Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κάτι, επιτέλους, αλλάζει

ΤΟΥ ΑΝΤΑΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ Κάτι αλλάζει. Και πρέπει να το χαιρετίσουμε. Αναφέρομαι στην πολιτική και τη δικαστική βούληση να εντοπίσει και να καταδικάσει όσους χρόνια τώρα, από τις δημόσιες θέσεις...

ΤΟΥ ΑΝΤΑΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗ

Κάτι αλλάζει. Και πρέπει να το χαιρετίσουμε. Αναφέρομαι στην πολιτική και τη δικαστική βούληση να εντοπίσει και να καταδικάσει όσους χρόνια τώρα, από τις δημόσιες θέσεις τους, λυμαίνονται το χρήμα που δεν τους ανήκει. Αναφέρομαι στη διαφθορά που, χρόνια τώρα, πολλά χρόνια τώρα, εξαπλώνεται σαν λαδοκηλίδα, που όλοι την ξέρουν, όλοι τη βλέπουν, και που κανένας ποτέ δεν πήγαινε στη Δικαιοσύνη.

Οι περιπτώσεις Τσοχατζόπουλου και Παπαγεωργόπουλου -ο ένας κόντεψε να είναι πρωθυπουργός μας, ο άλλος θεωρήθηκε πολλές φορές από την πλειοψηφία των δημοτών της Θεσσαλονίκης άξιος να τους κυβερνάει και να τους αντιπροσωπεύει- δείχνει ότι κάτι στην Ελλάδα, επιτέλους, αλλάζει. Ότι η διαφθορά στα ανώτατα κλιμάκια έπαψε πια να θεωρείται «φυσιολογική» και, προ πάντων, ατιμώρητη.

Υπάρχουν, βεβαίως, πάντα και οι δύσπιστοι. Οι επαγγελματίες γρινιάρηδες. Που μιλάνε για την κορυφή του παγόβουνου, που υποστηρίζουν ότι πράξεις σαν αυτές είναι στάχτη στα μάτια του λαού, ότι σκοπό έχουν να κρύβουν άλλες, σοβαρότερες ανομίες. Μπορεί να έχουν και δίκιο. Όμως η έννοια της απόλυτης δικαιοσύνης, της απόλυτης πάταξης της διαφθοράς, εξακολουθεί να είναι ένα ζητούμενο ακόμα και σε δημοκρατίες πολύ πιο εξελιγμένες από τη δική μας, ακόμα και σε κοινωνίες πολύ πιο εύρωστες οικονομικά από τη δική μας. Θα έλεγα ότι εξακολουθεί να είναι ζητούμενο ακόμα και σε ιδεολογίες και συστήματα και κόμματα που επαγγέλλονται μια διαφορετική κοινωνία. Να είναι τυχαίο ότι η διαφθορά στην Ευρώπη χτυπάει με τον ίδιο τρόπο κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς, να είναι τυχαίο ότι και στον «υπαρκτό» όχι μόνο δεν είχε απαλειφθεί αλλά ήταν ένα από τα βασικότερα -αν όχι το βασικότερο- χαρακτηριστικά του πολιτικού εκείνου συστήματος;

Η αρχή όμως έγινε. Και οφείλεται στην πίεση του λαϊκού αισθήματος που, σε αυτή τη χώρα, δεν είχε δει ποτέ κανένα επίσημο (πολιτικό ή επιχειρηματικό ή άλλου είδους) λαμόγιο να ενοχλείται από τη δικαιοσύνη. Σε αυτή τη χώρα όσοι έκλεβαν ήταν σίγουροι ότι δεν θα πάθαιναν ποτέ τίποτα. Και η αλυσίδα δεν είχε τέλος. Και εμείς, οι υπόλοιποι, θεωρούσαμε σχεδόν φυσικό ο τάδε πολιτικός ή ο δείνα μεγαλοεπιχειρηματίας να περιφρονεί τον νόμο και να πλουτίζει. Ένας αταβισμός.

Βεβαίως το λαϊκό αίσθημα πολλές φορές επενδύει υπερβολικές προσδοκίες στην αναζήτηση και καταδίκη ενόχων. Υπάρχει η παγίδα του να πιστέψουμε ότι «όλοι ΕΙΝΑΙ ένοχοι». Ότι όλοι οι γνωστοί πολιτικοί πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης, ότι πρέπει να έρθουν νέα κόμματα, νέες δομές (πόσο μακριά, αλήθεια, είναι αυτά που πρεσβεύουν οι Χρυσές Αυγές όλου του κόσμου;). Υπάρχει ο κίνδυνος, αντί για πραγματικές πολιτικές μεταρρυθμίσεις, να γλιστρήσουμε σε ένα γενικό «εισαγγελικό» κλίμα. Να γίνουμε όλοι εισαγγελείς, να πιστεύουμε ότι, εκτός από τον εαυτό μας και τη μάνα μας, όλοι οι υπόλοιποι είναι απατεώνες.

Η επιχείρηση «Καθαρά χέρια» πριν χρόνια στην Ιταλία έδιωξε τους παλιούς Χριστιανοδημοκράτες και έφερε τον (απείρως χειρότερο) Μπερλουσκόνι. Αποδεικνύοντας ότι η έννοια της κάθαρσης έχει, κι αυτή, τα όριά της.

Να σημαίνουν όλα αυτά ότι πρέπει να σταματήσει η διεργασία που φαίνεται να έχει ξεκινήσει με τους Τσοχατζόπουλο, Παπαγεωργόπουλο και άλλους; Όχι βέβαια! Οι ένοχοι πρέπει να τιμωρούνται, και μάλιστα παραδειγματικά. Απλώς να έχουμε υπόψη μας ότι ένα κλίμα γενίκευσης και στοχοποίησης των πάντων επίσης δεν βοηθά.

 

Το αξιοσημείωτο κονσέρτο

Οι άνθρωποι που αγαπούν τη μουσική της καλύπτουν μια ευρύτατη γκάμα: από τους ειδικούς που σέβονται την αταλάντευτη πίστη της στα ηχοχρώματα τα οποία η ίδια από την αρχή έχει διαλέξει, σε νέους που ανακαλύπτουν στις ενορχηστρώσεις της μουσικές σχολές στις οποίες δεν έχουν ακόμα εντρυφήσει αλλά το αποτέλεσμα τους αρέσει, σε ξένους που ενδιαφέρονται για την ελληνική μουσική χωρίς να προσφεύγουν στο φολκλόρ, μέχρι σε απλούς ακροατές που καθηλώνονται από τις μελωδίες της και από ένα συχνά επαναλαμβανόμενο μουσικό ύφος, που παραμένει αναγνωρίσιμο από κομμάτι σε κομμάτι - και είτε σου αρέσει είτε το απορρίπτεις μια κι έξω.

Ακόμα κι αν δεν είχαμε το μουσικό τοπίο που έχουμε -άνυδρο το τοπίο, οι μετριότητες πολλές, και ηγεμονεύουν- η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου θα ξεχώριζε. Ακόμα κι αν δεν είχε βρει στον δρόμο της τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, η μουσική της πάλι θα έβρισκε τον τρόπο να ξεχωρίσει. Μοναδικό βέβαια όχημα οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της έδωσαν την ευκαιρία να στήσει το σκηνικό του δικού της κόσμου και να κάνει ευρύτερα γνωστές τις συνθέσεις της. Όμως η μουσική της παρουσία γινόταν ήδη έντονα αισθητή από το πρώτο της έργο -αυτό που τουλάχιστον εμείς γνωρίσαμε ως πρώτο της έργο-, τα τραγούδια που είχε γράψει μέσα στη δικτατορία για τη Μαρία Φαραντούρη σε στίχους του Κ. Χ. Μύρη. Τότε, με τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι και τον Ξαρχάκο και τον Σαββόπουλο να μεγαλουργούν, εκείνη η «Μεγάλη αγρύπνια» διεκδικούσε τον δικό της προσωπικό χώρο, αφήνοντας πίσω της ορισμένα πολύ ωραία τραγούδια: θα έλεγα μάλιστα ότι εκείνο το «πλοίο για την άγονη γραμμή» ακόμα σήμερα ταξιδεύει στο μυαλό όσων το γνώρισαν τότε, κι όσων κάθε τόσο το βάζουν και το ξανακούνε.

