Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τιένανμεν: η Πλατεία της Λήθης

30 χρόνια από τη σφαγή - Τη νύχτα της 3ης προς ξημερώματα της 4ης Ιουνίου 1989, ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός έσπασε τα οδοφράγματα που είχαν στήσει οι πολίτες του Πεκίνου και κινήθηκε προς την πλατεία Τιένανμεν, στη νότια πύλη της απαγορευμένης πόλης.

 Οι υπερσυντηρητικοί ηγέτες του ΚΚΚ, με την στήριξη του Deng Xiaoping, είχαν απομακρύνει την μεταρρυθμιστική ηγεσία του Κόμματος υπό τον Zhao Ziyang που επιθυμούσε την ήπια αντιμετώπιση των διαδηλωτών και επέβαλαν τη βίαιη και παραδειγματική καταστολή της εξέγερσης.

Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων από τα πυρά των στρατιωτών παραμένει απροσδιόριστος, αλλά υπολογίζονται από εκατοντάδες μέχρι μερικές χιλιάδες. Σύμφωνα με ένα πρόσφατα αποχαρακτηρισμένο τηλεγράφημα[1] του τότε Βρετανού Πρέσβη Sir Alan Donald, οι νεκροί ξεπέρασαν τους 10.000, ενώ η 27η Στρατιά της Επαρχίας Shanxi που ανέλαβε τον εκτοπισμό των διαδηλωτών φέρεται να διέπραξε μία σειρά από φρικαλέα εγκλήματα. Οι στρατιώτες πυροβολούσαν πισώπλατα τους διαδηλωτές που έτρεχαν να σωθούν, δολοφονούσαν με ξιφολόγχες παραδομένους φοιτητές που εκλιπαρούσαν για τη ζωή τους, τεθωρακισμένα ποδοπατούσαν το άοπλο πλήθος, ενώ, σύμφωνα με το ίδιο τηλεγράφημα, οι υπόνομοι γύρω από την πλατεία γέμισαν με καμένα πτώματα και ανθρώπινα μέλη. Πώς οδηγηθήκαμε σε αυτή την τραγωδία και πώς διαχειρίζεται το καθεστώς και η κοινωνία τη μνήμη της 30 χρόνια μετά;

Η δεκαετία του 1980 ξεκίνησε με την ελπίδα για ανανέωση που προκάλεσαν οι μεταρρυθμίσεις του Deng Xiaoping. Με το τέλος των μαζικών πολιτικών κινημάτων του Mao, που εξουθένωσαν την κοινωνία και το ίδιο το Κόμμα, η εισαγωγή στοιχείων ανταγωνισμού και η απελευθέρωση του εμπορίου είχε άμεσο αντίκτυπο στην αναζωογόνηση της οικονομίας. Ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, μία σειρά μέτρων, όπως η διάλυση των αγροτικών κολεκτίβων, η απόδοση της γης στους αγρότες, η αναβίωση του τοπικού εμπορίου, και η κατάργηση των περιορισμών στην εσωτερική μετανάστευση, έγιναν δεκτά με ικανοποίηση από τον πληθυσμό. Στις πόλεις, όμως, η κατάσταση ήταν πιο σύνθετη.

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις δημιούργησαν νέες ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα οδήγησαν στην αποσάθρωση του σοσιαλιστικού κοινωνικού κράτους, ενώ η σταδιακή ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από απολύσεις και απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Επιπλέον, οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις ωφέλησαν τα ίδια τα κομματικά στελέχη, καθώς μετέτρεψαν τη γραφειοκρατική τους δύναμή σε οικονομική. Για παράδειγμα, η εισαγωγή ενός συστήματος διπλών τιμών, καθορισμένων από το κράτος και την αγορά αντίστοιχα, έδωσε τη δυνατότητα σε κρατικούς αξιωματούχους να αγοράζουν προϊόντα σε χαμηλές κρατικές τιμές, να τα διαθέτουν στην αγορά, και να καρπώνονται το κέρδος. Επίσης, οι διευθυντές κρατικών εταιριών και τραπεζών, καθώς και οι ηγεσίες των τοπικών κυβερνήσεων, απέκτησαν προνομιακό ρόλο στην ιδιωτικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ως εκ τούτου, ο πρώτος γύρος των οικονομικών μεταρρυθμίσεων του Deng έφερε εκτεταμένη διαφθορά, οικονομική ανισότητα και υψηλό πληθωρισμό.

Παράλληλα, οι μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα στην παγκόσμια οικονομία συνέβαλαν στη φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας. Οι νέοι απέκτησαν πρόσβαση στη δυτική λογοτεχνία, μόδα, μουσική και φιλοσοφία. Οι Rolling Stones, οι Sex Pistols, τα μπλου τζιν, ο Sartre, έγιναν πηγή έμπνευσης και αυτοπροσδιορισμού, καθώς οι κομμουνιστικές αξίες και τα σύμβολα έχαναν το νόημά τους σε μία κοινωνία όπου κέρδιζαν έδαφος ο υλισμός, ο ατομικισμός και η εμπορευματοποίηση. Παράλληλα, ενισχύθηκε στην κοινωνία ο κυνισμός απέναντι στο Κόμμα, μία διαδικασία που ξεκίνησε ήδη από τον θάνατο του Μάο, το 1976, και την αποκάλυψη των εγκλημάτων της Πολιτιστικής Επανάστασης. Σε αυτό το κλίμα, οι διανοούμενοι άρχισαν να συζητούν δημόσια για την ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Οι ιδέες τους απέκτησαν επιρροή σε μία ομάδα στελεχών μέσα στο Κόμμα συμπεριλαμβανομένου και του Γενικού Γραμματέα Hu Yaobang, ο οποίος απομακρύνθηκε το 1987 λόγω των μετριοπαθών πολιτικών θέσεών του.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, τα δημοκρατικά κινήματα στην Ανατολική Ευρώπη, αλλά και στην Ταϊβάν, στη Νότια Κορέα και στις Φιλιππίνες, έδειξαν το δρόμο για το αναδυόμενο φοιτητικό κίνημα της Κίνας. Στις 15 Απριλίου του 1989, πέθανε ο Hu Yaobang και ακολούθησε μία αυθόρμητη μαζική διαδήλωση 100 χιλιάδων φοιτητών προς την Τιένανμεν για να τιμήσουν τη μνήμη του. Στις 26 Απριλίου, το Κόμμα καταδίκασε τις φοιτητικές διαδηλώσεις ως προδοτικές ενέργειες, προκαλώντας την οργή των φοιτητών και νέες μαζικότερες διαμαρτυρίες στην Πλατεία Τιένανμεν. Μέσα σε λίγες εβδομάδες το κίνημα διογκώθηκε με μαζική συμμετοχή πολιτών και εργατών. Στις 20 Μαΐου, επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος στον οποίο οι διαδηλωτές απάντησαν με οδοφράγματα, ενώ λίγες μέρες μετά οι φοιτητές της Κεντρικής Ακαδημίας Καλών Τεχνών έστησαν το άγαλμα της «Θεάς της Δημοκρατίας» απέναντι από το γιγάντιο πορτραίτο του Μάο, στη βόρεια πλευρά της πλατείας.

Η «Άνοιξη του Πεκίνου» έληξε με μία από τις σκληρότερες επιχειρήσεις καταστολής άοπλου λαϊκού κινήματος που γνώρισε η ανθρωπότητα τον 20ο αιώνα. Μία μέρα αργότερα, ένας πολίτης κρατώντας δύο σακούλες με τρόφιμα, αποφάσισε να σταματήσει τη διέλευση μίας ίλης τεθωρακισμένων. Το συμβάν αποθανατίστηκε από φωτογράφο του Associated Press και η εικόνα αυτή έγινε το σύμβολο του ηρωισμού των διαδηλωτών του 1989, καθώς και της αντίστασης σε κάθε απολυταρχισμό.

Μετά τη σφαγή, το Κόμμα άσκησε διώξεις στους ηγέτες των διαδηλωτών και παρουσίασε τη δική του εκδοχή των γεγονότων, κατηγορώντας ξένες δυνάμεις ως υποκινητές του κινήματος. Έλαβε, επίσης, μία σειρά μέτρων για τον έλεγχο της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα των πανεπιστημίων: «πατριωτική» κατήχηση σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, υποχρεωτική στρατιωτική εκπαίδευση για τους πρωτοετείς φοιτητές και φοιτήτριες, εντατικοποίηση της προπαγάνδας και του πολιτικού ελέγχου στα πανεπιστήμια. Σήμερα, είναι αδύνατη η πρόσβαση σε οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης για την «Άνοιξη του Πεκίνου» στο κινεζικό διαδίκτυο, με αποτέλεσμα οι νεότερες γενιές να μη γνωρίζουν τίποτα για τα γεγονότα του 1989. Τη μνήμη της σφαγής διατηρούν οι Κινέζοι της διασποράς, του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν, και εντός της Κίνας μικρές ομάδες αντιφρονούντων με πιο σημαντική τις «Μητέρες της Τιένανμεν», ένα δίκτυο συγγενών των θυμάτων.

Στη Δύση, υπάρχει ελάχιστη πίεση στο Κινεζικό καθεστώς να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια και να αναλάβει την ευθύνη για τα θύματα του 1989. Το ίδιο ισχύει με το ζήτημα της βίαιης διάλυσης του θρησκευτικού κινήματος του Falun Gong το 1997, με τις συνεχιζόμενες φυλακίσεις αντιφρονούντων και ακτιβιστών, με την καταπάτηση των μειονοτικών δικαιωμάτων στο Θιβέτ, με τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους μουσουλμάνους του Xinjiang, με τη δίωξη φεμινιστριών και ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστών και με πολλές άλλες περιπτώσεις καθεστωτικής βίας. Είτε με το μαστίγιο και το φόβο της καταστολής είτε με το καρότο των επενδύσεων, το ΚΚΚ έχει τελικά καταφέρει να επιβάλει τη λήθη και τη σιωπή εντός και εκτός Κίνας.

 

Τσιμώνης Κωνσταντίνος, Λέκτορας στις Κινεζικές Σπουδές, King’s College London

 

[1 ]Το πλήρες κείμενο του αποχαρακτηρισμένου τηλεγραφήματος έχει αναρτηθεί εδώ: https://en.wikisource.org/wiki/UK_cable_on_Tiananmen_Square_Massacre

Δείτε όλα τα σχόλια