Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αυτό ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών

ΑΜΠΕ

Ο τίτλος του παρόντος συμπυκνώνει την αιτία που ο μετεκλογικός διάλογος για την ερμηνεία του αποτελέσματος είναι προβληματικός.

Του Δημήτρη Βαρδαβά

 

Ο τίτλος του παρόντος συμπυκνώνει την αιτία που ο μετεκλογικός διάλογος για την ερμηνεία του αποτελέσματος είναι προβληματικός. Πρώτον, το μήνυμα δεν είναι και δεν μπορεί ποτέ να είναι ένα. Κάθε ψηφοδέλτιο που καταλήγει στην κάλπη δεν φέρει επάνω του γραμμένο τίποτα άλλο από το έμβλημα του αντίστοιχου κόμματος και των υποψηφίων του. Δεν φέρει επάνω του γραμμένη την ειδική συλλογιστική – απλοϊκή ή επεξεργασμένη, μικρή σημασία έχει – που ακολούθησε ο κάθε ψηφοφόρος.

Ο καθένας κομίζει σε αυτήν την διαδικασία την ολότητα του εαυτού του κι η ποικιλότητα που αυτό συνεπάγεται δεν αφήνει περιθώριο για μονοσήμαντες ερμηνείες. Με αυτήν την έννοια, για το κάθε κόμμα, υπάρχουν μηνύματα που είναι πολύτιμα σαν φυλαχτό και άλλα που είναι για πέταμα.

Δεύτερον, μια τέτοια κατάφαση σαν αυτή του τίτλου εγείρει αυτοδικαίως την αξίωση ότι τα μηνύματα των εκλογών είναι κάτι που μπορεί κανείς να γνωρίσει με τρόπο βέβαιο και καταληκτικό. Φυσικά, ούτε κι αυτό είναι αλήθεια. Υπεισέρχεται πάλι η ιδεολογία και η σκοπιμότητα στην ανάγνωση, η ατζέντα της δημόσιας συζήτησης που προβάλει κάποιους άξονες έναντι άλλων, ο βαθμός της γείωσης του καθενός στην κοινωνία αλλά και το σε ποια κοινωνία είναι κανείς γειωμένος.  Η ερμηνεία της ψήφου, όπως αυτή προκύπτει από κάθε μεριά μετεκλογικά, είναι ευθεία αντανάκλαση των διλλημάτων και των αφηγήσεων που το κάθε κόμμα έχει θέσει προεκλογικά.

Επομένως, για να ξεκινάει καλά η μετεκλογική συζήτηση και να αποδίδει η αυτοκριτική που εμπεριέχεται σε αυτήν πρέπει να ακολουθεί μια οργανωμένη μεθοδολογία. Διότι, ούτως ή άλλως, για να μπούμε στο θέμα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν ήταν και δεν θα γίνει ΚΙΝ.ΑΛ. να αλλάζει σαν κόμμα ανάλογα με το ποιοι τον ψηφίζουν ή ανάλογα με το ποιους χρειάζεται για να κερδίσει λες και είναι εμπορικό κατάστημα που προσπαθεί να διατηρήσει ικανοποιημένη την πελατεία. Και αυτή η μεθοδολογία συζήτησης οφείλει να ξεκινά από την ανάλυση της συγκυρίας, την αξιολόγηση της παρέμβασης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α μέσα σε αυτήν και τις πολύ συγκεκριμένες πολιτικές της κυβέρνησης απέναντι στις κοινωνικές ομάδες που ως Αριστερά ήθελε και θέλει να εκπροσωπήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο συζήτησης και η αυτοκριτική θα ακολουθήσει τα κριτήρια εκείνα που απορρέουν από τις αξίες και τα προτάγματα της Αριστεράς και όχι από τους λόγους της ήττας με την στενή έννοια της εκλογικής αριθμητικής. Διότι ανάμεσα στους λόγους της ήττας ήταν και η Συμφωνία των Πρεσπών, για την οποία όμως η κυβέρνηση αυτή οφείλει να είναι περήφανη. Διότι ανάμεσα στους λόγους της ήττας μπορεί να ήταν ακόμη και η «κόντρα» Πολάκη – Κυμπουρόπουλου, αυτό το περίφημο «ήθος και ύφος» της εξουσίας, το οποίο η κυβέρνηση τάχα δεν τίμησε. Δεν είναι δυνατόν, όμως, κανείς, και δεν πρέπει, να αποδέχεται την αντιστροφή των ρόλων του θύτη και του θύματος στο όργιο διαστρέβλωσης και ψευδολογίας των μιντιακών συστημάτων που επί τεσσερισήμισι χρόνια προσπαθούσαν να πείσουν ότι η κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ήταν η χειρότερη όλων των εποχών.

Σε ποια συγκυρία, λοιπόν, βρισκόμαστε; Είναι αρκετά εύκολο κανείς να παρατηρήσει, χωρίς πολύ εξεζητημένες αναλύσεις, ότι η Ευρώπη και ο κόσμος βρίσκονται σε μια περίοδο μετασχηματισμών προς μια κατεύθυνση που ακόμη διακυβεύεται. Το κοινωνικό συμβόλαιο που είχε συναφθεί ανάμεσα στους λαούς και στις δυνάμεις που πολιτικά κυριάρχησαν μεταπολεμικά, δηλαδή την σοσιαλδημοκρατία και την χριστιανοδημοκρατία, ή με ευρύτερους όρους την κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά, έχει πλέον διαρραγεί, αν όχι σπάσει.

Από την μία μεριά, η ηθική φθορά και η επαγγελματικοποίηση της πολιτικής που προκλήθηκαν από τόσες δεκαετίες παραμονής στην εξουσία των ίδιων πολιτικών δυνάμεων τροφοδότησαν την κρίση εκπροσώπησης και την αδυναμία των ανθρώπων να ταυτίζονται με κόμματα και πολιτικές ιδεολογίες. Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα οξυμένο στις γενιές εκείνες που μεγάλωσαν όχι απλώς μαζί αλλά εντός του διαδικτύου, βιώνοντας την απόλυτη σχετικοποίηση της αλήθειας και της βαρύτητας των απόψεων, γεγονός που εξέθρεψε την καχυποψία σε τέτοιο βαθμό ώστε να φτάσει έως και το σημείο της αποβλάκωσης του «όλοι ίδιοι είναι».

Από την άλλη μεριά, και αυτό είναι πιστεύω σημαντικότερο, οι άνθρωποι σήμερα ζουν σε ένα μάτριξ επάλληλων φόβων. Η ευθραυστότητα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού που δημιουργούν οικονομική και εργασιακή ανασφάλεια, η κουλτούρα του καταναλωτισμού και του instagramability που παθολογικοποιεί την σχέση ανάμεσα στο είναι και το έχειν κι ανάμεσα στο πρόσωπο και το avatar, η παγκοσμιοποίηση και η πολυπολιτισμική κοινωνία που, αν και δύο έννοιες διαφορετικές, αμφισβητούν με κάποιο τρόπο ίσως την ηγεμονικότερη αφήγηση στην ιστορία της ανθρωπότητας, αυτή του έθνους-κράτους, και προσφάτως και η κλιματική καταστροφή, όλα αυτά συνιστούν επάλληλους φόβους που βιώνονται σήμερα με όρους υλικούς.

Η επαλληλία των φόβων αυτών εμφανίζεται, βέβαια, στο μακρο-επίπεδο. Στην πράξη, δεν έχουν όλοι τους ίδιους φόβους. Ποιο σετ φόβων θα έχει ο καθένας εξαρτάται από την πραγματική ή φαντασιακή του ταξική αναφορά και από την ιδεολογική του συνείδηση. Η λεγόμενη, για παράδειγμα, μεσαία τάξη, στο βαθμό που αποτελείται από μικρομεσαίους επιχειρηματίες, μπορεί να φοβάται την παγκοσμιοποίηση λόγω της εξάρτησης της από το εθνικό οικονομικό πλαίσιο αλλά από την άλλη η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την εργασία να την βοηθά να αισθάνεται ότι σε ατομικό επίπεδο μπορεί να συνεχίζει να κερδοφορεί και να ανταγωνίζεται μεγάλες εταιρείες διά της «λαστιχοποίησης» των εργαζομένων. Άλλοι πάλι, όπως για παράδειγμα οι πρόσφυγες, είναι τα θύματα της ύπαρξης κάποιων από αυτούς τους φόβους και αυτών που τα κεφαλαιοποιούν.

Το παραπάνω είναι ένα πρώτο και ίσως απλοϊκό πλαίσιο αναφοράς για το ποια είναι τα προβλήματα και κυρίως για το ποιοι είναι αυτοί που τα έχουν. Και μέσα από αυτό η Αριστερά διαλέγει σε τι και για ποιους θέλει να απαντήσει. Για τους κυριαρχούμενους, για τους «από τα κάτω» που λέγαμε κάποτε, η realpolitik έχει τελειώσει. Σε πιεστικά προβλήματα, σε αναβράζουσες ανασφάλειες, χρειάζονται ριζοσπαστικές απαντήσεις. Δυστυχώς, σε πολλές χώρες της Ευρώπης αυτές οι απαντήσεις αναζητούνται στην ακροδεξιά. Το πλήγμα που δέχθηκε η Αριστερά από την πτώση του «υπαρκτού» ήταν άλλωστε πολύ βαρύ. Στην Ελλάδα, όμως, το 2015 ένα κομμάτι της κοινωνίας ψήφισε τρεις φορές Αριστερά.

Είναι νομίζω καθαρό που πηγαίνει η συλλογιστική μου. Λειτούργησε, βέβαια, σε ένα σημαντικό βαθμό το αντι-σύριζα σύνδρομο που κατάφεραν κάποιοι να καλλιεργήσουν (αν και το 24% αποδεικνύει ότι αυτό το σύνδρομο είναι κάθε άλλο παρά ανίκητο και παντοδύναμο). Ωστόσο, πιστεύω, ή τουλάχιστον οφείλουμε να πιστεύουμε, ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν έχασε τόσο για ό,τι έκανε όσο για ό,τι δεν έκανε. Το πρώτο και σημαντικότερο είναι η κατάργηση του μνημονίου. Ο κόσμος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α, ίσως πολύ συχνά και οι αντίπαλοι του, δεν τον κατηγορούν τόσο για την ψήφιση και εφαρμογή του μνημονίου καθ’ αυτά όσο για την μη κατάργηση του. Δεν φάνηκε κανείς να εκπλήσσετε ή να αισθάνεται προδομένος που η Νέα Δημοκρατία εφάρμοσε το δεύτερο μνημόνιο.

Ο κόσμος που ακολούθησε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α πίστεψε πραγματικά ότι αυτός ήταν που το είπε και θα το κάνει. Ακόμη και οι αντίπαλοι του εξαπολύουν συχνά κατηγορίες που επί της ουσίας αποδίδουν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α ότι είναι ίδιος με αυτούς, χωρίς να συνειδητοποιούν την υπονοούμενη προσβολή που απευθύνουν στους εαυτούς τους. Βεβαίως, το ποια ήταν η συγκυρία τότε και γιατί έγιναν οι επιλογές που έγιναν έχει εκτενώς συζητηθεί. Αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία, ότι δηλαδή αυτός ο κόσμος ήθελε και πίστευε ότι θα δει κάτι διαφορετικό, ακόμη κι αν δεν μπορούσε ακριβώς να το προσδιορίσει.

Ακόμη κι έτσι, αυτή η κυβέρνηση, αν και η τέταρτη που εφάρμοσε μνημόνιο, είναι η μόνη που έβγαλε τη χώρα από αυτό. Ωστόσο, οι κυριαρχούμενοι που απορρίπτουν πλέον την realpolitik δεν πείθονται με επιχειρήματα που αποπνέουν τη μανιέρα «μη χείρον βέλτιστον». Όταν οι φόβοι τους είναι ήδη εδώ, ο «φόβος του Μητσοτάκη» δεν φαντάζει τόσο φοβερός.

Πολλές από τις απαντήσεις υπήρχαν ήδη κατά την τετραετία που πέρασε. Γιατί δεν νομοθετήθηκε όλη η ατζέντα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α για τα κοινωνικά δικαιώματα; Γιατί δεν έγιναν οι απαραίτητες συγκρούσεις με τα συστήματα αδράνειας και υπονόμευσης εντός του κράτους; Γιατί δεν φορολογήθηκε παραπάνω ο μεγάλος πλούτος; Γιατί δεν έγιναν, ακόμη και με το «έτσι θέλω» μιας κυβέρνησης, τα άδεια κτήρια που ανήκουν στο δημόσιο ξενώνες για αστέγους μέχρι να μην υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στο δρόμο; Γιατί προχωρούμε σε εξορύξεις υδρογονανθράκων και δεν ακούσαμε πιο προσεκτικά τους συντρόφους των Οικολόγων Πράσινων που με αφοσίωση συμπαρατάσσονται μαζί μας; Αυτά έλειψαν. Όχι από την λεγόμενη μεσαία τάξη που ενδεχομένως να ταιριάζει και καλύτερα με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά από τους ανθρώπους που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε, από τους ανθρώπους που μας άκουγαν και μας ακούν ακόμη κι αν διστάζουν να μας ψηφίσουν πια, από τους «από τα κάτω».

Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α ήταν η καλύτερη κυβέρνηση που είχε ποτέ η χώρα. Παρόλα αυτά, δεν αρκεί και δεν πρέπει αυτό να αποτυπώνεται μονάχα στις καλές προθέσεις ή στο «πόσο καλά τα πήγαμε» δεδομένης της συγκυρίας.

Πρέπει να απορρέει και από το όραμα για το μέλλον. Αν αυτό σημαίνει να ξαναμιλήσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α ανοιχτά για τα καταστατικά του προτάγματα, τον κοινωνικό μετασχηματισμό και τον Σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, τότε να το κάνει. Με τα μέλη του κόμματος πρωταγωνιστές. Καμία μάχη δεν είναι χαμένη εκ των προτέρων.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια