Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η παρτιτούρα

Και όμως, ο αποϋλοποιημένος σκηνικός τόπος και η ιδιότυπη ατελής διαλογική συνθήκη λειτουργούν διεγερτικά για τη φαντασία. Όλα μοιάζουν παράξενα οικεία και γνωστά, σαν να αναδύονται από τα βάθη της λήθης. Σαν νυχτερινός εφιάλτης που σε αφήνει το πρωί κάθιδρο, εξαντλημένο και αμήχανο.

ΜΙΣΕΛ ΦΑΙΣ, Lady Cortisol, εκδόσεις Πατάκη, σελ. 125

 

Δύο ασώματες φωνές ηχούν διαδοχικά στον κενό χώρο χωρίς να διασταυρώνονται ποτέ. Κάποιος ερωτά, επίμονα και μηχανικά, αδιάφορα και επιτακτικά, απειλητικά και μονότονα, χωρίς λογικό ειρμό και χωρίς συνοχή, και μια γυναικεία φωνή απαντά, υφαίνοντας ιστορίες και ιστορώντας εικόνες. Δεν υπάρχει περιγραφή χώρου, δεν υπάρχουν πρόσωπα με φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες για να δημιουργηθούν ταυτίσεις και προβολές.

Και όμως, ο αποϋλοποιημένος σκηνικός τόπος και η ιδιότυπη ατελής διαλογική συνθήκη λειτουργούν διεγερτικά για τη φαντασία. Όλα μοιάζουν παράξενα οικεία και γνωστά, σαν να αναδύονται από τα βάθη της λήθης. Σαν νυχτερινός εφιάλτης που σε αφήνει το πρωί κάθιδρο, εξαντλημένο και αμήχανο. Ο λόγος άλλοτε ξερός, κοφτός και κυνικός, και άλλοτε αναπάντεχα λυρικός και νοσταλγικός, υποβάλλει στον αναγνώστη την αίσθηση ενός ανησυχαστικού déjà vu. Τον παρασύρει ανεπίγνωστα σε μια ονειρώδη καταβύθιση στο τρομακτικό, στο ενδόμυχο, στο απόκρυφο. Και καθώς παρασύρεται ασυνείδητα σ’ αυτό το εξαναγκαστικό παιχνίδι των επαναλαμβανόμενων ερωτοαποκρίσεων ακούει και τη δική του φωνή, ιδίως αν είναι γυναίκα, να προστίθεται σαν ηχώ στις άλλες δύο. Να συμμετέχει νοερά σ’ αυτήν την παράξενη περιπλάνηση στις απροσμέτρητες εκδοχές και άδηλες εκφάνσεις του εαυτού, μέχρι να κλείσει το βιβλίο. Να πέσει το σκοτάδι και η σιωπή.

Η νουβέλα συντίθεται σαν παρτιτούρα για δύο φωνές. Η μία, του ερωτώντος, λειτουργεί μηχανιστικά, σαν ηχητικό υπόβαθρο, σαν σουρντίνα και σαν έναυσμα για να εκτιναχθεί η άλλη σε κορυφώσεις και υφέσεις, νηνεμίες και παροξυσμούς, λυρικές ανάπαυλες και οργισμένα ξεσπάσματα, επιθετικά κρεσέντο, υστερόβουλες προσποιήσεις και αμυντικές αναδιπλώσεις. Ο ερωτών έχει ανεξακρίβωτη ταυτότητα, ακαθόριστο ποιόν και απροσδιόριστες προθέσεις. Είναι άντρας, όπως ίσως υποθέτουμε, γυναίκα με παραλλαγμένη φωνή, ή μήπως μια ηλεκτρονική ψηφιακή εφαρμογή που υποβάλλει ερωτήματα σε τυχαία διαδοχή; Ερωτήματα προσχηματικά και χωρίς πρωτοτυπία, που παραπέμπουν σε ψυχαναλυτικά εργαλεία του συρμού, αντλούν υλικό από εγχειρίδια πρότυπων ανακριτικών μεθόδων και πειραματικών εργαστηριακών πρακτικών για την ανασύνθεση της ιδιοσυγκρασίας του υποκειμένου ή προσιδιάζουν με τεστ αυτοανάλυσης και κουίζ αυτοπροσδιορισμού, που τα συμπληρώνεις ανόρεκτα και βαριεστημένα σε λευκώματα και περιοδικά για να περάσει η ώρα. Ερωτήματα σαν κι’ αυτά: Ζείτε μόνη ή με τους γονείς σας; Όταν είστε λυπημένη κλείνεστε στον εαυτό σας ή ανοίγεστε στον κόσμο; Κουράζεστε εύκολα ή δύσκολα; Παρακολουθείτε την επικαιρότητα;

Η γυναίκα που ερωτάται δυσφορεί και σχολιάζει, αλλά απαντά με χειμαρρώδη παρρησία. Εναντιώνεται σ’ αυτήν την αναγκαστική συνθήκη χειραγώγησης και παροδικά επαναστατεί, αλλά εντέλει υποτάσσεται και συνεργάζεται με αμφιθυμία, δυσθυμία ή ακόμα και με προθυμία, σαν να μην μπορεί να πράξει διαφορετικά. Παλινδρομεί, από τη διακήρυξη της αυτεξουσιότητάς της στον ηθελημένο ετεροπροσδιορισμό. Φάσκει και αντιφάσκει, εξομολογείται και αυτολογοκρίνεται, υποδύεται ρόλους και φοράει διαδοχικά προσωπεία. Βουτάει στο ουσιαστικό και μύχιο με δραματικές αποστροφές ή επιπλέει ανάλαφρα στον αφρό των ημερών. Επιζητά την ανάδειξη της ατομικότητάς της και την επιβεβαίωση, και την ίδια στιγμή σαρκάζει, αρνούμενη να γίνει το αντιπροσωπευτικό δείγμα του μέσου πλειοψηφικού κανόνα. Καλλωπίζει την ύπαρξή της και ταυτόχρονα δυναμιτίζει την εικόνα της, εκθέτοντας ηδονικά έλκη, πληγές και τραύματα.

Η γυναικεία φωνή είναι η πηγή των διαφορετικών ιστοριών, που συγκλίνουν, αποκλίνουν και αλληλοαναιρούνται, καθώς αναβλύζουν από μια πυρετική ανάγκη αφήγησης. Παρά το ελλειπτικό πλαίσιο, ο παραληρηματικός μονόλογός της έχει θεατρική δομή. Ξεδιπλώνει με ζέση πραγματικά και φανταστικά επεισόδια, φωτεινές και σκοτεινές μνήμες. Δημιουργεί εικόνες εναργείς, δυνατές και ευφάνταστες. Με τις ανακλητικές αφηγήσεις της, τοπία και πρόσωπα ανασύρονται από το παρελθόν, σαν ξεχασμένες καρτ ποστάλ, σαν παλιές οικογενειακές φωτογραφίες. Η αίσθηση της μουσικότητας δεν σε εγκαταλείπει μέχρι το τέλος της νουβέλας. Τα αφηγηματικά μοτίβα επανέρχονται επίμονα και επιτακτικά, σαν ένα ρόντο χωρίς τέλος. Σαν ένα μουσικό θέμα που σταδιακά εμπλουτίζεται με νέες λέξεις και φράσεις, και με σημαντικές ή ασήμαντες λεπτομέρειες που διαφοροποιούν τη νοηματική χροιά. Σαν να ηχεί, παράλληλα με τον λόγο, ένας αόρατος μετρονόμος που ελέγχει τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου.

Και έτσι ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη του στην έξοδο αυτού του αφηγηματικού εγχειρήματος, με τις καταιγιστικές ερωτήσεις και τις αγχώδεις απαντήσεις. Ίσως ένα αδιάκοπο στροβίλισμα από χημικές ουσίες που συσσωρεύονται στους υποδοχείς των ορμονών να ευθύνεται γι’ αυτή την εφιαλτική παραίσθηση και την εξομολογητική παραφορά. Ίσως δεν είναι παρά μια υπερέκκριση της κορτιζόλης, της ορμόνης του φόβου, του πανικού και της κατάθλιψης, αντί της οξυτοκίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει την ευφορία, τους δεσμούς αγάπης, την κατάφαση της ύπαρξης. Ίσως να μην υπάρχει ένα δίδυμο που ερωτά και απαντά, αλλά μόνο ο δισυπόστατος εαυτός, που μετεωρίζεται, μονολογεί, στοχάζεται, αμφιβάλλει, χάνει τον προσανατολισμό του και παγιδεύεται στους λαβυρίνθους της μνήμης και της γλώσσας.

Κλείνοντας το βιβλίο, δοκιμάζεις να αφήσεις για μια στιγμή ελεύθερη την ανάσα σου. Να παρακολουθήσεις το ρυθμικό ανεβοκατέβασμα του στήθους σου. Να ελέγξεις το σφυγμό σου και το ανελέητο σφυροκόπημα στο κεφάλι.

Δοκιμάζεις, έστω για μια μόνο στιγμή, και περιμένεις...

 

Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας

Δείτε όλα τα σχόλια