Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αναπνέοντας στον αέρα των δεκαετιών του 1950 και του 1960

Η θετική απάντηση δεν υπαγορευόταν από λόγους σεβασμού προς τον «δάσκαλο»· τόσα χρόνια στο κουρμπέτι της εφημερίδας, είχα μάθει πως οι αβροφροσύνες, καλές και χρήσιμες βεβαίως βεβαίως, δεν ωφελούν αν δεν θέλεις να παραγεμίζεις με άχερα τις σελίδες σου· γι’ αυτό και οι αρνήσεις, ενίοτε, είναι αναγκαίες.

Προδημοσίευση από του βιβλίο του Βασίλη Κρεμμυδά, Πέρασαν εβδομήντα χρόνια..., εκδόσεις GUTENBERG, σελ. 80. Απόσπασμα από τον πρόλογο του Στρατή Μπουρνάζου

 

«Αν τα θέλουμε; Μα, αυτό είναι μεγάλο δώρο!» Η απάντηση μου ήρθε αυθόρμητα, όταν, αρχές Νοεμβρίου του 2015, ο Βασίλης Κρεμμυδάς μού περιέγραφε την ιδέα των Σημειωμάτων που θα απάρτιζαν τη σειρά «Πέρασαν εβδομήντα χρόνια...» και αναρωτιόταν αν τα θέλαμε για τα «Ενθέματα» της Αυγής. Ο Κρεμμυδάς με ρωτούσε, με το μειλίχιο ύφος του, ζητώντας μου να το σκεφτούμε. Δεν χρειάστηκε ούτε λεπτό για να αποκριθώ. Και όταν την επομένη το είπα, ως όφειλα, στη συντακτική επιτροπή του ενθέτου μας, μόνο επαίνους εισέπραξα για τη συνεργασία που εξασφάλισα - κι ας το είχα καταφέρει εντελώς άκοπα.

Η θετική απάντηση δεν υπαγορευόταν από λόγους σεβασμού προς τον «δάσκαλο»· τόσα χρόνια στο κουρμπέτι της εφημερίδας, είχα μάθει πως οι αβροφροσύνες, καλές και χρήσιμες βεβαίως βεβαίως, δεν ωφελούν αν δεν θέλεις να παραγεμίζεις με άχερα τις σελίδες σου· γι’ αυτό και οι αρνήσεις, ενίοτε, είναι αναγκαίες. Η απόφαση λοιπόν ήταν τόσο εύκολη, επειδή ήξερα, και ξέραμε καλά, ότι ο Β. Κρεμμυδάς είναι μάστορας και της Ιστορίας και της γραφής.

Ωστόσο, τη σημασία του δώρου την αντιληφθήκαμε σταδιακά, καθώς παίρναμε στα χέρια μας, ένα κάθε μήνα, τα κείμενα, που μας τα παρέδιδε ο Κρεμμυδάς χειρόγραφα, με τα χαρακτηριστικά, ευκρινή και εύτακτα, γράμματά του. Γιατί, διαβάζοντάς τα, καταλάβαινες ότι τα μικρά αυτά Σημειώματα πετυχαίνουν έναν δύσκολο συγκερασμό: συνδυάζουν την προσωπική ανάμνηση με τον στοχασμό του ιστορικού, που συμπλέκονται σε μια ωραία αφήγηση. Έτσι, οι παιδικές, εφηβικές και νεανικές μνήμες, μνήμες ως επί το πλείστον σκοτεινές, καθώς αναφέρονται σε δύσκολες πραγματικότητες, φωτίζονται από τη σκέψη που στραφταλίζει, λούζονται στο φως της γραφής. Παρακολουθούμε, μέσα από τα δώδεκα αυτά κείμενα, μια μεγάλη διαδρομή: πώς ένα δεκάχρονο παιδί, με κοντά παντελονάκια ακόμα το 1945, που μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια και τον φόβο της επαρχίας, έρχεται στην Αθήνα για να σπουδάσει· πώς, «παιδί φανατικό για γράμματα», το συνεπαίρνουν οι ιδέες της Αριστεράς και ο πόθος για τη γνώση· και πώς η συνάντηση με την Ιστορία θα γίνει όχι στο βαρύ και μουχλιασμένο κλίμα της Φιλοσοφικής Αθηνών, αλλά λίγο αργότερα, αφού μεσολαβήσουν τα χρόνια του στρατού, στο Παρίσι. Μέσα από όλα αυτά σκιαγραφούνται οι δεκαετίες του 1950 και του 1960 κυρίως, και κάποια στοιχεία της Μεταπολίτευσης, μέχρι που φτάνουμε στο 1985, όταν «εκείνο το δεκάχρονο παιδί του 1945 γινόταν 50 χρόνων και ολοκληρωμένος ιστορικός». Εκεί σταματάει και η αφήγηση.

 

* * *

 

Οι εικόνες, τα σχόλια και τα περιστατικά του ανά χείρας βιβλίου διακρίνονται από εκφραστικότητα. Κι αυτό δεν συντελεί μόνο στην τέρψη του αναγνώστη -κάτι διόλου αμελητέο αυτό καθαυτό- αλλά και σε κάτι άλλο σημαντικό: μέσα από τις ψηφίδες των ιστοριών, ανασυντίθεται το κλίμα και οι πραγματικότητες της εποχής, κάτι για το οποίο συχνά χρειάζονται πολλές σελίδες μελέτης. Μέσα από την αφήγηση του Κρεμμυδά, ο σημερινός αναγνώστης αναπνέει στον αέρα των δεκαετιών του 1950 και του 1960 - και αυτό είναι μεγάλο κέρδος.

Θα δώσω δύο παραδείγματα. Το πρώτο αναφέρεται στο κλίμα του φόβου. Είναι μια έννοια κεντρική που διατρέχει όλα τα κείμενα, καθώς, όπως εξηγεί ο συγγραφέας, καθόρισε τις ζωές των ανθρώπων της γενιάς του, «της γενιάς του φόβου», όπως την έχει χαρακτηρίσει σε ένα παλιότερο κείμενό του, με το οποίο και κλείνει ο τόμος. Γι’ αυτόν λοιπόν τον φόβο, που διαπερνάει όλη την ελληνική κοινωνία των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων, όχι μόνο λόγω της τρομοκρατίας των Χιτών, έναν φόβο διάχυτο στην καθημερινότητα, που σφράγισε -ίσως για πάντα- την καρδιά εκείνων των παιδιών, διαβάζουμε τις παρακάτω γραμμές:

«Η τρομοκρατία παντού· και στο σχολείο· σφαλιάρα, χάρακας, βέργα, πρήζονταν τα χέρια· και στο σπίτι με την παραμικρή ζημιά [...]. Οι άνθρωποι είχαν αγριέψει, ξέσπαγαν στα παιδιά. Και οι συμμαθητές, πώς να σου βάλουν τρικλοποδιά να πέσεις· να σε σπρώξουν, να σου στήνουν ενέδρα όπου περνούσες. Και απαγόρευση κυκλοφορίας· όχι από τους Γερμανούς, οι Γερμανοί έφυγαν· ο Γυμνασιάρχης επέβαλε απαγόρευση της κυκλοφορίας για τους μαθητές μετά τις οχτώ το βράδυ!

Παντού, ο φόβος: μη με δουν οι καθηγητές χωρίς κασκέτο, μην πάω αδιάβαστος, μην αργήσω το βράδυ, μην αργήσω το πρωί - και παντού και πάντα παρούσα η πείνα· ώς τα 25 του πεινούσε εκείνο το δεκάχρονο αγόρι του 1945! Ο φόβος και η πείνα.

Όταν μεγάλωσα, φοιτητής και επιστήμονας αργότερα -περνούσε πολύ αυτό το ‘επιστήμονας’ τότε· ήταν πολύ λίγοι-, άκουγα για τις ειδικές φάσεις της ηλικίας των ανθρώπων, την παιδική ηλικία γενικά και την εφηβεία ειδικότερα, και δεν καταλάβαινα τίποτα· τι να ήταν αυτά; Κι εγώ πού ήμουνα όταν μου συνέβαιναν αυτά; Πέρασα κι εγώ από αυτές τις φάσεις; Υπάρχουν αυτές οι φάσεις και σε Εμφύλιο Πόλεμο; Μήπως στα ‘δεκατέσσερα κλέψανε τη χαρά μου’, που θα τραγουδούσαμε αργότερα στις μπουάτ της Πλάκας;» (σσ. 24-25).

Λίγες σελίδες παρακάτω, σταματάω στα χρόνια των σπουδών και τον καθηγητή Γ. Σακελλαρίου, ο οποίος «καθώς έμπαινε στο αμφιθέατρο, στις οχτώ η ώρα το πρωί, μας έκανε νόημα να σηκωθούμε όρθιοι: έπρεπε όλοι μαζί να ψάλλουμε το ‘Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια’· αλλιώς δεν μπορούσε ν’ αρχίσει το μάθημα!» (σ. 40). Μια εικόνα που μας μεταδίδει, με απαράμιλλο θαρρώ τρόπο, όλο τον συντηρητισμό, τον σκοταδισμό και την προγονοπληξία, μαζί με τη φαιδρότητα -κατά κανόνα αυτά συμβαδίζουν-, της Φιλοσοφικής του Αθήνησι, τη δεκαετία του 1950...

Δείτε όλα τα σχόλια