(Κι όμως τα τραγούδια που ακολούθησαν ήταν λίγα. «Όσα έπρεπε», είχε πει η ίδια η Καραΐνδρου σε μια συνέντευξη που είχε δώσει πριν χρόνια, απαντώντας σε ένα ερώτημα που σκέφτονται -ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που τα καλά τραγούδια έχουν λιγοστέψει απελπιστικά- πολλοί. Μπορείς όμως να αναγκάσεις έναν συνθέτη που προτιμά την χωρίς στίχους μουσική να γράψει τραγούδια; Δεν μπορείς).

Έμεινε ο κινηματογράφος και το θέατρο. Με τα βιολιά, το πιάνο, το σαξόφωνο, και τα άλλα αγαπημένα της όργανα: τα όμποε, τις βιόλες, τις άρπες. Με μια περιρρέουσα λιτότητα και μια αυστηρότητα που ελέγχει την κάθε λεπτομέρεια - ακόμα κι αν η εκτέλεση δίνεται σε ένα ανοιχτό θέατρο βράχων μια καλοκαιρινή βραδιά με ψάθινες καρέκλες. Η μουσική της ακούγεται ίδια, όπως ακούγεται σε μια σοβαρή αίθουσα συναυλιών, κι όπως ακούγεται στα CD. Είναι κι αυτό ένα δομικό στοιχείο της μουσικής της παρουσίας.

Είναι πλέον αρκετά τα CD με έργα της που κυκλοφορούν - κυρίως, αλλά όχι μόνο, με τις «αγγελοπουλικές» μουσικές της. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένας νέος δίσκος -η αφορμή για να γραφτεί τούτο το σημείωμα- με τίτλο «Concert in Athens» (ECM). Και δεν θα είναι ίσως υπερβολή να πει κανείς ότι είναι η καλύτερη, η πιο αντιπροσωπευτική μέχρι σήμερα συλλογή έργων της.

Ηχογραφημένο ζωντανά τον Νοέμβριο του 2010 στο Μέγαρο Μουσικής, με την Καμεράτα και μαέστρο τον Αλέξανδρο Μυράτ, αυτό το αθηναϊκό κονσέρτο περιλαμβάνει έργα από το θέατρο («Ο θάνατος του εμποράκου» όπως τον είδε ο Ζυλ Ντασσέν, τα «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;» και «Ο γυάλινος κόσμος» όπως τα είδε ο Αντώνης Αντύπας), από την τηλεόραση (το «10» της Πηγής Δημητρακοπούλου από το έργο του Καραγάτση) και, βεβαίως, από το σινεμά («Σκόνη του χρόνου», «Αιωνιότητα και μια μέρα», «Το βλέμμα του Οδυσσέα», «Τοπίο στην ομίχλη», «Ο μελισσοκόμος», «Ταξίδι στα Κύθηρα»). Τέσσερις σολίστ: ο Γιαν Γκαρμπάρεκ στο σαξόφωνο, ο Κιμ Κασκασιάν στη βιόλα, ο Βαγγέλης Χριστόπουλος στο όμποε και η ίδια η Καραΐνδρου στο πιάνο.

Μαθαίνω ότι ο δίσκος γνωρίζει, συν τοις άλλοις, και εμπορική επιτυχία - άλλη μια απόδειξη ότι η ποιότητα, η απόρριψη της ευκολίας και το όραμα βρίσκουν πάντα τον τρόπο, ακόμα και στις δύσκολες εποχές, να κερδίσουν τον χώρο τους και τους αποδέκτες τους.

Εγώ, για παράδειγμα, από την ημέρα που κυκλοφόρησε, τον ακούω καθημερινά.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δύο αντιλήψεις, δύο δρόμοι

Μετά τις Πρέσπες, η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση ήταν ακόμα μία καθαρή αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο γραμμές: αυτή που αντιλαμβάνεται ως πρόοδο τον δημοκρατικό θεσμικό εκσυγχρονισμό της...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο