Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Που το πάει η Ευρώπη στα Βαλκάνια;

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Στις 20-21 Ιουνίου οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα συνέλθουν στις Βρυξέλλες με κύριο θέμα την επιλογή των ηγετικών προσώπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επόμενη πενταετία. Πρόκειται για κορυφαίες και δύσκολες αποφάσεις. Στο κλίμα αυτό, όπου συζητιέται το μέλλον της βαθιά ασθενούσας Ευρώπης, είναι φυσικό να περνά σχεδόν απαρατήρητη μια υποσημείωση στην ημερήσια διάταξη της Συνόδου με τη λέξη «διεύρυνση». Η λέξη υποδηλώνει πως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο πιθανώς να συζητήσει και να αποφασίσει την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με Βόρεια Μακεδονία και Αλβανία, την οποία έχει προτείνει η Επιτροπή.

Και όμως, η απόφαση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για το μέλλον των δύο γειτονικών μας χωρών, αλλά για τη σταθερότητα και την προοπτική ολόκληρης της περιοχής των Βαλκανίων, καθώς και για την αξιοπιστία της ΕΕ. Γι’ αυτό εξάλλου ενδιαφέρει άμεσα και τη χώρα μας.

Η Ε.Ε. υπαναχωρεί από τη δέσμευσή της για ένταξη των Βαλκανίων

Η Ε.Ε. έχει δεσμευτεί πριν είκοσι χρόνια -και πιο πανηγυρικά το 2003 στη Θεσσαλονίκη- να συμπεριλάβει στους κόλπους της τα Βαλκάνια. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε μετά από τους αιματηρούς γιουγκοσλαβικούς πολέμους της δεκαετίας του ’90 (για τους οποίους και η ίδια δεν είναι άμοιρη ευθυνών), κρίνοντας πως μόνο η πλήρης ενσωμάτωση στην Ένωση διασφαλίζει την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή. Εξάλλου, η ευρωπαϊκή προοπτική αποτελεί την κύρια κινητήρια δύναμη των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων των χωρών αυτών στην πάλη τους ενάντια στον εθνικισμό, τον αυταρχισμό και τη διαφθορά.

Η ένταξη μιας χώρας στην Ε.Ε. προϋποθέτει βέβαια την ικανοποίηση από μέρους της ορισμένων κριτηρίων που αφορούν τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, την οικονομία, την ικανότητα της διοίκησης, καθώς και τη συνεργασία με τους γείτονες και την επίλυση τυχόν διμερών διαφορών με αυτούς. Για τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος. Και ασφαλώς δεν διευκολύνθηκε από πολιτικές και χειρισμούς της Δύσης, κυρίως δε από το ότι, παράλληλα με την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού και τις κρίσεις της Ένωσης, στις κυβερνήσεις και την κοινή γνώμη πολλών κρατών μελών επικράτησε η λεγόμενη «ενταξιακή κόπωση», δηλαδή η απροθυμία να δεχθούμε νέα μέλη, η υπαναχώρηση από τη διακηρυγμένη βαλκανική μας πολιτική.

Τα Δυτικά Βαλκάνια οπισθοδρομούν, με εξαίρεση τη Βόρεια Μακεδονία

Έτσι, παρά τις σημαντικές προόδους που σημειώθηκαν αρχικά στις χώρες της περιοχής, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σχεδόν παντού μια οπισθοδρόμηση. Οι κυβερνήσεις ρέπουν προς τον αυταρχισμό, ο εθνικισμός αναβιώνει και τα αδιέξοδα σε ζητήματα όπως οι σχέσεις Σερβίας-Κοσόβου ή η θεσμική διάρθρωση της Βοσνίας Ερζεγοβίνης οξύνονται. Οργανωμένο έγκλημα και διαφθορά παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα και συχνά διεισδύουν στις ανώτατες βαθμίδες των κρατών. Οι οικονομίες, ακολουθώντας τις νεοφιλελεύθερες συνταγές Βρυξελλών και ΔΝΤ, καρκινοβατούν, με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλή ανεργία και κραυγαλέες ανισότητες.

Σε αυτή τη ζοφερή εικόνα υπήρξε μια απροσδόκητη εξαίρεση: το 2017, στα Σκόπια ανατράπηκε ένα αυταρχικό και ακραία εθνικιστικό καθεστώς και τη θέση του πήρε μια δημοκρατική μεταρρυθμιστική κυβέρνηση. Ζάεφ και Τσίπρας προχώρησαν στη συνέχεια στην ιστορική Συμφωνία των Πρεσπών, θέτοντας τέρμα σε μια διένεξη δεκαετιών που είχε οδηγήσει την Αθήνα να μπλοκάρει κάθε βήμα της γείτονος προς την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Οι εξελίξεις στην Βόρεια Μακεδονία αποτελούν το μόνο θετικό γεγονός τα τελευταία χρόνια σ’ ολόκληρη την περιοχή, αν όχι και στην Ευρώπη. Δείχνουν δε και το δρόμο για την επίλυση και άλλων διμερών διαφορών.

Η επιβράδυνση της ενταξιακής διαδικασίας χωρών που οπισθοδρομούν είναι εύλογη. Μπορεί βέβαια να τεθεί το ερώτημα αν η Ε.Ε. με τη στάση της βοηθά. Λ.χ. η Ε.Ε. συχνά υιοθετεί μια «ρεαλιστική» πολιτική καλών σχέσεων με αυταρχικά καθεστώτα, ελπίζοντας να διασφαλίσει τα συμφέροντά της απέναντι στην επιρροή της Ρωσίας και άλλων τρίτων δυνάμεων στην περιοχή, στο μεταναστευτικό και στη διένεξη στο Κόσοβο, εγκαταλείποντας έτσι τις διακηρυγμένες αξίες της και τη στήριξη στη δημοκρατία και τους δημοκράτες. Ακόμη πιο προβληματική είναι η στήριξη από μέρους πολλών δυνάμεων της Ε.Ε. και των ΗΠΑ ενός σχεδίου ανταλλαγής εδαφών σε εθνοτική βάση ανάμεσα σε Σερβία και Κόσοβο που η υλοποίησή του θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου σε ολόκληρη την περιοχή. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι δύσκολο να υποστηριχθεί η πρόοδος προς την ένταξη χωρών που οπισθοδρομούν ως προς την εκπλήρωση των σχετικών κριτηρίων και ιδιαίτερα της δημοκρατίας. Αυτό ενδεχομένως να ισχύει και για την Αλβανία, με δεδομένες κάποιες πρόσφατες δυσμενείς εξελίξεις εκεί.

Μια νέα αναβολή της απόφασης για τα Σκόπια θα ήταν έγκλημα

Στην περίπτωση όμως της Βόρειας Μακεδονίας ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η κυβέρνηση Ζάεφ πραγματοποιεί μείζονες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, επίλυσε τις διαφορές με την Ελλάδα (και τη Βουλγαρία) με μεγάλο πολιτικό κόστος και δύσκολους συμβιβασμούς, ενώ η Δύση την ενθάρρυνε υποσχόμενη πρόοδο στην ευρωατλαντική της πορεία. Το ΝΑΤΟ την υποδέχθηκε. Η Ε.Ε. όμως ανέβαλε πέρσι τη σχετική απόφαση για φέτος. Και φέτος ακούγεται πως η έναρξη των διαπραγματεύσεων θα αναβληθεί και πάλι λόγω αντιρρήσεων του προέδρου Μακρόν. Αν αυτό συμβεί, θα πρόκειται για έγκλημα. Η Ε.Ε. χάνει κάθε αξιοπιστία και οι δημοκρατικές δυνάμεις σε ολόκληρα τα Βαλκάνια χάνουν κάθε κίνητρο, αφού η Ευρώπη, σε πείσμα των διακηρύξεών της, τις κρατά μακριά ανεξάρτητα από την πρόοδο που επιτελούν. Στην Βόρεια Μακεδονία μια νέα αναβολή θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά και θα ενισχύσει καίρια εθνικιστές και φυγόκεντρες δυνάμεις που παραμένουν ισχυρές.

Ο πρόεδρος Μακρόν δικαιολογεί τη στάση του, επικαλούμενος πως η Ε.Ε. πρέπει πριν να λύσει τα δικά της προβλήματα και μετά να προχωρήσει σε παραπέρα διευρύνσεις. Για όσους επιθυμούμε μια ισχυρή και αποτελεσματική Ευρώπη, το επιχείρημα αυτό είναι βάσιμο. Όμως αν η ερμηνεία του είναι πως πρέπει να σταματήσει κάθε κίνηση στην ευρωπαϊκή πορεία των Βαλκανίων, δεν πρόκειται για την εύλογη έγνοια ενός ευρωπαϊστή, αλλά για παραχώρηση στην ατζέντα των ευρωσκεπτικιστών. Μια τέτοια στάση έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την αλληλεγγύη προς τους γειτονικούς μας λαούς, αλλά και με τα γεωπολιτικά μας συμφέροντα. Αρκεί μια αναδρομή στην ιστορία, πρόσφατη και παλαιότερη, για να θυμηθούμε πως η σταθερότητα στα Βαλκάνια ενδιαφέρει ζωτικά την Ευρώπη και, βέβαια, και τη χώρα μας.

Η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με μια χώρα πόρρω απέχει χρονικά από την ένταξή της. Στην περίπτωση της Κροατίας, του νεότερου κράτους μέλους, απείχε εννέα χρόνια. Το Μαυροβούνιο και η Σερβία άρχισαν τις διαπραγματεύσεις το 2012 και 2014, αντίστοιχα, και το καλύτερο σενάριο τις βλέπει να εντάσσονται το 2025. Συνεπώς, καθόλου δεν τίθεται εδώ θέμα παραπέρα διεύρυνσης στο εγγύς μέλλον. Και αυτό πέρα από το γεγονός πως πρόκειται για μικρές χώρες που δύσκολα φαντάζεται κανείς την προσχώρησή τους να καταστρέφει το ευρωπαϊκό όραμα του Μακρόν.

 

Η ελληνική διπλωματία, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, κινούνται δραστήρια για να υπερνικηθούν τα εμπόδια στην ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας. Καθώς βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, θα ήταν σκόπιμο ο κ. Μητσοτάκης να τοποθετηθεί και αυτός πάνω στο ζήτημα. Οι παλιότερες δηλώσεις του περί αναρίθμητων βέτο στην πορεία της γείτονος, θέτουν το ερώτημα, αν σκοπεύει, εφ’ όσον θα κέρδιζε τις εκλογές, να αρχίσει το πατριωτικό του έργο μπλοκάροντας και αυτός την έναρξη των διαπραγματεύσεων με τα Σκόπια. Για να γνωρίζουν οι Έλληνες πολίτες αν οι εθνικιστικές εξάρσεις ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών ήσαν για εσωτερική και εσωκομματική χρήση, ή αν σκοπεύει να ακολουθήσει τον Αντώνη Σαμαρά συμβάλλοντας στην αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων.

 

* Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, μέλος της πρωτοβουλίας «Γέφυρα»

 

Δείτε όλα τα σχόλια