Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Να κατανοείς, πάντα να κατανοείς

Κι εγώ πρέπει να κατανοήσω γιατί έγιναν όλα αυτά. Γιατί γίνονται διαρκώς και η φάρσα γίνεται θρήνος και ο θρήνος αστείο σ’ ένα σπίτι άδειο, που όλο αδειάζει μέσα στους καθρέφτες του. Κι αυτό το άδειασμα μοιάζει να μην έχει τέλος. Πρέπει να το κατανοήσω λοιπόν πριν πάρει και μένα το ορμητικό ρεύμα του άδειου καθρέφτη...

 

Του Κώστα Καναβούρη

 

Η θέση μου μέσα στην Ιστορία είναι να κατανοώ και να μπορώ να ελπίζω, ακόμα και στις στιγμές που η απελπισία μοιάζει να έρχεται καταπάνω μου σαν οχετός από φωνές, ανοησίες, ύβρεις, εγκλήματα, φωτοχυσίες αθλιοτήτων και τόσα άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Ακόμα κι έτσι, εμένα η θέση μου μέσα στην Ιστορία, δηλαδή μέσα στη χειροπρακτική της καθημερινότητας, αλλά και την αδιαμεσολάβητη μετατροπή της ύλης σε μουσικές σχέσεις των μαθηματικών οφθαλμών μας μέσα στις παρτιτούρες του «τώρα» και του «αύριο» (ακόμα και του «αύριο» το οποίο πολλές φορές αντιλαμβανόμαστε ως «χθες»), εμένα λοιπόν η θέση μου είναι ακριβώς η κοπιαστική θέση της κατανόησης. Όχι μόνο στο λογικό πεδίο, όπου μια εξυπνάδα της ευστροφίας ή της τιτλοποίησής της δια των τίτλων σπουδών θα ήταν ένας πολύ εύκολος και προσοδοφόρος τρόπος διαστρέβλωσης του τι ακριβώς κατανοούμε… ως κατανόηση, αλλά επειδή η κατανόηση ευρίσκεται -όπως όλα τα πολύτιμα πράγματα- πολύ μακριά, πολύ έξω από το συγκροτημένο γεγονός των προειλημμένων αποφάσεων περί του τι εστί φιλοσοφία του όντος και επομένως (κυρίως αυτό) ποίηση του εννοούμενου όντος. Λογικά, ηθικά και αισθητικά. Του όντος που κουβαλάει ως Σίσυφος και Προμηθέας μαζί όλο το βάρος της πέτρας και της όρνιας αυτοσυνείδησης: το βάρος της πολιτικής (που συγκροτεί τον κόσμο), το βάρος της επιστήμης (που ανακαλύπτει τον επόμενο κόσμο) και το βάρος της τέχνης (που κάνει ανθρώπινο το φόβο του αγνώστου εξανθρωπίζοντας το φοβερό επέκεινα). Συνεπώς, δεν γίνεται να μην προσπαθώ να κατανοήσω.

Γιατί δεν γίνεται αλλιώς η ζωή. Αυτό το φοβερό συμβάν που ταυτοχρόνως δημιουργείται για όλα τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων, ταυτοχρόνως κινδυνεύει, ταυτοχρόνως θαυματοποιείται και ταυτοχρόνως ικριώνεται: ο πέλεκυς και το όνειρο την ίδια στιγμή. Αυτό είναι η Ιστορία: ερωτεύεσαι ανάμεσα στα πνιγμένα παιδιά όλης της θάλασσας. Πνίγεσαι μέσα στα μηδενικά των χρηματιστηρίων. Ορκίζεσαι στο απάνθρωπο κάτω από το πύρινο βλέμμα του Ρεμπό. Ταξιδεύεις όπως ο Τζόνι που πήρε τ' όπλο του μέσα στο φαντασιακό του Ντάλτον Τράμπο.

Η γη τρέμει. Πάντοτε τρέμει. Κι εγώ οφείλω να κατανοήσω το τρέμουλο που αρχίζει από τον δισταγμό του σκοτεινού Ηράκλειτου και καταλήγει στο delirium tremens ενός Μπουκόφσκι ας πούμε. Στο τρέμισμα ενός φύλλου ώρα μεσάνυχτα, την ίδια στιγμή που ένα παιδί πεθαίνει στα ορυχεία της Αφρικής, ενώ σε μια άλλη εποχή οι χριστιανοί κατασπαράσσουν την Λυδία, ενώ ο Ραμόν Μερκαντέρ ακονίζει το τσεκούρι του την ίδια στιγμή που στο διπλανό δωμάτιο του σύμπαντος η Φρίντα Κάλο φτιάχνει με το αίμα της (το αίμα όλου του απέραντου κόσμου των λυπημένων) τη διπλή της αυτοπροσωπογραφία. Αυτό οφείλω να κατανοώ διαρκώς και διαρκώς: τη διπλή μου αυτοπροσωπογραφία∙ το πρόσωπό μου και το πρόσωπό μου «που σβήνεται» μέσα στο άλλο ίδιο, με το αίμα να μεταγγίζεται αενάως από το ένα πρόσωπο στο άλλο.

Οφείλω να το κατανοώ για να μπορώ να ζω. Αλλιώς η στρόφιγγα κλείνει και ο χρόνος σταματάει. Κι εγώ είμαι απλώς η παγωμένη αντανάκλαση ενός ζωγραφικού πίνακα μέσα σε ένα σπίτι άδειο. Όχι κενό, άδειο. Που κατοικήθηκε μονάχα από το τίποτα. Και δεν άφησε πίσω του τίποτα. Ούτε αντανακλάσεις στους καθρέφτες. Ούτε ένα έργο τέχνης από σκουριά στην κόγχη του χρυσωμένου αδιόρατου κενού. Γιατί κενό δεν υπάρχει. Το τίποτα είναι συμπαγές και αδιαπέραστο. Οφείλω να το φανταστώ αυτό το κενοτάφιο του κενού με τους τυφλούς καθρέφτες, που πάει να πει πως πρέπει να κατανοώ και πάλι να κατανοώ το πώς πάει κανείς εκεί. Όλο τον δρόμο. Κάθε στιγμή.

Αυτή τη στιγμή. Που είναι τώρα. Ποτέ πριν και ποτέ μετά. Τώρα. Τώρα είναι που ολόκληρος ο καθρέφτης υγροποιείται και τρέχει ποτάμι το αίμα του και πλημμυρίζει το πρόσωπο της Φρίντας Κάλο και το γέλιο μιας επανάστασης τόσο μακρινής, σαν παιδικό παιχνίδι που έσπασε: ένα παιδί έκλαψε και η επανάσταση δεν έγινε ποτέ. Πρέπει να το κατανοήσω. Γιατί τα παιδιά σκούπισαν τα δάκρυά τους και μεγάλωσαν. Η Φρίντα Κάλο σκούπισε τα δάκρυά της και πέθανε. Κι εγώ πρέπει να κατανοήσω γιατί έγιναν όλα αυτά. Γιατί γίνονται διαρκώς και η φάρσα γίνεται θρήνος και ο θρήνος αστείο σ’ ένα σπίτι άδειο, που όλο αδειάζει μέσα στους καθρέφτες του. Κι αυτό το άδειασμα μοιάζει να μην έχει τέλος. Πρέπει να το κατανοήσω λοιπόν πριν πάρει και μένα το ορμητικό ρεύμα του άδειου καθρέφτη...

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια