Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σερενάτες του χθες, σερενάτες του σήμερα

ΕΥΡΩΚΙΝΗΣΗ

Σου έρχεται αυθόρμητο, στην περίπτωση του Ζουλφί Λιβανελί, ο νους σου να πηγαίνει στην αντιστασιακή και τη μουσική του ιδιότητα. Άλλωστε οι περισσότεροι ως πολιτικό...

Σου έρχεται αυθόρμητο, στην περίπτωση του Ζουλφί Λιβανελί, ο νους σου να πηγαίνει στην αντιστασιακή και τη μουσική του ιδιότητα. Άλλωστε οι περισσότεροι ως πολιτικό τραγουδοποιό τον γνωρίσαμε, και μάλιστα στην Ελλάδα τραγουδισμένο από την υπέροχη φωνή και το ήθος της Μαρίας Φαραντούρη. Ίσως όμως κάτι τέτοιο να μην είναι και απόλυτα δίκαιο. Διότι με πέντε βιβλία στην πλάτη του -τόσα είναι μεταφρασμένα στην Ελλάδα, όλα από τις εκδόσεις Πατάκη- ο συγγραφέας Λιβανελί διεκδικεί πλέον τον δικό του, αυτόνομο και απολύτως διακριτό χώρο από τον μουσικοσυνθέτη Λιβανελί. Κι ας είναι η μήτρα, η υφολογική προσέγγιση, η πρόθεση και η συγκίνηση ίδιες.

H «Σερενάτα», το πιο πρόσφατο από τα μυθιστορήματα του Λιβανελί, που μόλις κυκλοφόρησε και στη χώρα μας (μτφρ. Θάνος Ζαράγκαλης), έχει πολλή μουσική μέσα της. Μουσική στην πλοκή της -δύο σερενάτες, η μία του Σούμπερτ- αλλά και μουσική στη γραφή της -ένα ορμητικό ποτάμι που συμπαρασύρει τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Κι αυτή η μουσική, η άλλοτε τραγική και άλλοτε παρηγορητική, ακολουθεί διαρκώς τον αναγνώστη έτσι όπως αυτός, περίπου σαν σε αστυνομικό μυθιστόρημα, ανεβαίνει ένα-ένα τα σκαλοπάτια της συγκλονιστικής ιστορίας που διηγείται ο Λιβανελί.

Ναι, μια συγκλονιστική ιστορία. Από αυτές που όλο και πιο σπάνια διαβάζουμε στη σύγχρονη λογοτεχνία. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη σημερινή Κωνσταντινούπολη. Κεντρικός χαρακτήρας μια γυναίκα, η Μάγια Ντουράν, 36 χρονών, που δουλεύει ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Ιστανμπούλ. Η Μάγια καλείται να υποδεχτεί και να συνοδεύσει στις λίγες μέρες της διαμονής του έναν διάσημο καθηγητή γερμανικής καταγωγής που έρχεται από τις ΗΠΑ, 87 χρονών -οι ηλικίες παίζουν μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, γι' αυτό και τις αναφέρω.

Η νεαρή Μάγια θα γοητευτεί από τον ηλικιωμένο καθηγητή ο οποίος, μέσα σε λίγες μέρες, θα τις ανοίξει τη μία μετά την άλλη πολλές πόρτες: την πόρτα της Ιστορίας, την πόρτα του μυστηρίου που περιβάλλει το παρελθόν του, αλλά και την πόρτα των δικών της φόβων, της δικής της ουσιαστικά άβουλης ζωής.

Δίπλα στον καθηγητή η Μάγια Ντουράν, γυναίκα ανεξάρτητη, μορφωμένη και δραστήρια θα ανακαλύψει ότι καμιά από τις βεβαιότητές της δεν έχει πραγματική βάση: η πατρίδα της δεν είναι πάντα αυτή που δείχνει πως είναι, η θέση της ως γυναίκας δεν είναι πάντα αυτή που νομίζει πως έχει κατακτήσει, η σχέση με τον γιο της δεν είναι τόσο προδιαγραμμένη όσο θεωρούσε πως ήταν, η οικογενειακή της ιστορία δεν είναι τόσο γραμμική όσο η ίδια πάντα ήθελε να πιστεύει και η θρησκεία πολύ πιο δυνατή από όσο η ίδια θεωρούσε.

Η ζωή της Μάγιας θα αλλάξει μια κρύα νύχτα, σε μια αφιλόξενη παραλία της Μαύρης Θάλασσας, όπου θα την οδηγήσει ο γέρος καθηγητής. Τα τεράστια κύματα, ένα βιολί, μια σερενάτα, ένας χαμένος στο παρελθόν έρωτας, ο θάνατος που έρχεται να καλύψει με τα μαύρα φτερά του την ιδιωτική αλλά και τη συλλογική ιστορία.

Ο Λιβανελί, σιγά-σιγά, και χρησιμοποιώντας -όπως λέει κάπου ο ίδιος- τον παλιό, σοφό ανατολίτικο τρόπο αφήγησης, θα μας πάει εβδομήντα χρόνια πίσω, στα χρόνια του πολέμου, όταν ένα καράβι με 769 Εβραίους, για τους οποίους κανένας δεν ενδιαφέρεται και όλοι διώχνουν μακριά, θα βυθιστεί αύτανδρο παίρνοντας στον βυθό το ανθρώπινο φορτίο του, ανθρώπους που το μόνο κακό που είχαν κάνει είναι ότι είχαν γεννηθεί σε μια φυλή και με μια θρησκεία που οι προκαταλήψεις θεωρούσαν μολυσμένη.

Κι εκεί, μέσα στην ομίχλη της μεγαλύτερης τραγωδίας του 20ού αιώνα, θα παρακολουθήσουμε να ξεδιαλύνεται μπροστά μας το μυστικό του γέρου καθηγητή -μια ερωτική ιστορία από αυτές που μόνο η ζωή μπορεί να γεννήσει και μόνο η λογοτεχνία μπορεί να αφηγηθεί-, μια ερωτική ιστορία της οποίας η μοίρα θα μείνει για πάντα δεμένη στη μνήμη μας με τη συλλογική ιστορική φρίκη.

Το βιβλίο του Λιβανελί είναι από τα βιβλία που δεν ξεχνάς εύκολα. Και παρότι όλοι έχουμε διαβάσει πολλές ιστορίες από τον πόλεμο, ιστορίες που μας έχουν κάνει να κλάψουμε, να οργιστούμε, να αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε "μα πώς ήταν δυνατόν;" και να φωνάξουμε με βουβή κραυγή μέσα μας "ποτέ πια κάτι τέτοιο", η δύναμη της ιστορίας αυτού του βιβλίου είναι τέτοια που σε κάνει να μένεις άφωνος, άφωνος και συγκινημένος.

Διότι η ιστορία που αφηγείται ο Λιβανελί δεν είναι μόνο τούρκικη, ούτε αφορά μονάχα το παρελθόν. Είναι μια ιστορία σημερινή, που αφορά όλο τον κόσμο. Διότι, όπως θα συνειδητοποιήσει κάποια στιγμή η ηρωίδα του βιβλίου, "η ιστορία του κάθε ανθρώπου μάς ενδιαφέρει όσο και η δική μας. Αρκεί να γίνει αντιληπτή εντός της δικής της πραγματικότητας. Μήπως η κάθε ιστορία, εν τέλει, δεν είναι η ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης; Και της ίδιας της ζωής που συνεχίζει να κυλά ασταμάτητα;".

Ο Λιβανελί, όπως ακριβώς στα τραγούδια του, έχει έντονα ανεπτυγμένη μια πολιτική και κοινωνική συνείδηση. Η "Σερενάτα" είναι γεμάτη, άλλωστε, από μικρές παρατηρήσεις για τη σημερινή ζωή στην Τουρκία, για τις αντιφάσεις, για τον υφέρποντα αυταρχισμό, τις στρατιωτικές δομές, την παιδεία στη γείτονα χώρα ή ακόμα και για τις σχέσεις με την Ελλάδα.

Αυτό όμως που περισσότερο ενδιαφέρει τον Λιβανελί είναι να μας πει ότι την Ιστορία δεν μπορούμε και δεν πρέπει να την καταχωνιάζουμε σε ένα υπόγειο. Υπάρχει ένας αόρατος άρρηκτος δεσμός που ενώνει πάντα το παρελθόν με το μέλλον, τις ιδιωτικές ιστορίες με τα συλλογικά τραύματα. Μονάχα το παρελθόν δίνει ζωή στο μέλλον, μονάχα η συνείδηση προηγούμενων ανθρώπινων ζωών και ιστοριών μπορεί να φωτίσει τη δική μας ζωή και να δώσει νόημα στο δικό μας μικρό σήμερα. Και μόνο αν δείξουμε την αλληλεγγύη μας στο δράμα του άλλου, μπορούμε να βοηθήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό να ζήσει πιο μεστά, και το πέρασμά μας από τη ζωή να έχει ένα νόημα.

Είναι τελικά η προσωπική μας στάση απέναντι στην Ιστορία, αυτό που περισσότερο απασχολεί τον Λιβανελί. Ο καθείς με τα όπλα του, ο καθείς με τις ευθύνες του. Κι αυτό το σαπιοκάραβο με το παράξενο όνομα Στρούμα, που βυθίστηκε με την υπαιτιότητα και τη συνενοχή όχι ενός ή δύο αλλά πέντε κρατών -της Γερμανίας, της Ρουμανίας, της Τουρκίας, της Βρετανίας και της Σοβιετίας- θα μπορούσε να είχε άλλη τύχη αν οι απλοί άνθρωποι, μέσα και έξω από το πλοίο, είχαν μια άλλη στάση, μια στάση αλληλεγγύης και καλοσύνης στον συνάνθρωπό τους.

 

Η Ευρώπη είναι η μοναδική λύση

Στις δύο παρουσιάσεις του βιβλίου του (στα βιβλιοπωλεία «Ιανός» Αθήνας και Θεσσαλονίκης) ο Λιβανελί ρωτήθηκε βεβαίως και για τα πρόσφατα γεγονότα. Αφού επιβεβαίωσε τις φιλελληνικές του διαθέσεις λέγοντας ότι, έστω και μέσω της τηλεταινίας «Σουλεϊμάν», χαίρεται που περάσαμε από το φιλοπολεμικό κλίμα των Ιμίων σε μια στενότερη προσέγγιση των δύο λαών, αναφέρθηκε και στο θέμα της Κύπρου. Είπε ότι όσα συμβαίνουν σήμερα στην Κύπρο δεν μπορεί παρά να θλίβουν οποιονδήποτε νοήμονα άνθρωπο, προσθέτοντας ότι ίσως, αν οι Ελληνοκύπριοι είχαν ψηφίσει διαφορετικά στο σχέδιο Ανάν, τώρα τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Ο ίδιος εξακολουθεί να ελπίζει σε μια λύση του Κυπριακού προς το συμφέρον και των δύο κοινοτήτων. Κι όταν, στο τέλος της παρουσίασης του βιβλίου του στην Αθήνα, κλήθηκε να τραγουδήσει με τη Μαρία Φαραντούρη μερικά τραγούδια του, θυμήθηκε με συγκίνηση και νοσταλγία μια συναυλία που είχαν κάνει οι δύο πάνω στην πράσινη γραμμή, κάτω από μία σημαία, τη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και δεν έκρυψε την απογοήτευσή του που τελικά η προεδρία Χριστόφια τελείωσε χωρίς να γίνουν ουσιαστικά βήματα προσέγγισης των δύο κοινοτήτων.

Επίσης, αυτή τη φορά στη Θεσσαλονίκη, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, είπε ότι εξακολουθεί να πιστεύει στην ενωμένη Ευρώπη, και μάλιστα με την Τουρκία κανονικό μέλος της. «Βεβαίως, αυτή τη στιγμή», πρόσθεσε, «οι Τούρκοι έχασαν τον ενθουσιασμό τους για την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε. αφού βλέπουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ελλάδα και η Κύπρος. Παρότι όμως οι ευρωσκεπτικιστές αυξήθηκαν, εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι για όλους μας η Ευρώπη είναι η μοναδική λύση».

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Κυβέρνηση συνοπτικών διαδικασιών

Η Ν.Δ. ή είναι μεθυσμένη από την επάνοδο στην εξουσία και λαφυραγωγεί ασύστολα ή έχει καβαλήσει το καλάμι και νομίζει ότι το κράτος τής ανήκει, οπότε δεν αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογήσει τις αποφάσεις της ή να τηρήσει κάποια προσχήματα.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο