Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ριζωμένοι στον τόπο

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΟΙΡΑ

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ, Μαύρο Νερό, εκδόσεις Κίχλη, σελ. 77

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δίνει τον κεντρικό ρόλο στον τόπο και το προβάδισμα στο αίσθημα του ανήκειν σ’ αυτόν. Κάπου στην Ήπειρο σε χρόνο μελλοντικό και ακαθόριστο η ζωή, κουτσουρεμένη και λειψή από μια βιβλική καταστροφή, αγκιστρώνεται με επιμονή και πείσμα στα πατρογονικά χώματα. Η μνήμη, ατομική και συλλογική, ριζώνει με γενναιότητα και εγκαρτέρηση στο ερειπωμένο χωριό, που το κατοικούν τώρα πια καμιά δεκαριά άνθρωποι και εξημερωμένα φαντάσματα απόντων. Βρίσκει το ύστατο καταφύγιο στα ακατοίκητα σπίτια με τα σιωπηλά παράθυρα, τις βουβές πόρτες και τα σκονισμένα πορτραίτα των νεκρών χωριανών με τα σοβαρά λυπημένα πρόσωπα. Πεζοπορεί σε δασωμένα ψηλώματα, αναρριχάται σε απάτητες βουνοκορφές, περιπλανάται σε χλοερά βοσκοτόπια, δροσερές νεροσυρμές, σκιερές χαράδρες, κατάφυτες λαγκαδιές, αναμετρώντας με απόγνωση την καταστροφή. Χαρτογραφεί με τις λέξεις μονοπάτια, πλατώματα, εκκλησάκια, ράχες, ρυάκια, λίμνες, ποτάμια, ανάμεσα σε άχρηστα απομεινάρια της «βιομηχανικής ανάπτυξης και της τεχνολογικής προόδου». Εγκαταλειμμένους αγωγούς και αντλίες, σκουριασμένα βυτία και φορτηγά, λείψανα της πετρελαϊκής γεώτρησης, που αφού δηλητηρίασε το περιβάλλον και υπονόμευσε την ζωή του τόπου, εγκαταλείφθηκε. Οι άνθρωποι που έχουν απομείνει είναι κυκλωμένοι από την μόλυνση και την Αρρώστια, που υφαίνει αργά και τελετουργικά το αναπόφευκτο. Αναμασούν μύθους και ιστορούν πάθη, πόθους και παθήματα από ένα απώτερο ή εγγύτερο παρελθόν, περιμένοντας τον θάνατο με πρόσωπα σκληρά, γερασμένα και αδάκρυτα. Εκεί στα απάτητα βουνά και στα μυστικά περάσματα με τον εμβρυουλκό της λογοτεχνίας ανασύρονται ιστορίες σαν εμμονές του μυαλού και σκαλώματα του νου, που ανακαλούν την γοητεία της προφορικής παράδοσης και του κοινοτισμού. Ιστορίες παλιές από αυτές που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, κυκλικά και πολυφωνικά, σαν ηπειρώτικο τραγούδι.

Στην νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου, οι κάτοικοι αρνούνται πεισματικά να αποχωριστούν το ορεινό χωριό τους, ακόμα και όταν όλα έχουν αναπόδραστα κριθεί και χαθεί. Μαζί και ένας πατέρας με το νεαρό ανάπηρο αγόρι του με τα ατροφικά ισχνά άκρα και το ένα γερό φυσιολογικό χέρι, που το ανατρέφει με αμέριστη στοργή και προσήλωση, σαν πολύτιμο φυλαχτό. Τον καθηλωμένο στο κρεβάτι εικοσαετή γιο, καταδικασμένο να παραμείνει βρέφος από τις γενετικές βλάβες που προξένησε η μόλυνση, που αρρώστησε την μάνα και έπειτα την οδήγησε στον θάνατο, όπως και τις περισσότερες γυναίκες των γύρω χωριών. Ακόμα και όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν φύγει ή πεθάνει, μετά την εκτεταμένη οικολογική καταστροφή που δηλητηρίασε ανεπανόρθωτα τον αέρα, τα εδάφη και τα νερά, μολύνοντας στην αρχή τα φυτά και τα ζώα και ξεκληρίζοντας στη συνέχεια τους ανθρώπους, επιμένουν να κατοικούν στο δικό τους χωριό. Αρνούνται να εγκαταλείψουν το σπίτι τους για να πάνε κάπου αλλού. Να μεταστεγαστούν σε χώρους καινούργιους και ασφαλείς αλλά άγνωστους και αβίωτους, προτιμώντας να πεθάνουν με τους λίγους γέρους συντοπίτες τους, εκεί που ανήκουν.

Ο συγγραφέας περιγράφει αντιστικτικά το πριν και το μετά. Την ομορφιά του τόπου, πριν οι εταιρείες τον απομυζήσουν με τις γεωτρήσεις, αποψιλώνοντας τα πανάρχαια δάση, εξαντλώντας τα κοιτάσματα του υπεδάφους σε πετρέλαιο, ανοίγοντας τρύπες, πηγάδια και ορύγματα χρησιμοποιώντας ανεξέλεγκτα παράνομες πρακτικές και άγνωστες ουσίες. Πριν καταστρέψουν καλλιέργειες και βοσκοτόπια, φυτεύοντας γερανούς, αντλίες και δεξαμενές, χαράσσοντας άκριτα δρόμους για τις ανάγκες της παραγωγής και της μετακίνησης. Πριν εγκαταλείψουν χωρίς αιδώ δηλητηριασμένη την ευρύτερη περιοχή και τους κατοίκους της αβοήθητους και αποκομμένους από τον άλλο κόσμο, χωρίς μεταφορικά μέσα, ασφαλή τροφή και καθαρό νερό, χορηγώντας τους ένα πενιχρό βοήθημα επαιτείας που στην συνέχεια θα διακόψουν. Πριν φύγουν αφήνοντας πίσω τους τον τόπο έρημο και λεηλατημένο.

Ένα μικρό, αισθητικά άρτιο βιβλίο, λιτό, συγκινητικό και ευανάγνωστο, που μέσα στον ζόφο και την απόγνωση μιας μη αναστρέψιμης περιβαλλοντικής καταστροφής, επιτρέπει στην ελπίδα να ριζώσει στο ορεινό χωριό. Μέσα από την ανυπότακτη και περήφανη στάση πατέρα και γιου. Μέσα από την αμέριστη αγάπη και αφοσίωση του ενός για τον άλλον και το δέσιμό τους με τον τόπο. «Το σπίτι μου είναι εδώ» θα πει το ανάπηρο παλληκάρι με τα παραμορφωμένα άχρηστα μέλη και θα ονειρευτεί ότι μεταμορφώνεται σε Κένταυρο που καλπάζει στις απάτητες βουνοκορφές και τις δασωμένες πλαγιές της Ηπείρου.

 

* Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Τάξις και Ασφάλεια

Από την επιχείρηση που έκαναν τα ΜΑΤ στα Εξάρχεια, μετά το τέλος της πορείας του Πολυτεχνείου, πληθαίνουν στα κοινωνικά δίκτυα τα βίντεο που δείχνουν τους αστυνομικούς σε ένα ντελίριο φανατισμού να επιδίδονται σε πράξεις αναίτιας βίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο