Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο τρόπος ενάντια στον καπιταλισμό είναι η διεύρυνση του μοιράσματος

Από το βιβλίο του Σταύρου Σταυρίδη, Η πόλη ως τόπος των κοινών, εκδόσεις Angelus Novus, 2019, σελ.68-84

- Σε συνθήκες ακραίας ανισότητας (συμπεριλαμβανομένων της διαφοροποιημένης πρόσβασης στη γνώση και των φτωχά ανεπτυγμένων ατομικών ικανοτήτων που απορρέουν από ταξικούς φραγμούς), οι κοινωνοί του διευρυνόμενου μοιράσματος είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσουν πως συχνά χρειάζεται να προσφέρουν περισσότερα από όσα προσδοκούν να λάβουν, να μιλάνε λιγότερο και να ακούνε περισσότερο αυτούς που δεν είναι προικισμένοι ομιλητές, και να συμβάλλουν στα κοινά καθήκοντα χωρίς να απαιτούν αναλογικότητα στο επίπεδο των ατομικών προσφορών.

- Η κοινωνικότητα της ανταλλαγής δώρων, η χαρά της φιλίας και της αλληλεγγύης, ιδέες (όπως ο πατριωτισμός) και συναισθήματα (όπως η αγάπη), έχουν τη δύναμη να ξεπερνούν ατομοκεντρικούς ή ομαδοκεντρικούς υπολογισμούς. Ακριβώς η έννοια του οφέλους (ατομικού ή συλλογικού) είναι πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη. Και ανοιχτή σε αγώνες που την αμφισβητούν, τη μετασχηματίζουν και τη συνδέουν με διαφορετικές αξίες και νοήματα που μοιραζόμαστε.

Οι θεσμίσεις του μοιράσματος, που θεσπίζονται σε μια σταθερή και σαφώς προσδιορισμένη κοινότητα, μπορεί να μοιάζουν με τις κυρίαρχες θεσμίσεις στους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι ρυθμίζουν τα δικαιώματα και τις πράξεις των ανθρώπων. Οι θεσμίσεις της διεύρυνσης του μοιράσματος, ωστόσο, διαφέρουν ρητά από τις κυρίαρχες, όπως επίσης και από εκείνες που μπορούν να οριστούν ως θεσμίσεις περιφραγμένου μοιράσματος. Αυτό είναι που τις κάνει δυνητικά διαφορετικές «κοινωνικές κατασκευές», προσανατολισμένες προς διαφορετικούς κοινωνικούς δεσμούς.

Α. Η σύγκριση

Τρεις απαραίτητες ποιότητες χαρακτηρίζουν τις θεσμίσεις διεύρυνσης του μοιράσματος. Πρώτα απ’ όλα οι θεσμίσεις αυτές κατοχυρώνουν το έδαφος των συγκρίσεων ανάμεσα σε διαφορετικά υποκείμενα της δράσης και σε διαφορετικές πρακτικές. Τα ίδια τα υποκείμενα της δράσης και οι πρακτικές γίνονται συγκρίσιμα και συναφή: ό,τι διακυβεύεται είναι οι επινόηση των μορφών συνεργασίας που δε στηρίζονται στην ομογενοποίηση αλλά στην πολλαπλότητα. Αντί να κρατούν ή να δημιουργούν αποστάσεις μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων και πρακτικών (εδραζόμενων σε μια άκαμπτη ταξινομία), θεσμίσεις αυτού του είδους ενθαρρύνουν τη συνάντηση των διαφορών, την αμοιβαία έκθεσή τους και τη δημιουργία ενός κοινού πεδίου αμοιβαίας ευαισθητοποίησης. Η απλή συνύπαρξη δεν αναδεικνύει τη δυνητικότητα της σύγκρισης. Οι διαφορές σημαίνουν κάτι, ακριβώς διότι μπορούν να συγκριθούν: οι διαφορές είναι σχετικές και σχεσιακές. [...]

Β. H μετάφραση

Η συγκρισιμότητα , ωστόσο, δεν είναι αρκετή. Οι θεσμίσεις του μοιράσματος χρειάζεται να προσφέρουν ευκαιρίες, όπως και εργαλεία, για τη μετάφραση των διαφορών μεταξύ των απόψεων, μεταξύ των δράσεων και μεταξύ των υποκειμενικοτήτων. Αν η συγκρισιμότητα στηρίζεται στην αναγκαία και συγκροτητική αναγνώριση των διαφορών, η μεταφρασιμότητα δημιουργεί το έδαφος για διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαφορών χωρίς να τις απομειώνει σε κοινούς παρονομαστές. «Μια χειραφετημένη κοινωνία είναι μια κοινωνία αφηγητών και μεταφραστών»[1]. Προφανώς, αυτό είναι αρκετά δύσκολο, καθώς οι κυρίαρχες ταξινομίες τείνουν να αποκλείουν αυτές τις διαδικασίες θέσπισης ενός κοινωνικά αναγνωρίσιμου κοινού εδάφους που δεν απορρέουν από την κυριαρχία των ηγετικών ελίτ. Η μετάφραση ψάχνει αντιστοιχίες, όμως δεν μπορεί και δεν επιδιώκει να θεσπίσει ένα απόλυτο και αδιαμεσολάβητο καθρέφτισμα της μιας γλώσσας στην άλλη. Το ίδιο κάνει, ή θα έπρεπε να κάνει, μια θέσμιση που κρατά ζωντανή τη δυνατότητα διεύρυνσης του μοιράσματος. Πράγματι, «το κοινό είναι πάντα οργανωμένο σε μετάφραση»[2]. Η διεύρυνση του μοιράσματος δεν προχωρά ανάλογα με προϋπάρχοντα πρότυπα: επινοεί, κυριολεκτικά, τον εαυτό της. Η μετάφραση είναι αυτή η εγγενής εφευρετικότητα του μοιράσματος, η οποία ανοίγει πάντα νέα πεδία και νέες ευκαιρίες για τη δημιουργία ενός κοινού κόσμου πάντα - εν - τω - γίγνεσθαι.

Η δημιουργία κοινών χώρων περιλαμβάνει πρακτικές μετάφρασης που χτίζουν γέφυρες ανάμεσα σε ανθρώπους με διαφορετικό πολιτικό, πολιτισμικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο. [...] Γύρω από μια κατσαρόλα σε μια συλλογική κουζίνα, στα παγκάκια μιας κατειλημμένης πλατείας και κατά τη διάρκεια των ολονυχτιών μπροστά από τα λαϊκά οδοφράγματα της Οαχάκα, ο κοινός χώρος υφάνθηκε μέσω πράξεων μετάφρασης που δημιουργούν κοινά διακυβεύματα, νέα κοινά έθιμα από απόψεις, νέα κοινά όνειρα. Η δύναμη της επέκτασης του μοιράσματος εξαρτάται από πράξεις μετάφρασης που προσκαλούν πάντοτε νεοεισερχόμενους, χωρίς να προσπαθούν να εγκλωβίσουν ή να μειώσουν την ετερότητά τους.

Γ. Μη συσσώρευση εξουσίας

Ένα τρίτο χαρακτηριστικό των θεσμίσεων για τη διεύρυνση του μοιράσματος έχει πολύ βαθιές ρίζες στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι τεκμηρίωσαν πολύ καλά την ύπαρξη, σε ορισμένες κοινωνίες, μηχανισμών που απέτρεπαν ή αποθάρρυναν τη συσσώρευση εξουσίας. Ανάλογα με την περίπτωση, οι μηχανισμοί αυτοί εστίαζαν στην ίση διανομή φαγητού που είχε συλλεχθεί, στην τελετουργική καταστροφή του πλούτου, στη συμβολική θυσία των αρχηγών ή και στην καρναβαλική αντιστροφή των ρόλων.

Αν οι θεσμίσεις του μοιράσματος προορίζονται να υποστηρίξουν ένα διαρκές άνοιγμα των κύκλων του μοιράσματος, οι ίδιες χρειάζεται να υποστηρίξουν μηχανισμούς ελέγχου κάθε δυνητικής συσσώρευσης εξουσίας, είτε από άτομα είτε από συγκεκριμένες ομάδες. Αν το μοίρασμα πρόκειται να είναι η καθοδηγητική αρχή των πρακτικών αυτοδιαχείρισης, τότε ο επιμερισμός της εξουσίας είναι ταυτόχρονα η προϋπόθεση του εξισωτικού μοιράσματος και ο ύστατος σκοπός του. Το εξισωτικό μοίρασμα, που χρειάζεται να μπορεί να συμπεριλαμβάνει τους νεοεισερχόμενους, πρέπει να ενθαρρύνεται από ένα διαρκώς διευρυνόμενο δίκτυο αυτοκυβερνώμενων θεσμίσεων. Τέτοιες θεσμίσεις μπορούν να είναι πραγματικά «ανοιχτές» και «αενάως εξελισσόμενες», αλλά με πολύ συγκεκριμένους τρόπους, σχετικούς με πρακτικές επέκτασης του μοιράσματος. Η εξουσία είναι πρώτα και κύρια εξουσία απόφασης. Αν, ωστόσο, η εξουσία της απόφασης επιμερίζεται ισότιμα μέσω μηχανισμών συμμετοχής, τότε η εξουσία παύει να δίνει σε συγκεκριμένους ανθρώπους την ευκαιρία (νομιμοποιημένη ή μη) να επιβάλλει τη θέλησή τους σε άλλους. [...]

Δ. Το δώρο

Η συγκρισιμότητα και η μετάφραση σχηματίζουν δυνητικούς δεσμούς μεταξύ ξένων και έτσι δημιουργούν δυνατότητες ανταλλαγών μεταξύ τους. Το εξισωτικό μοίρασμα μπορεί να υποστηρίζει ένα διαρκώς επεκτεινόμενο δίκτυο ανταλλαγών, ανοιχτό στους νεοεισερχόμενους. Αυτό που κατοχυρώνουν τα τρία τούτα χαρακτηριστικά των αναδυόμενων ανοιχτών θεσμίσεων του μοιράσματος είναι μορφές μοιράσματος που αψηφούν τις περιφράξεις και αντιλαμβάνονται την ισότητα τόσο ως προϋπόθεση για τη συνεργασία όσο και ως υπόσχεση για μια δίκαιη κοινωνία. Ίσως υπάρχει μια ακόμα κοινωνική σχέση που διευρύνει και μετασχηματίζει, επίσης, το εξισωτικό μοίρασμα: το δώρο. Στις περισσότερες ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, οι ανταλλαγές δώρων φαίνεται να στηρίζονται σε ρητές ή λανθάνουσες υποχρεώσεις που ενδυναμώνουν (ή αποτελούν ευφημισμό για) ασυμμετρίες εξουσίας. Μπορούν, ωστόσο, να υπάρξουν μορφές προσφοράς που αντίκεινται ουσιαστικά σε εγωκεντρικούς ή ομαδοκεντρικούς υπολογισμούς, και πιθανόν εκφράζουν διαφορετικές μορφές συντροφικότητας και αλληλεγγύης. Σε συνθήκες ακραίας ανισότητας (συμπεριλαμβανομένων της διαφοροποιημένης πρόσβασης στη γνώση και των φτωχά ανεπτυγμένων ατομικών ικανοτήτων που απορρέουν από ταξικούς φραγμούς), οι κοινωνοί του διευρυνόμενου μοιράσματος είναι απαραίτητο να συνειδητοποιήσουν πως συχνά χρειάζεται να προσφέρουν περισσότερα από όσα προσδοκούν να λάβουν, να μιλάνε λιγότερο και να ακούνε περισσότερο αυτούς που δεν είναι προικισμένοι ομιλητές, και να συμβάλλουν στα κοινά καθήκοντα χωρίς να απαιτούν αναλογικότητα στο επίπεδο των ατομικών πρόσφορών.

