Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

H Χρύσα Σπηλιώτη αγαπούσε τους εφήβους

Η δουλειά του κριτικού είναι συχνά «άχαρη». Χρειάζεται να βάλεις στην άκρη συμπάθειες ή αντιφάσεις, να παρακολουθείς ψύχραιμα, σχεδόν χειρουργικά, να προσπαθείς να «δεις» πίσω από αυτό που βλέπεις,...

Η δουλειά του κριτικού είναι συχνά «άχαρη». Χρειάζεται να βάλεις στην άκρη συμπάθειες ή αντιφάσεις, να παρακολουθείς ψύχραιμα, σχεδόν χειρουργικά, να προσπαθείς να «δεις» πίσω από αυτό που βλέπεις, να γράφεις έτσι ώστε να βοηθάς το θέατρο να πάει ένα βήμα παραπέρα και όχι όπως συχνά συμβαίνει να επιδιώκεις με αφορμή το έργο του άλλου τη δική σου ναρκισσιστική εγγραφή.

Ωστόσο σήμερα, μέσα από αυτή τη στήλη και με μεγάλη συγκίνηση για το πρόσωπο της αγαπητής και ταλαντούχας Χρύσας Σπηλιώτη, ανασύρω την κριτική που είχε γραφεί με αφορμή την παράσταση για εφήβους «Η Αληθινή σου Ιστορία;» (μια δημιουργική, ολιστική σύλληψη της εκλιπούσης), το 2014....

Μια ελάχιστη χειρονομία στη μνήμη της...

Μακάριοι οι έφηβοι που αγωνίζονται για τα όνειρά τους

Πέντε αγόρια το σκάνε από το σχολείο και αποφασίζουν να ψάξουν για την ευτυχία, την απόλυτη προσωπική ευτυχία. Πέντε μαθητές επιθυμούν να αποδράσουν από το ασφυκτικό περιβάλλον της σύγχρονης Ελλάδας, να μπορέσουν να κατακτήσουν το όνειρο, να βρουν αυτό που πραγματικά είναι, να μη βάλουν μέτρο στους στόχους τους, απλώς να τους πραγματοποιήσουν. Αναχωρούν έτσι για να βρουν μια νέα χώρα, μια μοντέρνα εκδοχή της Γης των Μακάρων. Ψάχνουν για τη δική τους ουτοπία, την οποία όμως επιθυμούν να τη βιώσουν ως τόπο πραγματικό και φιλόξενο, μακριά από την κοινωνική και πολιτιστική κρίση που μαστίζει τις σύγχρονες κοινωνίες.

Η παράσταση “Η Αληθινή σου Ιστορία;” (σκηνοθεσία Δημήτρη Μάριζα και Χρύσας Σπηλιώτη), στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, βασίζεται στο καινούργιο, ομώνυμο θεατρικό έργο της Χρύσας Σπηλιώτη. “Η Αληθινή σου Ιστορία;” συνδιαλέγεται με όρους διακειμενικούς με την “Αληθινή Ιστορία” του Λουκιανού (120-170 μ.Χ.). Η Σπηλιώτη ακολουθεί την τεχνική του post-production για να συνθέσει μια υπόθεση που αναφέρεται στο σύγχρονο πλαίσιο αλλά χρησιμοποιεί τη δομή και τις ιδιαιτερότητες της “Ιστορίας” του Λουκιανού, του πρώτου μυθιστορήματος επιστημονικής φαντασίας. Οι έφηβοι μαθητές με τα αρχαιοπρεπή ονόματα Υπερβολέας, Εξυπνοφών, Απληστίσκος, Αφασίδημος και Φιλόμαχος επιχειρούν ένα χωροχρονικό ταξίδι. Ο σκηνικός χρόνος γίνεται αντιληπτός ως ένα σπείραμα, όπου η πορεία είναι αμφίδρομη. Σκηνές από το μέλλον, το παρελθόν, το παρόν εναλλάσσονται με τη δράση σε χώρους μυθικούς. Η παρέα συναντά τους Φελλοπόδαρους, φτάνει στο Νησί του Διονύσου, συμμετέχει σε μια διαγαλαξιακή σύρραξη, αιχμαλωτίζεται στην κοιλιά ενός κήτους, ενώ φτάνοντας στη Γη των Μακάρων, η χωροχρονική συνθήκη σύντομα αλλάζει για να επανέλθουμε στο σήμερα.

Η παράσταση χαρακτηρίζεται από ζωντάνια, ευφυείς διαλόγους, μετρημένους χρόνους και από την πολύ καλή ομαδική υποκριτική απόδοση των νέων ηθοποιών που ενσαρκώνουν τους πέντε ανήσυχους έφηβους, αλλά και τους μυθικούς χαρακτήρες που συναντούν (Η. Αρσενίδου, Δ. Βήττα, Κ. Αρνόκουρος, Η. Βογιατζιδάκης, Σπ. Χατζηαγγελάκης). Μέσα σε μία ώρα και με σπονδυλωτή δομή, το σκηνικό γεγονός δεν αφήνει αδιάφορο το εφηβικό κοινό, καθώς ακολουθεί τη λογική του βιντεοκλίπ, έχει γρήγορους διαλόγους, καταιγισμό δράσης και χιούμορ. Ωστόσο, η βασική διερώτηση για το τι αποτελεί ευτυχία και πως την κατακτά κανείς δεν «πνίγεται» ούτε διασκευάζεται. Η αγωνία των εφήβων να βρουν τον εαυτό τους, να υπερνικήσουν φόβους, να διαχειριστούν ματαιώσεις και να πιστέψουν στις δυνάμεις τους διατρέχει την παράσταση και χαρίζει στιγμές συγκίνησης. Ο σκηνικός χώρος ορίζεται κυρίως με τη χρήση των προβολών ενώ τα κοστούμια είναι απλά.

Στέκομαι ιδιαίτερα στον λόγο, γιατί η Σπηλιώτη χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα και τον λεξιλογικό της πλούτο χωρίς εκπτώσεις. Αντιθέτως, εμμένει σε έναν καλοδουλεμένο συνδυασμό λόγιας ελληνικής και εφηβικής ιδιολέκτου, αναδεικνύοντας τη γλώσσα μας σε έκτο πρωταγωνιστή επί σκηνής. Τούτο είναι πολύ σημαντικό για παραστάσεις που αφορούν στο εφηβικό κοινό, το οποίο συχνά περιορίζεται σε μια γλώσσα εργαλειακή, μια διαδικτυακή εσπεράντο, χάνοντας το νόημα της ομιλίας και κυρίως αγνοώντας, παρά τη θέλησή του, τη δύναμη της γλώσσας και τη δυνατότητα που αυτή προσφέρει για την εννόηση του κόσμου και του εαυτού».

Ελευθερία Ράπτου

Δείτε όλα τα σχόλια