Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια «Εστία» έκλεισε

Από τον ΑΝΤΑΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ Όση χαρά μπορεί να νιώθει κανείς όταν βλέπει ζωντανό και υγιές το μικρό ιστορικό μαγαζάκι του "Ίκαρου" στην οδό Βουλής, άλλη τόσο θλίψη μπορεί να νιώσει με το κλείσιμο του...

Από τον ΑΝΤΑΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

Όση χαρά μπορεί να νιώθει κανείς όταν βλέπει ζωντανό και υγιές το μικρό ιστορικό μαγαζάκι του "Ίκαρου" στην οδό Βουλής, άλλη τόσο θλίψη μπορεί να νιώσει με το κλείσιμο του Βιβλιοπωλείου της Εστίας στην οδό Σόλωνος. Κι έχει απόλυτο δίκιο ο Αλέξης Παπαχελάς, που, σε ένα νοσταλγικό μικρό κείμενό του στην «Καθημερινή», εκφράζει τη στενοχώρια του που «ζούμε σε μια πόλη η οποία δεν μπορεί να προστατεύσει τα σημεία αναφοράς της κάθε γενιάς και τα παραδοσιακά της στέκια». Διότι, κρίση ή όχι, η ιστορία σε αυτή την πόλη, σε αυτή τη χώρα, επαναλαμβάνεται: η Ιστορία -αυτή τη φορά με Ι κεφαλαίο- διώκεται, διαγράφεται, χάνεται. Άλλοτε με τη βοήθεια απαίδευτων πολιτικών, άλλοτε με πρωτοβουλία άξεστων εκμεταλλευτών, πολύ συχνά με τη συνεργία των απλών πολιτών.

Το Βιβλιοπωλείο της Εστίας είναι ένα κομμάτι ιστορίας που, από το περασμένο Σάββατο, έπαψε να υπάρχει. Έπεσε κι αυτό θύμα της κρίσης στον χώρο του βιβλίου, που μετράει ήδη το κλείσιμο τουλάχιστον ενός εκδοτικού οίκου (τα «Ελληνικά γράμματα», που δεν πήγαινε καλά ούτε προ κρίσης αλλά που με την κρίση το συγκρότημα Λαμπράκη αποφάσισε να μην στηρίξει αφήνοντας κατά μέρος τις φιλοδοξίες του να έχει μια ισχυρή παρουσία στον εκδοτικό χώρο), το λουκέτο μερικών όχι γνωστών στο ευρύ κοινό χονδρεμπόρων και τυπογραφείων, μια σειρά από ανεξόφλητα χρέη από πλευράς βιβλιοπωλών προς τους εκδότες, και εκδοτών προς διάφορους προμηθευτές, καθώς και μια μεγάλη -συχνά καλυμμένη- ανεργία στον χώρο.

Το Βιβλιοπωλείο της Εστίας υπήρξε από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα βιβλιοπωλεία της Αθήνας. Αχώριστο αδελφάκι των ομώνυμων εκδόσεων (που, ευτυχώς, εξακολουθούν απρόσκοπτα τη δραστηριότητά τους, και το οποίο διευθύνει η Εύα Καραϊτίδη), το Βιβλιοπωλείο της Εστίας μπορούσε να υπερηφανεύεται για τέσσερα πράγματα: για την καλή ενημέρωσή του σε τίτλους, για τους καλούς πωλητές του (η πασίγνωστη Μαρία έμεινε πιστή ώς το τέλος, στα χαρακώματα) που ήξεραν όχι μόνο τι κυκλοφορεί αλλά και τη διαφορά μεταξύ Λέσινγκ και Χίσλοπ, την καλή του πελατεία (διανοούμενοι, κατά κύριο λόγο, αλλά και φοιτητές και νέα παιδιά) και, βεβαίως, την παρουσία της Μάνιας Καραϊτίδη, της «κυρίας Μάνιας», η οποία, ως ακοίμητος φρουρός και με όπλα λίγη τσικουδιά και ένα μπολ με στραγάλια, έδινε ζωή και χρώμα στο βιβλιοπωλείο.

Από το μικρό γραφείο της Μάνιας, που δεν φοβόταν να δείξει τον κουρνιαχτό του χρόνου και της παράδοσης στα έπιπλα, στα μικροαντικείμενα, στους πίνακες στους τοίχους, πέρασαν όλοι οι Έλληνες συγγραφείς, είτε εκδίδονταν στην «Εστία» είτε όχι. Μέσα σε εκείνο το μικρό γραφείο έγιναν χιλιάδες συζητήσεις (και χιλιάδες... τοπικοί μικροκαβγάδες), γεννήθηκαν χιλιάδες ιδέες, καταστρώθηκαν χιλιάδες σχέδια. Ήταν ένα από τα ζωντανά στρατηγεία της ελληνικής βιβλιοφιλικής ζωής, με τη Μάνια να προεδρεύει, να συντονίζει, να καταλαγιάζει, να προκαλεί. Το γραφείο της ήταν πάντα ανοιχτό, δεν έκλεινες ποτέ ραντεβού, μπορούσες να πας για μια δουλειά και να φύγεις έχοντας τελείως άλλα πράγματα στο νου σου. Και η ίδια, που καμωνόταν την αυστηρή, ξεχείλιζε από χιούμορ και αισιοδοξία.

Δεν ξέρω αν και πόσα λάθη από επιχειρηματική άποψη έγιναν, και το καλό βιβλιοπωλείο άρχισε σιγά-σιγά να χάνει την αίγλη και την πελατεία του. Γεγονός είναι ότι τα λίγα τελευταία χρόνια -σίγουρα έπαιξε ρόλο και η απουσία της Μάνιας λόγω προβλημάτων υγείας- το βιβλιοπωλείο είχε χάσει τη δυναμική του, και δεν ήταν σε θέση να κάνει τις παραγγελίες που έκανε κάποτε. Κάποιοι λένε ότι ο Γιάννης Καραϊτίδης, που είχε αναλάβει τη διεύθυνση, συνέχισε -σε καιρούς δύσκολους- την ίδια γενναιόδωρη πολιτική που είχε πάντα η οικογένειά του. Κάποιοι άλλοι λένε ότι απλώς δεν θέλησε να υπακούσει στις σειρήνες των καιρών που απαιτούσαν άλλα μάρκετινγκ, άλλα ήθη, άλλες συνήθειες.

Και ξαναγυρνάμε στην αρχή αυτού του σημειώματος. Αυτή η πόλη, αυτή η χώρα, δεν είναι σε θέση να κρατήσει ζωντανή την ιστορία της, τις παραδόσεις της.

Βεβαίως, η ζωή προχωράει μπροστά δίχως να κοιτάει τη δική μας μελαγχολία. Νέα βιβλιοπωλεία γεννήθηκαν, περισσότερο προσαρμοσμένα στην αισθητική και τις ανάγκες ενός νεότερου κοινού. Μερικά από αυτά (ελάχιστα, για να λέμε την αλήθεια) κάνουν, μάλιστα, εξαιρετικά καλή δουλειά φέρνοντας τους φίλους του βιβλίου στον χώρο τους με χίλιους δύο τρόπους, βρίσκοντας την ισορροπία ανάμεσα στη βιβλιοφιλική επάρκεια και μια σύγχρονη μαρκετίστικη αντίληψη.

Να σημαίνει, όμως, αυτό ότι η μοίρα της «Εστίας» ήταν προδιαγραμμένη; Δεν το πιστεύω. Σε όλες τις πρωτεύουσες του κόσμου, τα νέα, μοντέρνα βιβλιοπωλεία συμβιώνουν με τα παλιότερα, αφού εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν τη μυρωδιά των παλιών βιβλιοπωλείων από εκείνη των νέων. Το ωραιότερο, μάλιστα, βιβλιοπωλείο που έχω δει στη ζωή μου, στο Μπουένος Άιρες, είναι ένα βιβλιοπωλείο απολύτως σύγχρονο που όμως στεγάζεται σε ένα παλιό θέατρο με θεωρεία και πολυελαίους, και τη σκηνή διαμορφωμένη έτσι ώστε να λειτουργεί ένα μικρό καφέ. Το παλιό με το καινούργιο. Και η διάθεση των ανθρώπων να κοιτάνε μπροστά κρατώντας ταυτόχρονα ζωντανή στο νου τους την ιστορία τους.

 

Παραλειπόμενο

Σε μια από τις «Τέσσερις αθηναϊκές ιστορίες» της περασμένης Κυριακής, έγραφα για τη νέα συνήθεια των ταξιτζήδων να κάνουν πιάτσες (αφού λόγω κρίσης η πελατεία μειώθηκε και τα καύσιμα ακρίβυναν) όπου τους αρέσει, χωρίς -από ό,τι μου λένε- κάποιο σχεδιασμό σε συνεργασία με την τροχαία και τον δήμο αυτής της υπέροχης πόλης στην οποία πολλοί από εμάς ζούνε. Η φίλη Ε.Κ., χρόνια τώρα προσεκτική αναγνώστρια της στήλης, μου επισήμανε και ένα από τα παραλειπόμενα της νέας αυτής μάστιγας.

Κολωνάκι, γωνία Σουηδίας και Μαρασλή. Από έναν στενό δρόμο σε έναν άλλο στενό δρόμο, ο οποίος μάλιστα είχε από πάντα μεγάλο πρόβλημα στην απρόσκοπτη διακίνηση των αυτοκινήτων. Οι ταξιτζήδες αποφάσισαν ότι το σημείο αυτό είναι κατάλληλο για να εγκαταστήσουν την πιάτσα τους. Αδιαφορώντας για τα περαιτέρω.

Οι ταξιτζήδες όμως είναι, κι αυτοί, άνθρωποι. Με τις φυσικές ανάγκες τους. Τις οποίες, μην έχοντας πού αλλού να τις ικανοποιήσουν, τις διοχετεύουν στο πεζοδρόμιο. Ακριβώς έξω από το σχολείο. Ακριβώς στο κέντρο της πόλης με τα υψηλά ενοίκια και την όχι αμελητέα τουριστική κίνηση. Χαρίζοντας, εκτός από υπέροχες μυρωδιές, κι ένα καλό παράδειγμα πολιτισμού στα παιδιά.

Εννοείται, η παρουσία τροχονόμων και δημοτικών αστυνομικών -το έγραφα και την περασμένη Κυριακή- εξαντλείται στην αυστηρή τήρηση των κανόνων παρκαρίσματος των υπόλοιπων αυτοκινήτων (η Σουηδίας, άλλωστε, είναι από τα αγαπημένα τους μέρη για να βάζουν πρόστιμα). Σε όλα τα υπόλοιπα (μεταξύ των οποίων και οι αναμμένες μηχανές των παρκαρισμένων ταξί που βοηθούν να έχουμε καθαρή ατμόσφαιρα στην πόλη) κάνουν τα στραβά μάτια. Κι από το πολύ να κάνουν τα στραβά μάτια, αυτοί όπως κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι, έγιναν, γίναμε αλλήθωροι.

Δείτε όλα τα σχόλια