκέντρωσης του κεφαλαίου και αύξησης του μεγέθους των επιχειρήσεων, η Ελλάδα έχανε την ευκαιρία να δημιουργήσει εγχώρια σιδηρουργία και μεταλλουργία βάσης. Η θέση της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας θα αποτελέσει αντικείμενο νέας συζήτησης κατά την μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Οι μεταλλειολόγοι μηχανικοί παρεμβαίνουν στην οργάνωση της παραγωγής, στη σύνταξη και στον έλεγχο του θεσμικού πλαισίου για τα μεταλλεία, στην εισαγωγή και οικειοποίηση της τεχνολογίας, στην επιβολή και εμπέδωση των νέων κοινωνικών σχέσεων στους αγροτικούς πληθυσμούς. Ταυτόχρονα διεκδικούν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή. Ο Φωκίων Νέγρης και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης είχαν δημόσια παρέμβαση και πολιτική συμμετοχή στην κατεύθυνση της διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης και των κοινωνικών ιεραρχιών. Από την άλλη μεριά, μεταλλειολόγοι, όπως ο Κωνσταντίνος Νέγρης και ο Ηλίας Γούναρης, συμμετείχαν στους θεσμούς της εργοδοσίας, ως επιχειρηματίες και στελέχη επιχειρήσεων. Συνολικά, τόσο η συγκρότηση της επαγγελματικής ομάδας τους όσο και η κοινωνική οργάνωση που οραματίζονταν, διατρεχόταν από έμφυλες και ταξικές σχέσεις εξουσίας.

Το ενδιαφέρον για την τεχνολογία και την οργάνωση της βιομηχανικής παραγωγής συνδυαζόταν με το αίτημά τους για την οργάνωση της ίδιας της κοινωνίας. Σαινσιμονιστές ή μη, οι μηχανικοί που έδρασαν στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα και στο πρώτο ήμισυ του 20ού, κινήθηκαν ανάμεσα στην τεχνική αποτελεσματικότητα και την οικονομική ανάπτυξη, ανάμεσα στη νεωτερικότητα του τεχνικού πολιτισμού και την εξομάλυνση των κοινωνικών εντάσεων που παράγονταν από τις νέες κοινωνικές σχέσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού. Με εξαιρετικό, αν και ακραίο τρόπο, το αίτημα της κοινωνικής ευταξίας εκφράστηκε από τον μεταλλειολόγο Θεμιστοκλή Χαριτάκη κατά τον Μεσοπόλεμο, την περίοδο ακριβώς που αυξανόταν ο πολιτικός αυταρχισμός στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Με τη συστηματικότητα της εξορυκτικής δραστηριότητας σε ορισμένες περιοχές, δημιουργήθηκαν μεταναστευτικές μετακινήσεις για εξεύρεση εργασίας στα μεταλλεία και δημογραφική αύξηση κατά τόπους. Επίσης, σταδιακά, οι εξορυκτικές επιχειρήσεις, αντλούσαν το εργατικό δυναμικό τους, κυρίως από τα κοντινά χωριά και τις γύρω περιοχές, στις περιφέρειες που λειτουργούσαν. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, υπήρχαν και εργαζόμενοι, οι οποίοι προέρχονταν από πιο μακρινές περιοχές. Η παρουσία εργαζόμενων από τις Κυκλάδες, το Λαύριο και την Εύβοια σε όλες τις εξορυκτικές δραστηριότητες, από την Πελοπόννησο έως την Χαλκιδική, οδηγεί στο συμπέρασμα πως είχε δημιουργηθεί μια επαγγελματική εξειδίκευση μεταλλωρύχων σ’ αυτές τις περιοχές. Το δημογραφικό πλεόνασμα, σε συνδυασμό με τους κύκλους της μεταλλευτικής δραστηριότητας, φαίνεται ότι ωθούσε τους μεταλλωρύχους στην κινητικότητα, για την εξεύρεση εργασίας. Δημιουργήθηκε, επομένως, σταδιακά μια τοπική αγορά εργασίας, η οποία δεν ήταν περιστασιακή.

Στη Σέριφο, στις παραμονές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η κρίση στη «Γαλλική Εταιρεία Σέριφος-Σπηλιαζέζα ΑΕ» και ο περιορισμός των εργασιών της έγιναν αισθητά στους εργάτες, μέσω της πίεσης στα ημερομίσθια. Η δυσαρέσκειά τους, για τις κακές συνθήκες δουλειάς, τα συχνά ατυχήματα, τα ωράρια και τις χαμηλές αμοιβές, φούντωσε. Η εργατική διαμαρτυρία έλαβε την οργανωτική της μορφή με την ίδρυση του «Σωματείου Εργατών Μεταλλευτών Σερίφου», το καλοκαίρι του 1916, και διατύπωσε διεκδικητικά αιτήματα, με τη συνδρομή ενός σχετικά μορφωμένου συνδικαλιστή με επαφές στους σοσιαλιστικούς κύκλους της εποχής, τον Κωνσταντίνο Σπέρα. Ο Σπέρας προσκλήθηκε από τους μεταλλωρύχους για να τους βοηθήσει στον αγώνα τους, έγινε πρόεδρος του σωματείου μεταλλευτών και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της απεργίας του 1916. Η δράση του υπήρξε εξαιρετικά αμφιλεγόμενη.

Η δημοφιλής απεργία της Σερίφου του 1916 έχει λάβει διαστάσεις μύθου σε ορισμένες προσεγγίσεις της ιστορίας του εργατικού κινήματος. Εντούτοις, δεν έχει αποτελέσει μέχρι τώρα αντικείμενο ειδικής ιστορικής έρευνας, παρά τις απόπειρες για την έκδοση σχετικών τεκμηρίων. Οι προσεγγίσεις αυτές, στις οποίες η απεργία χαρακτηρίζεται σαν ένα «πρωτόγονο εργατικό Σοβιέτ που γεννήθηκε αυθόρμητα στη Σέριφο και που χτυπήθηκε αλύπητα από τις λόγχες και τις σφαίρες της Ελληνικής Πολιτείας», διακρίνονται από σοβαρά θεωρητικά και μεθοδολογικά προβλήματα σε σχέση με τη συγκρότηση του σώματος των πηγών.

Η ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής διασποράς, του κατακερματισμού των εκμεταλλεύσεων, η ποικιλία των κοιτασμάτων, η εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές για την πώληση των μεταλλευμάτων αποτελούσαν παράγοντες που επηρέαζαν σημαντικά την τραχιά και επικίνδυνη εργασία των εργαζόμενων στα μεταλλεία. Η εργασία στα μεταλλεία της Ελλάδας φαινομενικά είχε προσωρινά χαρακτηριστικά, παρόμοια με τα χαρακτηριστικά που διέθεταν και οι περισσότερες μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις. Στην πράξη, η φτώχεια και οι περιορισμένες επιλογές προσέδιδαν στην εργασία στα μεταλλεία μονιμότερο χαρακτήρα, συγκροτώντας μια εξειδικευμένη εργατική δύναμη που ζούσε σχεδόν αποκλειστικά από τη δουλειά στα μεταλλεία. Η ζωή των μεταλλευτικών κοινοτήτων συνδεόταν άμεσα με τις αγορές, αλλά και με το είδος και την ποιότητα των κοιτασμάτων που εξόρυσσαν: οι διακυμάνσεις στη διεθνή αγορά των μεταλλευμάτων επιδρούσαν καθοριστικά στις κοινότητες των μεταλλωρύχων.

Οι εργαζόμενοι στα μεταλλεία συνδέονταν με συγγενικούς και εθνοτοπικούς δεσμούς, οι οποίοι βοηθούσαν στην πρόσβαση στην εργασία και στην οργάνωση της καθημερινότητας. Τα συγγενικά και εθνοτοπικά δίκτυα αλληλεγγύης συνέβαλαν, επιπλέον, στη ζύμωση νέων ιδεών, στην καλλιέργεια μιας κοινής κουλτούρας συνανήκειν. Ο μετασχηματισμός, όμως, αυτής της κουλτούρας σε εργατική συλλογική δράση και διεκδικητικούς αγώνες δεν ήταν μια μονοσήμαντη γραμμική διαδικασία, στην οποία εντάσσονταν όλοι και όλες με τους ίδιους όρους.

 

Λήδα Παπαστεφανάκη διδάσκει Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δείτε όλα τα σχόλια