Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ώρα του κανενός

ΚΛΑΡΙΣΕ ΛΙΣΠΕΚΤΟΡ, Η ώρα του αστεριού, Εκδόσεις Αντίποδες, Μετάφραση: Μάριος Χατζηπροκοπίου, σελ. 152

 

«Όλα στον κόσμο ξεκίνησαν από ένα ναι. Ένα κύτταρο είπε ναι σε ένα άλλο κύτταρο και γεννήθηκε η ζωή». Αυτό το αποκαλυψιακό άνοιγμα της γραφής κι αμέσως μετά οι εξαρνήσεις της, οι συσκοτίσεις της, το αναπάντητο των ερωτημάτων της. «Όσο θα έχω ερωτήσεις και δεν θα υπάρχει η απάντηση θα συνεχίσω να γράφω», σημειώνει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στην Ώρα του αστεριού. Γιατί είναι αυτό ακριβώς το συμπαντικό σκοτάδι που χρωματίζει το μελάνι της γραφής και κάνει το υποκείμενό της να τελεί εν απορία. Εν απορία, και μέχρι θανάτου. «Είμαι εγώ αυτός που γράφει αυτό που γράφω;». Και όλα αυτά απ’ την πρώτη σελίδα.

Η Λισπέκτορ επιχειρεί να γράψει την ιστορία της μικρής Μακκαμπέα, ενώ προηγουμένως όμως θα έχει διατυπώσει όλες τις αμφιβολίες της γι’ αυτό το εγχείρημα. Τι είναι η αφήγηση, η αφήγηση μιας ιστορίας, μπροστά στο διακύβευμα της γραφής; Πως εκτιθέμενοι σ’ αυτόν τον όλεθρο μπορούμε να ψελλίζουμε ακόμη κάποιες παραμυθητικές του στιγμές; Και τι σημαίνει μια λογοτεχνική ιστορία; Τι μοιράζεται και τι αποχωρίζεται απ’ το Πραγματικό της ζωής, αλλά κι απ’ το Πραγματικό της γραφής; Η Λισπέκτορ γράφει μια ιστορία ενώ ακόμη, όπως σημειώνει η ίδια, την αγνοεί. Κάποιος άλλος λοιπόν γράφει αυτή την ιστορία; Ή η ιστορία απλώς γράφεται και η συγγραφέας ακολουθεί; Είναι έτσι η λογοτεχνική αφήγηση ένα επέκεινα της εμπειρίας; Ένα πέραν, που ναι αυτό το πέραν της γραφής; Όλες οι πρώτες σελίδες του βιβλίου αφιερώνονται απ’ τη Λισπέκτορ πάνω στην απορία αυτής της συμβαντικής κατασκευής. Γιατί ενώ ιχνογραφεί την Μακκαμπέα πάνω στα οικεία πρόσωπα της Νορντέστε, μιας φτωχής περιοχής της Βραζιλίας, είναι σ’ αυτή τη χειρονομία που αναγνωρίζεται και η υποκειμενοποιητική λειτουργία της ίδιας της γραφής. Η Μακκαμπέα που διεγείρει τη Λισπέκτορ. Αυτή η δοκιμασία του συγγραφέα που ιχνογραφείται στις σελίδες του, αλλά και η δοκιμασία του αναγνώστη στην «υγρή ομίχλη» αυτής της αφήγησης.

Η Ώρα του αστεριού, αφηγείται την ιστορία, στην πραγματικότητα σπαράγματα μιας ιστορίας, ενός νεαρού κοριτσιού που η φτώχεια έχει διαποτίσει όλο το είναι του. Μου θύμισε εκείνες τις φτωχές ηρωίδες του Σολζενίτσιν που ζουν απλώς τη ζωή που τους έλαχε. Ένα πρόσωπο, χωρίς πρόσωπο, χωρίς στίγμα, μη εντοπίσιμο στο βλέμμα του άλλου, ακόμη κι όταν αυτός ο άλλος στέκεται απέναντι της κραδαίνοντας μια υπόσχεση. Μια υπόσχεση που η φτωχή Μακκαμπέα αδυνατεί να εννοήσει, να διαχειριστεί. Μένει έτσι απέναντι στον άλλον μια άλλη, μια αδύνατη γλώσσα. Ο νεαρός Ολίμπικο, αυτός ο άλλος της υπόσχεσης, πλησιάζει τη Μακκαμπέα και την προσκαλεί σε περίπατο, αλλά, όπως διαβάζουμε πιο κάτω, «Δεν ήξεραν πως να κάνουν περίπατο». Σε όλους τους περιπάτους τους έβρεχε. «Μόνο για βροχή είσαι άξια!», θα της πει ο Ολίμπικο. «Συγνώμη», θα του απαντήσει η Μακκαμπέα, αδιάβροχη στις προσβολές των άλλων. Και έπειτα η Γκλόρια που θα της πάρει τον Όλιμπικο, και θα την στείλει σε μια χαρτορίχτρα που θα προβλέψει για την Μακκαμπέα μια νέα ζωή, γεμάτη έρωτα και χρήμα. Ακόμη μια υπόσχεση λοιπόν απέναντι στην Μακκαμπέα. Επιστρέφοντας σπίτι της, πράγματι, μια κίτρινη μερσεντές πέφτει πάνω της, εγκαταλείποντάς την όμως σ’ ένα χαντάκι. Εκεί, όπου η Μακκαμπέα, θα αναγνωρίσει την εικόνα της δικής της χαμοζωής στον ελάχιστο μίσχο ενός χορταριού. «Γράφω», θα σημειώσει η Λισπέκτορ, «για το ισχνό ελάχιστο πλουμίζοντάς το με πορφύρα, στολίδια και λάμψη. Έτσι γράφει κανείς; Όχι, δεν είναι συσσωρεύοντας, μα ξεγυμνώνοντας. Τη γύμνια όμως τη φοβάμαι, γιατί είναι η τελευταία λέξη». Η Λισπέκτορ μένει αμήχανη μπροστά στον θάνατο της Μακκαμπέα, διστάζει να τον αποφασίσει, το δικό της θάνατο, αυτή την έσχατη τροχιά στη γραφή. «Θα μπορούσα να την αφήσω στο δρόμο και απλώς να μην ολοκληρώσω την ιστορία. Όχι όμως: θα πάω ως εκεί που ο αέρας σώνεται, θα πάω ως εκεί που η μεγάλη θύελλα κοπάζει ουρλιάζοντας, θα πάω ως εκεί που το κενό κάνει καμπύλη, θα πάω όπου με οδηγήσει η ανάσα μου».

Η Λισπέκτορ διακόπτει συνεχώς την αφήγηση για να διασπείρει στο κείμενό της τη δική της ταλάντωση. «Είμαι αποκαμωμένος από τη λογοτεχνία», θα πει με την φωνή του αφηγητή της, «μόνο η βουβαμάρα μου κρατά συντροφιά. Αν γράφω ακόμη είναι γιατί δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω στον κόσμο ενόσω περιμένω το θάνατο». Η ώρα του αστεριού είναι το έσχατο κείμενο της Λισπέκτορ, το καταθέτει πριν συναντήσει, στα 57 της χρόνια, τον δικό της αδύναμο μίσχο, τον δικό της μοναδικό θάνατο. Έχει κι αυτό τη σημασία του. Ή μήπως όχι;

 

Αποστόλης Αρτινός, συγγραφέας

Δείτε όλα τα σχόλια