Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Στον ναό της Αναστάσεως

Σ’ αυτόν που σε άλλους χρόνους τον ένοιωσα κοντά μου. Όχι στον Θεό, μην ταράζεσαι. Αλλά σ' αυτόν που μάτωσε σε τούτο τον δρόμο. Σ’ αυτόν που έκλαψε, που θρήνησε για τα πάθη των ανθρώπων.

Εκεί βρέθηκαν ο ερημίτης, το παιδί και η αγαπημένη του φίλη. Εκεί, στην Αγία Πόλη, την Ιερουσαλήμ. Ο ερημίτης κοίταξε χαμογελαστός τη φίλη του και της είπε:

- Αφού συμφωνήσαμε ότι δεν υπάρχει Θεός, γιατί ήρθαμε εδώ;

- Δεν ήρθαμε εδώ για τον Θεό, αλλά για τον πιο συγκινητικό εραστή, τον Χριστό. Είμαι η Μαγδαληνή, η Αγία πόρνη. Μόνο που δεν είμαι, δεν ήμουνα ποτέ πόρνη. Αλλά, για στάσου, αν όπως λες συμφωνήσαμε ότι δεν υπάρχει Θεός, εσύ γιατί φοράς ακόμη το ράσο που με εμποδίζει;

- Δεν το φοράω για την ηθική του Θεού, αλλά για την ασκητική του Ανθρώπου.

Περπάτησαν πιασμένοι από το χέρι, στο πλακόστρωτο όπου περπάτησε πριν από χιλιάδες χρόνια ο ίδιος ο συγκινητικός εραστής. Ο ερημίτης κοίταξε τη φίλη του και της είπε:

- Αυτό το εφηβικό ντύσιμο και το μπλεγμένο μαλλί σε κάνει στ' αλήθεια πιο ερωτική.

- Ο τόπος με κάνει έτσι. Η αύρα του πόνου και της Μεσογείου.

- Δεν μ’ άρεσες ποτέ όταν φορούσες φουστάνια και επίσημα ρούχα. Έχανες αυτό που πράγματι ήσουν.

Το ξέρω· είναι η δική μου ασκητική. Όπως εσύ φοράς το ράσο, εγώ κάποιες φορές φορώ επίσημα ρούχα. Τώρα θέλω να βγάλω τα ρούχα μου και να προσευχηθώ.

- Σε ποιον άραγε θα προσευχηθείς;

Σ’ αυτόν που σε άλλους χρόνους τον ένοιωσα κοντά μου. Όχι στον Θεό, μην ταράζεσαι. Αλλά σ' αυτόν που μάτωσε σε τούτο τον δρόμο. Σ’ αυτόν που έκλαψε, που θρήνησε για τα πάθη των ανθρώπων.

Αυτό άρεσε στον ερημίτη. Άρεσε το πάθος που διέκρινε την φίλη του. Το γυμνό της κορμί σπονδή στον γλυκύ Ιησού. Της το είπε. Εκείνη τον κοίταξε με αποδοκιμασία.

- Ακόμα κι αν είναι έτσι, γιατί σκοτώνεις το μυστικό; Αυτή τη μυστική σχέση που ενώνει τα πάθη;

- Γιατί τα πάθη μας είναι η αλήθεια μας. Είναι τα τιμαλφή μας. Και δεν είναι μυστικά μεταξύ μας.

Το παιδί, αφηρημένο, κοιτούσε τον ναό. Τόσα χρήματα για τις πέτρες, σκέφτηκε μεγαλόφωνα.

- Είναι ιερές πέτρες, αγόρι μου.

- Μα ο Χριστός ένα ράσο φορούσε, όπως εσύ, δεν είχε τίποτε παραπάνω.

Ο Χριστός ναι, αλλά οι πνευματικοί του διάδοχοι το λησμόνησαν και ντύσανε τις ιερές αλήθειες με χρυσάφι τόσο πολύ, ώστε να μη φαίνονται.

Το αγόρι είχε ταραχτεί από αυτήν την υποκρισία. Όπως άλλωστε και εκείνη που πληρώνουμε όλοι για να έρθει το Άγιο Φως με τιμές αρχηγού κράτους. Μα αν το Άγιο Φως είναι οικουμενικό, γιατί το περιορίζουμε σε ένα αεροπλάνο και ένα κράτος; Γιατί οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από αυτά τα συμβολικά, που δεν προσφέρουν τίποτε, παρά μόνο μια ψευδαίσθηση.

Η αγαπημένη του φίλη είχε αφήσει επίτηδες να φαίνεται μια ιδέα από το γυμνό της στήθος.

- Αποφάσισα να είμαι σεμνή. Για να μην προσβάλλω την ιερότητα του χώρου.

- Το ξέρεις πως ένας ιερός χώρος δεν προσβάλλεται από το γυμνό αλλά από την ιδέα του.

Εκείνη ένευσε καταφατικά. Οι ιδέες πληγώνουν του είπε. Ακούσανε μια ψαλμωδία να έρχεται από τον ναό. Μια ψαλμωδία που άγγιξε τα κατάβαθά τους. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια τους. Και τότε η φίλη του γύρισε το πρόσωπό της, και τα χείλη τους ενώθηκαν. Ήταν το πρώτο τους φιλί έξω από τον ναό της Αναστάσεως. Ένοιωσαν ότι ήταν κάτι φυσιολογικό, κάτι αναμενόμενο. Τα πρόσωπά τους χώρισαν και συνέχισαν τη βόλτα τους. Το παιδί δεν έδωσε καμία σημασία σε αυτό που είχε προηγηθεί. Γιατί πια είχε αρχίσει να μαθαίνει, τόσο τον ερημίτη όσο και την φίλη του. Και οι τρεις τους μπήκαν στον ναό. Το ναό ενός Θεού που δεν πίστευαν, και το ναό ενός Χριστού που θα μπορούσαν να τον συναντήσουν σ' ένα καφέ της γειτονιάς, να καπνίζει και να πίνει το τσάι του. Ήταν Πάσχα Άγιο των Χριστιανών. Ένα Πάσχα που είχε σκιασθεί από τα τόμαχωκ που είχαν σκορπίσει τον όλεθρο. Καλή Ανάσταση αδελφοί μου. Καλή ανάσταση.

 

Σταμάτης Σακελλίων, θεολόγος

Δείτε όλα τα σχόλια