Οι καταυλισμοί διαμαρτυρίας σε πολλά μέρη του κόσμου ήταν στην πραγματικότητα τόποι πρακτικών του μοιράσματος που ενθάρρυναν την προσφορά δώρων. Στην κατειλημμένη πλατεία Ταχρίρ του Καϊρου, για παράδειγμα, η προσφορά φαγητού ήταν μέρος μιας διαδικασίας που διεύρυνε σημαντικά ήθη φιλοξενίας, που ήταν συνήθως συνδεδεμένα με την επικράτεια του οικογενειακού σπιτιού μεταφέροντάς τα στον δημόσιο χώρο. Αυτό ίσως είναι ένα ουσιαστικό μέρος της διαδικασίας με την οποία μια κατειλημμένη πλατεία ή μια κατασκήνωση διαμαρτυρίας μετατρέπονται σε ένα συλλογικά κατασκευασμένο σπίτι. Η προσφορά φαγητού, έτσι, συνέβαλε σε μορφές μοιράσματος μέσα και μέσω του χώρου, οι οποίες «ενεργοποίησαν εναλλακτικές μορφές κυκλοφορίας και διανομής, και ενθάρρυναν μορφές σχεσιακότητας διαφορετικές από τον καπιταλισμό τόσο στην προνοιακή όσο και στη νεοφιλελεύθερη παράδοσή του»[3]. Η αλληλεγγύη είναι προαπαιτούμενο του εξισωτικού μοιράσματος, αλλά και ένα σύνολο πρακτικών που δημιουργούν ισότητα μέσα από την προσφορά.

Νέοι ορισμοί του «Κοινού»

Όπως μπορούμε να δούμε, οι θεσμίσεις της διεύρυνσης του μοιράσματος δεν ορίζουν απλώς τρόπους συλλογικών πρακτικών αλλά, εξίσου σημαντικό, και μορφές κοινωνικών σχέσεων μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται συλλογικά υποκείμενα του μοιράσματος. Η συμβατότητα, η μεταφρασιμότητα, το μοίρασμα της εξουσίας και η προσφορά δώρων είναι πράγματι μορφές σχέσεων μεταξύ υποκειμένων του μοιράσματος που ενθαρρύνουν τη διεύρυνσή του πέρα από τα όρια οποιασδήποτε κλειστής κοινότητας. Να γιατί η διεύρυνση του μοιράσματος ενεργοποιεί εκ των πραγμάτων διαδικασίες διάνοιξης ταυτοτήτων. Προκειμένου να σχηματιστούν υποκείμενα του μοιράσματος μέσα από τη σύγκριση και τη μετάφραση καθώς και μέσα από μηχανισμούς που αποτρέπουν τη συγκέντρωση εξουσίας και από χειρονομίες δωροθεσίας που βοηθούν τη μείωση των υφιστάμενων ανισοτήτων, τα υποκείμενα αυτά πρέπει να είναι ανοιχτά σε νέους ορισμούς για το τι θεωρείται κοινό. Μπορούμε έτσι να θέσουμε σε διαφορετικά συμφραζόμενα την αντίληψη του Ρανσιέρ για την πολιτική ως «εκδήλωση ενός “εμείς” που ανασυστήνει τη σκηνή του κοινού»[4]. Η διεύρυνση του μοιράσματος ενεργοποιεί πάντα και αναπτύσσει μια εκδήλωση (και φυσικά την παραγωγή) ενός «εμείς», το οποίο ανασυστήνει τη σκηνή του κοινού, «τα αντικείμενα που ανήκουν σε αυτό και τα υποκείμενα που αυτό μετράει»[5]. Το να ανήκεις σε αυτό το «εμείς» σημαίνει την ικανότητα να βλέπεις τη δυνατότητα εφαρμογής νέων πρακτικών για την ανασύσταση της «σκηνής του κοινού» και, έτσι, την αναγνώριση νέων υποκειμένων που διαμορφώνονται, ως εκ της ένταξης τους, στη διαδικασία διεύρυνσης του κοινού.

Η διεύρυνση του μοιράσματος συμπεριλαμβάνει συγκεκριμένες και χαρακτηριστικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης. Προσκαλεί συνεχώς «νεοεισερχόμενους» και έτσι μετασχηματίζει την κοινότητα από την οποία πηγάζει το μοίρασμα, όπως και αυτούς που, όχι απλώς έλκονται και ενσωματώνονται σε αυτό, αλλά γίνονται -ουσιαστικά - συν-παραγωγοί ενός μετασχηματισμένου κοινού κόσμου. Η φράση «ανασύσταση της σκηνής του κοινού» υπαινίσσεται, ίσως, ότι η διαδικασία επαναπροσδιορισμού του τι είναι κοινό είναι πάντα μια διαδικασία υλικών και άυλων μετασχηματισμών. Το να δίνεις νέο νόημα σε υφιστάμενες πρακτικές και αγαθά γίνεται ακριβώς τόσο σημαντικό όσο το να επινοείς νέες πρακτικές και προϊόντα. Οι νεοεισερχόμενοι, έτσι, μπορεί να αναστατώνουν τις κυρίαρχες ταξινομήσεις και τους κυρίαρχους καταμερισμούς ρόλων ακόμα και σε κοινότητες και κοινωνίες που τείνουν να ομογενοποιούνται μέσω του μοιράσματος. [...] Η διεύρυνση του μοιράσματος τροφοδοτεί διαφορές αλλά δεν εξαντλείται στην ανοχή ή την αναγνώριση των διαφορών: προσκαλεί διαφορετικές ομάδες ή άτομα να γίνουν συμπαραγωγοί ενός κοινού κόσμου εν τω γίγνεσθαι. [...]

Πέρα από τον καπιταλισμό, πέρα από τη λογική του οικονομικού

Η κοινωνικότητα της ανταλλαγής δώρων, η χαρά της φιλίας και της αλληλεγγύης, ιδέες (όπως ο πατριωτισμός) και συναισθήματα (όπως η αγάπη), έχουν επίσης τη δύναμη να ξεπερνούν ατομοκεντρικούς ή ομαδοκεντρικούς υπολογισμούς. Ακριβώς η έννοια του οφέλους (ατομικού ή συλλογικού) είναι πολιτισμικά και ιστορικά προσδιορισμένη. Και ανοιχτή σε αγώνες που την αμφισβητούν, τη μετασχηματίζουν και τη συνδέουν με διαφορετικές αξίες και νοήματα που μοιραζόμαστε. Ακόμα και ο αθώος, υποτίθεται, όρος πρόσβαση (που χρησιμοποιείται για να προβληματοποιήσει τη διαχείριση ή τη διακυβέρνηση των πόρων) πιο συχνά προϋποθέτει την επικράτηση της αρχής της σπανιότητας που διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις απαιτήσεις. Η χρήση του όρου, για να περιγράψει την ευκαιρία να μοιραστούμε μια γνώση περιφραγμένη από αυτούς που επωφελούνται από τις χρήσεις της, κρύβει το γεγονός ότι η παραγωγή και η κυκλοφορία της γνώσης δεν είναι μια οικονομική διαδικασία (και δεν υπόκειται στη λογική της σπάνης). Η καπιταλιστική λογική του μετασχηματισμού των πάντων σε οικονομικές οντότητες και της συρρίκνωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας σε εργασία προσανατολισμένη στο οικονομικό όφελος δημιουργεί μια γνωσιακή οικονομία (μια οικονομία της γνώσης). Δεν είναι ασφαλώς αρκετό να διαχωρίσει κανείς τη γνώση από τη λογική του οικονομικού προκειμένου να την ανοίξει προς το μοίρασμα. Είναι εξίσου σημαντικό να απελευθερώσει τη γνώση από πρακτικές κυριαρχίας, στις οποίες η ίδια ανακηρύσσεται επιτελεστικά ως πηγή εξουσίας. Ο όρος πρόσβαση μπορεί και να κρύβει τις διαστάσεις περίφραξης της γνώσης που επιβιώνουν και συνεχίζουν να ευημερούν στον καπιταλισμό («ιερή» γνώση, φρουρούμενη από «ιερατεία», ελιτίστικη γνώση που φρουρούν ειδήμονες κ.ο.κ.).

Οι κοινωνίες δομούνται μέσα από γεωμετρίες εξουσίας και αυτές ακριβώς πρέπει να αμφισβητήσει το μοίρασμα. Η κυριαρχία επιβάλλεται και νομιμοποιείται σε κάθε πεδίο και κάθε επίπεδο της κοινωνικής ζωής συμπεριλαμβανομένης προφανώς της παραγωγής αγαθών. Ίσως η μετάβαση πέρα από τον καπιταλισμό θα σήμαινε να αφαιρέσουμε από την οικονομία τη λογική του οικονομικού, τη δύναμη να κυριαρχεί σε όλα τα άλλα συστήματα της κοινωνικής δομής. Η δημιουργικότητα, το παιχνίδι, το πάθος και τα πειράματα στις κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες δεν είναι τα μέσα για κάτι άλλο, αλλά αποτελούν οι ίδιες το σκοπό της κοινής κοινωνικής ζωής, είναι τρόποι κοινωνικής οργάνωσης που θα μπορούσαν να περιγράψουν έναν δρόμο πέρα από την κυριαρχία της οικονομίας. Αυτή η κυριαρχία, άλλωστε, φαίνεται να χαρακτηρίζει ένα μικρό μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε το μοίρασμα όχι ως εναλλακτική οικονομία, αλλά «ως εναλλακτική στην οικονομία»[6]. Τα κοινά μπορούν πράγματι να είναι «το κύτταρο μιας νέας κοινωνίας», όχι μόνο αν το κοινό είναι «η κυτταρική μορφή της κοινωνίας πέρα από το κεφαλαίο», αλλά αν το μοίρασμα αποτελεί μια διαδικασία μοιράσματος πόρων, όσο και εξουσίας. Το μοίρασμα μπορεί να αναπτύξει, έτσι, όχι μόνο ένα αενάως διευρυνόμενο δίκτυο εναλλακτικών μορφών κοινωνικής οργάνωσης, αλλά και ένα διαρκώς διευρυνόμενο δίκτυο εναλλακτικών στον οικονομοκεντρικό λόγο και τις εκμεταλλευτικές εξουσιαστικές σχέσεις.

 

[1] Ranciere. J., The emanciper spectator, Λονδίνο: Verso, 2009, σ. 22

[2] Roggero, G., «Five theses on the Common», Rethinking Marxism, 22/3, 2010, σ. 368.

[3] Mittermaier, A., «Bread freedom, social justice: the Egyptian uprising and a Sufi Khidma», Cultural Anthropology, 29/1, 2014, σ. 73.

[4] Ranciere, J., «A few remarks on the method of J. Ranciere», Parallax, 15/3, 2009, σ. 121.

[5] Στο ίδιο.

[6] Estreva, «Commoning in the new society”, σ. 149.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία

Ολόκληρη η χθεσινή ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Στ. Πέτσα ήταν αφιερωμένη στο θέμα της ανομίας. Η κυβέρνηση παίζει το χαρτί της «μηδενικής ανοχής» και κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για ψυχική συνδρομή στους μπαχαλάκηδες.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο