Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Από τη Μπαρντό στην Τριρβελέρ

Την περασμένη εβδομάδα γράφαμε για τα ιδεολογικά πισωγυρίσματα της (ελληνικής) συντηρητικής παράταξης. Σήμερα θα γράψουμε για τα πισωγυρίσματα της (γαλλικής, αλλά και η ελληνική δεν πάει πίσω) προοδευτικής παράταξης.

Την περασμένη εβδομάδα γράφαμε για τα ιδεολογικά πισωγυρίσματα της (ελληνικής) συντηρητικής παράταξης. Σήμερα θα γράψουμε για τα πισωγυρίσματα της (γαλλικής, αλλά και η ελληνική δεν πάει πίσω) προοδευτικής παράταξης.

Στα μέσα της δεκαετίας του '50 ενώ μαινόταν ο πόλεμος της Αλγερίας και η γαλλική Δεξιά έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει την αποικία γαλλική, στον κινηματογράφο εμφανίστηκε ένα θηλυκό που έμελλε να αλλάξει για πάντα την εικόνα του γυναικείου πρότυπου σε όλο τον κόσμο. Η σεξουαλικότητά της δεν είχε καμιά σχέση με το φτιασιδωμένο μοντέλο της Μέριλιν Μονρόε, η γύμνια της είχε κάτι από τη φυσικότητα ενός ζώου, τα χτενίσματά της δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τους κομμωτήριο, και η σχέση της με τους άντρες ήταν μια διαρκής διεκδίκηση μιας πρωτόφαντης ισότητας. Το όνομά της Μπριζίτ Μπαρντό. Τη λάτρευαν εκατομμύρια άντρες σε όλο τον κόσμο, και τη μισούσαν άλλοι τόσοι, όλοι όσοι στο πρόσωπό της έβλεπαν τον κίνδυνο να ξεπεραστεί ο συντηρητικός μικροαστισμός που ήθελε παγιωμένες τις σχέσεις των δύο φύλων και τις «πατροπαράδοτες» ηθικές και σεξουαλικές αξίες.

Ήταν τέτοια η λύσσα του κατεστημένου κατά της Μπαρντό που ακόμα και η φιλοφασιστική και εθνικιστική οργάνωση OAS (ιδρύθηκε το 1961 με το σύνθημα «η Αλγερία να μείνει γαλλική») απειλούσε να την σκοτώσει αναγκάζοντας την ηθοποιό να συνοδεύεται για κάποιους μήνες από αστυφύλακες στις μετακινήσεις της. Όμως το ποτάμι δεν πήγαινε πίσω. Η Αλγερία δεν έμεινε γαλλική και οι γυναίκες άλλαξαν για πάντα νοοτροπία - και εμφάνιση.

Πολλά χρόνια αργότερα, και ενώ η Γαλλία στη συνείδηση όλης της υφηλίου πήρε τη θέση της κοινωνικά πιο προοδευτικής χώρας, με έναν λαό που δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του στο θέμα των ατομικών και ιδιωτικών δικαιωμάτων, ξαφνικά κάτι φάνηκε να αλλάζει. Η γερασμένη Μπαρντό ξέχασε τον παλιό, καλό της εαυτό και έγινε συντηρητικότερη των συντηρητικών, ο νόμος που επέτρεπε τον γάμο μεταξύ ανθρώπων του ιδίου φύλου κατέβασε στους δρόμους εκατομμύρια ανθρώπους που κραύγαζαν ότι με τον νόμο θα πεθάνει η αγία παραδοσιακή οικογένεια (λες κι ο νόμος επέβαλε ένα πρότυπο γάμου) και ο σεξουαλικά υπερδραστήριος αλλά ικανότατος για τη θέση του Προέδρου Στρος Καν είδε να γίνεται ρεντίκολο από τα ΜΜΕ όλου του κόσμου - ανάμεσά τους, πρώτα και καλύτερα, τα γαλλικά.

Η εμφανής πλέον αλλαγή στα ήθη ήρθε να ολοκληρωθεί με την υπέρμετρη δημοσιότητα που δόθηκε στον χωρισμό του Ολάντ από τη σύντροφό του Τριρβελέρ και την ερωτική του σχέση με μια ηθοποιό. Τόση δημοσιότητα δεν είχε δοθεί ποτέ σε μια καθαρά ιδιωτική υπόθεση, ούτε καν όταν αποκαλύφθηκε ότι ο Μιτεράν είχε μια εξώγαμη κόρη. Και να σκεφτεί κανείς ότι, σύμφωνα με τα μικροαστικά μέτρα και σταθμά, δεν υπήρχε καν γάμος, και ότι ο τίτλος της «πρώτης κυρίας» είχε δοθεί μάλλον αυθαίρετα (πάντα με τα «comme il faut» σταθμά) στη σύντροφο του προέδρου.

Βεβαίως μια γαργαλιστική ιστορία πάντα ενδιαφέρει τα ΜΜΕ - δεν είναι αυτό το νέο στοιχείο. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι η στάση των πρωταγωνιστών: με την εξαίρεση της νέας ερωμένης του προέδρου που κρατήθηκε μακριά από το ρεζιλίκι, τόσο ο Ολάντ όσο και η Τριρβελέρ χειρίστηκαν το θέμα λες και απολάμβαναν τη διαπόμπευση. Ειδικά η «πρώτη κυρία» (δημοσιογράφος η κυρία κι όχι κάποια άμαθη νοικοκυρούλα από λαϊκά στρώματα) που ένιωσε σαν να έπεσε «από ουρανοξύστη», που μπήκε με ταρατατζούμ στο νοσοκομείο λόγω κατάθλιψης και που απειλεί να γράψει βιβλίο για το δράμα της, χρησιμοποίησε όλη τη λαϊκίστικη γκάμα των τηλεοπτικών ριάλιτι, αποδεικνύοντας ότι μια (αριστερή) «πρώτη κυρία» μπορεί να είναι ό,τι πιο συντηρητικό και παρωχημένο υπάρχει. Το πρότυπο που το ζεύγος έδωσε στον κόσμο είναι ότι, στα χειρότερα, οι πολιτικοί είναι πράγματι κοντά στον λαουτζίκο, και ότι η κομψή κυρία που συνόδευε τον πρόεδρο σε όλες τις επίσημες εκδηλώσεις ήταν απλώς μια κότα περιωπής.

Η κυβέρνηση σκοτώνει το ποιοτικό βιβλίο

Πάντα υπάρχει κάποιος φωστήρας γραφειοκράτης, στις Βρυξέλλες ή στην Αθήνα, ο οποίος αποφασίζει ότι, για το καλό μας, πρέπει να καταστρέψει και όσα λίγα θετικά στοιχεία μπορούμε να έχουμε στη νομοθεσία της χώρας μας. (Εκτός κι αν δεν είναι απλώς φωστήρας αλλά διπλός, τεράστιος, επιτήδειος φωστήρας, που παίρνει τις μίζες του από μεγάλες εταιρείες για να προωθήσει συγκεκριμένα συμφέροντα που μυρίζουν ολιγοπώλιο).

Η ενιαία τιμή του βιβλίου είναι ένα μέτρο που ισχύει σχεδόν σε όλη την Ευρώπη και που σκοπό έχει να προστατεύσει αφενός τους καταναλωτές και αφετέρου τους εκδότες και τους μικρούς βιβλιοπώλες. Η ενιαία τιμή καθορίζει ότι για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (στην Ελλάδα τα δύο χρόνια) η τιμή του βιβλίου δεν μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί πέρα από κάποια συγκεκριμένα όρια (στην Ελλάδα το 10% της τιμής εξωφύλλου). Το μέτρο επιτρέπει στο μικρό βιβλιοπωλείο να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις (ή εν πάση περιπτώσει όσο αυτό είναι δυνατόν) τις μεγάλες αλυσίδες, και στους εκδότες να συνεχίσουν να εκδίδουν βιβλία που δεν θα έχουν ως μοναδικό τους κριτήριο το εμπόριο και τα μεγάλα τιράζ.

Αν, για παράδειγμα, καταργηθεί η ενιαία τιμή, μια τεράστια αλυσίδα (ας πούμε το Άμαζον) θα μπορεί να ανεβοκατεβάζει τις τιμές όπως εκείνη θα θέλει, εξαφανίζοντας σιγά-σιγά τους άλλους βιβλιοπώλες οι οποίοι δεν θα μπορούν να παρακολουθούν τους ελιγμούς της. Κι όταν η αλυσίδα αυτή γίνει μονοπώλιο ή σχεδόν, τότε θα μπορεί να εκβιάζει ποικιλοτρόπως τους εκδότες: θα μπορεί να ζητάει υπερβολικές εκπτώσεις (λέγεται ότι σε κάποιες χώρες το Άμαζον απαιτεί από τους εκδότες εκπτώσεις της τάξης του 75%, αφήνοντας τον εκδότη με ένα μίζερο 25% να πληρώνει δικαιώματα, χαρτί, συγγραφείς, μεταφραστές, εκτύπωση, βιβλιοδεσία κ.λπ. κ.λπ.) Αυτό, όπως είναι εμφανές, θα αυξήσει την ανεργία και θα εξαφανίσει τα ποιοτικά και μη εμπορικά βιβλία από την αγορά και θα δίνει το δικαίωμα στο μονοπώλιο να επιλέγει αυτό τα βιβλία που θα πουλάει.

Στην καλύτερη λοιπόν περίπτωση η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου είναι μια αψυχολόγητη και ανεπαρκής ενέργεια, στη χειρότερη ένα μέτρο που εξυπηρετεί πονηρούς σκοπούς. Το χειρότερο είναι ότι έτσι όπως το προωθεί για ψήφιση η κυβέρνηση, μαζί με άλλα άσχετα μεταξύ τους μέτρα, ούτε σοβαρή συζήτηση μπορεί να γίνει ούτε δίνεται η ευκαιρία στους βουλευτές να ψηφίσουν κατά συνείδηση.

Τόσο ο κ. Σαμαράς όσο και ο κ. Βενιζέλος υπήρξαν υπουργοί Πολιτισμού. Να υποθέσουμε ότι, παρά το μηδαμινό ενδιαφέρον που έδειξαν για τα θέματα του βιβλίου, θα μπορούσαν να το ξανασκεφτούν;

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία

Ολόκληρη η χθεσινή ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Στ. Πέτσα ήταν αφιερωμένη στο θέμα της ανομίας. Η κυβέρνηση παίζει το χαρτί της «μηδενικής ανοχής» και κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για ψυχική συνδρομή στους μπαχαλάκηδες.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο