Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ΔΙΗΓΗΜΑ

Έψελναν και ξαναέψελναν. Ξανά και ξανά. Παραμονή Θεοφανίων κι αυτοί κλεισμένοι στο Ναό δούλευαν πυρετικά την τελευταία τους πρόβα. Αύριο θα παραστεί ο ίδιος ο Μητροπολίτης. Έπρεπε να είναι τέλειοι. Αυτοί οι επίλεκτοι οι προικισμένοι με τις ωραιότερες φωνές. Οι εμπειρότεροι ψάλτες. Ο επικεφαλής των τεσσάρων αριστερών ψαλτών, ο πρωτοψάλτης ο κορακόμορφος, ο κορακοντυμένος ψηλόλιγνος με ένα μακρύ μαύρο άμφιο με μωβ μανσέτες έδινε με την ακονισμένη του φωνή το πρόσταγμα της ακολουθίας των Θεοφανίων.

Το μακρόστενο αποστεωμένο πρόσωπο του με τα ρουφηγμένα μάγουλα και το κίτρινο δέρμα, το μυτερό πηγούνι και τη σουβλερή πελώρια μύτη έδιναν μια όψη όρνιου, αρπακτικού πτηνού. Η φωνή του όμως ήταν απόκοσμη, αγγελική σαν να μην ανήκε σε άνθρωπο τόσο άσχημο και κακοφτιαγμένο. Οι άλλοι τρεις αντίθετα ήταν κοντοί και παχουλοί, ασπρομάλληδες, καλοθρεμμένοι, με μάγουλα φουσκωτά σαν κόκκινα γυαλιστερά μήλα. Έμοιαζαν να βαριούνται να μην βλέπουν την ώρα να φύγουν, να γυρίσουν στη ζέστη του σπιτιού και σ’ ένα ευωδιαστό λιπαρό δείπνο. Εκείνο το βράδυ η θερμοκρασία έπεσε κάτω από το μηδέν. Η πόλη πάγος ράγιζε την ερημιά της μέσα σ’ ένα γιγάντιο ψυγείο. Κρύσταλλοι σε κρόσσια κρέμονταν από τα ελάχιστα δέντρα και τα νερά απ’ τα λιωμένα χιόνια των περασμένων ημερών, παγωμένα σε γυάλινες λίμνες, αντανακλούσαν τρεμουλιαστά τα θαμπά φώτα της πόλης. Τα δελτία καιρού είχαν δώσει μερικές από τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις για τη νύχτα που πύκνωνε με πολικό ψύχος την αγριότητά της.

Ένας από τους ψάλτες σταματάει αιφνίδια τον ψαλμό και ειδοποιεί τους άλλους. Είδε δυο σκιές να κινούνται δίπλα από τη μεγάλη είσοδο του ναού. Κι όμως νόμιζαν πως είχαν κλειδώσει. Ο πρωτοψάλτης κατέβηκε με σβελτάδα και αποφασιστικότητα από το ξυλόγλυπτο δρύινο ψαλτήριο που έλαμπε σαν καθρέφτης απ’ το γυαλιστερό βερνίκι και κατευθύνθηκε στο σκοτεινό σημείο όπου νόμιζε πως είδε τις κινούμενες σκιές.

Ένας εμφανώς ταλαιπωρημένος, ψηλός, γενειοφόρος, άντρας με μακριά σπαστά λευκά μαλλιά, ξεπλυμένα ανοιχτόχρωμα μάτια και κουρελιασμένα βρόμικα ρούχα, κείτονταν κουλουριασμένος στη βυσσινί μοκέτα έχοντας κάτω από το κεφάλι του έναν μαύρο πάνινο σάκο. Δίπλα του στέκονταν όρθια μια τριμμένη δερμάτινη βαλίτσα κι ένας μεγάλος άσπρος σκύλος με διάσπαρτα καφετιά στίγματα, εξίσου βρόμικος, αδυνατισμένος και κακοπαθημένος ξάπλωνε κι αυτός.

- Ξέρετε ότι απαγορεύονται τα ζώα στην Εκκλησία κύριε;

- Είμαι άστεγος. Δεν έχω τίποτα. Μόνον αυτόν τον σκύλο.

- Όχι εδώ μέσα το σκυλί. Το σκυλί έξω.

Ο κορακόμορφος ψάλτης κινούσε νευρικά τα οστεώδη κίτρινα χέρια του ενώ το λευκό των ματιών του λαμπύριζε απειλητικά στο σκοτάδι.

Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος με δυσκολία και φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του.

- Το κρύο εκεί έξω είναι τρομερό. Πεθαίνουν και άνθρωποι και σκύλοι.

- Εσύ μπορείς να μείνεις μέχρι να τελειώσουμε την πρόβα. Ο σκύλος έξω.

Ο ψάλτης άρχισε να σπρώχνει το κουρνιασμένο μεγαλόσωμο ζώο με το πόδι του με πρόθεση να το σκουντήσει ως την πόρτα. Αυτό έμενε ακίνητο και αδρανές μόνον τον κοιτούσε με μια τσιμπλιασμένη μελαγχολία. Έπειτα έστρεψε το κεφάλι στο αφεντικό του αγκαλιάζοντάς το με βλέμμα υπέρμετρης λατρείας.

- Ο σκύλος θα ζεσταθεί μαζί μου ακού..., φώναξε ο άντρας με όποια υπολείμματα φωνής είχαν απομείνει στα παγωμένα του πνευμόνια. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρόταση, γούρλωσε τα μάτια κι έπειτα με μια απότομη κίνηση έβαλε τα χέρια στο στήθος σαν να ήθελε να σκίσει το χοντρό ξεχειλωμένο πουλόβερ που φορούσε. Μια τρομακτική γκριμάτσα πόνου διαγράφτηκε στο πρόσωπο του. Σε κλάσμα δευτερολέπτου σωριάστηκε πέφτοντας με ξύλινο γδούπο πάνω στη μοκέτα της εισόδου μπροστά στα ψυχρά μικροσκοπικά μάτια του ψάλτη, εμφανώς ενοχλημένου για την όλη αποδιοργάνωση.

Ο ψάλτης ατάραχος άνοιξε τη μεγάλη πόρτα της εισόδου και πέταξε με μια κλωτσιά τον σκύλο έξω φωνάζοντας παράλληλα τους άλλους να ειδοποιήσουν ένα ασθενοφόρο. Ο σκύλος κατρακύλησε μ’ ένα αλύχτισμα πόνου στα λευκά σκαλιά ωσότου ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά στο γνώριμο παγωμένο πεζοδρόμιο. Ο σωριασμένος άντρας φαινόταν να μην αναπνέει πια. «Καρδιακή ανακοπή, προφανής υπερέκθεση στο κρύο και σε δυσμενείς συνθήκες ζωής», είπε η γιατρός.

-Στις θέσεις σας κύριοι. Συνεχίζουμε ακάθεκτοι. Αύριο είναι η μεγάλη μέρα. Πρέπει να διαπρέψουμε. Πάμε ξανά.

Ο Ναός την Ημέρα των Φώτων άνοιξε τις πόρτες του στο καλοντυμένο κοινό που προσήλθε με ανάμικτα συναισθήματα μεταξύ θρησκευτικής κατάνυξης και κοσμικής επιδεικτικής διάθεσης στο υπέρλαμπρο εσωτερικό του. Ο ένας κοιτούσε εξονυχιστικά τον άλλο έχοντας πλήρη επίγνωση ότι είναι η νοοτροπία των άλλων αυτή που μας καθορίζει.

Αφού μαζεύτηκαν σιγά σιγά άναψαν τα κεριά τους, προσκύνησαν την εικόνα του ομώνυμου Αγίου του Ναού και βολεύτηκαν σε στασίδια και καθίσματα, ενώ αρκετοί έμειναν όρθιοι. Τα τηλεοπτικά συνεργεία των καναλιών ήταν ήδη παρόντα. Ο χώρος ασφυκτικά γεμάτος οι αριστεροί και δεξιοί ψάλτες στα πόστα τους έτοιμοι για τη μεγάλη αναμέτρηση. Ο κορακόμορφος πρωτοψάλτης ήταν έτοιμος να τους ραμφίσει με την ασυναγώνιστη χροιά της ιδιαίτερης φωνής του και με την σύμπραξη της ομάδας του. Δεν έβλεπε την ώρα να πρωταγωνιστήσει. Τέτοιο κοινό. Επώνυμοι. Επίσημοι. Η ανυπομονησία του κορυφωνόταν.

Η Ακολουθία των Φώτων άρχιζε σε μια πολυτελή ατμόσφαιρα. Φώτα, χρυσάφια, λιβάνια, μια διαμαντένια τιάρα και εκτυφλωτικά άμφια σκόρπιζαν μαθήματα χρυσόσκονης μέσα σε αόρατα νέφη αναμμένων κεριών και καντηλιών.

Ένα νεύμα του δίνει το πρόσταγμα να ξεκινήσει. Καθαρίζει τον λαιμό του με ένα βήξιμο ξερό και διακριτικό. Υψώνει σαν ξίφος την πελώρια σουβλερή μύτη του στον θόλο, ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στην τοιχογραφία με το πρόσωπο του Ιησού που έμοιαζε να τον βλέπει. Είναι η ώρα.

Ανοίγει το στόμα διαβάζοντας από μέσα του την αρχή του ύμνου. Φουσκώνει με αέρα την κοιλιά του δίνει ώθηση στη φωνή του να βρει τις αποχρώσεις της. Όμως τι παράξενο οι νότες πνίγονται στο λαρύγγι του. Ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό όμοιο λύκου ξεχύνεται από τα βάθη του λαιμού του. Ένα εκκωφαντικό αλύχτισμα σκύλου αντιλαλεί στα τοιχώματα του Ναού, σκίζει τον λιβανισμένο αέρα, ανατριχιάζοντας άντρες, γυναίκες, νέους, γέρους, παιδιά.

Τα γένια του Μητροπολίτη σηκώνονται όρθια στον αέρα σαν ένα αόρατο χέρι να τα τραβάει από ψηλά. Η αδαμαντοστόλιστη τιάρα ανασηκώθηκε στροβιλίστηκε στον αέρα κι έπεσε με πάταγο στο πάτωμα.

Μετά το σοκ του σκυλίσιου ύμνου, τον λιπόθυμο πρωτοψάλτη που δεν πρόλαβε να καταλάβει τι του είχε συμβεί και γάβγιζε αντί να ψέλνει, πάνω στην αναμπουμπούλα και το σούσουρο του έκπληκτου και σοκαρισμένου κόσμου οι δεξιοί ψάλτες αποφάσισαν να σώσουν την κατάσταση. Ξεκίνησαν να ψέλνουν στις πιο υψηλές συχνότητες των αντοχών των φωνητικών τους χορδών. Οι φωνές τους σαν μαγεμένες ανέβαζαν οκτάβες, πρόσθεταν κορώνες, οι ήχοι των ψαλμών ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά. Όλο και πιο ψηλά. Ώσπου συντονίστηκαν με τον κάθε θόρυβο, τον κάθε κραδασμό μέσα στον ανάστατο Ναό, υπερπολλαπλασιάζοντας τη δόνηση του ήχου. Οι ήχοι ξέσπασαν σε στρίγκλους υπερήχους σπάζοντας τα κρύσταλλα των πολυελαίων που εκτινάσσονταν σαν επιθετικό χαλάζι με ιλιγγιώδη ταχύτητα στα κεφάλια των αιφνιδιασμένων παρευρισκομένων. Την ίδια στιγμή τα περίτεχνα βιτρό τζάμια που κοσμούσαν μεγάλο τμήμα του θόλου και των ψηλών τοίχων του Ναού άρχισαν να ραγίζουν και να σπάνε ένα ένα εκσφενδονίζοντας σαν γυάλινους ιπτάμενους δίσκους τα πολύχρωμα κομμάτια τους στον πανικόβλητο κόσμο που άρχιζε να ποδοπατείται προκειμένου να βγει από τον στοιχειωμένο Ναό. Τα τζάμια που προστάτευαν τις πελώριες εικόνες των Αγίων στο Ιερό θρυμματίστηκαν κι αυτά. Οι εικόνες έπεσαν προς τα εμπρός με πάταγο σαν ξύλινες βαριές πόρτες. Τα αναμμένα καντήλια με τις μακριές αλυσίδες στροβιλίζονταν στον αέρα σαν δαιμονισμένα.

Ο Ναός εγκαταλείφθηκε. Πολύς κόσμος είχε τραυματιστεί από θραύσματα. Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν περικυκλώσει το Ναό στο προαύλιο κι έπαιρναν εξωτερικές λήψεις. Οι δημοσιογράφοι έδιναν όλοι μαζί παράλληλα ρεπορτάζ προσπαθώντας να διαφωτίσουν το παράλογο ανεξήγητο συμβάν.

Ένα πυκνό χιόνι άρχισε να πέφτει. Αφράτες νιφάδες τρύπωναν από κάθε ακάλυπτο άνοιγμα στο εσωτερικό του Ναού. Σύντομα το χιόνι άρχισε να στοιβάζεται σε κάθε σημείο αφήνοντας πίσω του λευκά αφράτα μαξιλαράκια. Το χιόνι έπεφτε βαρύ πάνω στο αριστερό υπερυψωμένο ξυλόγλυπτο ψαλτήριο. Γρήγορα σκέπασε το αναλόγιο τα στασίδια των ψαλτών, τα μαύρα δερματόδετα Ευαγγέλια. Το χιόνι έπεφτε πυκνό πάνω σ’ ένα σωριασμένο λιπόσαρκο κορμί.

Πίσω από το ψαλτήριο που τόσο αγαπούσε, ο λιπόθυμος κορακόμορφος ψάλτης που με την πτώση το κεφάλι του καρφώθηκε στο αιχμηρό νύχι στο ένα από τα λιονταρίσια πόδια του ξύλινου θρόνου και τώρα ακατάπαυστα αιμορραγούσε, αυτός ο ψάλτης με τη θεϊκή φωνή που κανείς μέσα στον πανικό δεν θυμήθηκε ν’ ανασηκώσει, ξεψυχούσε ανήμπορος κι αθέατος κάτω από το βάρος και το ψύχος ενός λευκού άμφιου χιονιού και θανάτου.

Δείτε όλα τα σχόλια