Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η γερμανική Αριστερά στον δρόμο για τις εκλογές: τρεις διαπιστώσεις και μια πρόταση

Του Λάζαρου Καραβασίλη*

 

- Στοιχεία λαϊκιστικού λόγου ενυπάρχουν ήδη στη γερμανική Αριστερά, όπως υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό και στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Πιο πρόσφατο παράδειγμα, το σύνθημα στο πρόγραμμα του κόμματος για τις Ευρωεκλογές: «Για μια Ευρώπη αλληλεγγύης των εκατομμυρίων ανθρώπων, απέναντι σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση των εκατομμυριούχων». Ωστόσο, αυτό δεν έχει οδηγήσει ακόμα στη σύμπηξη μιας συνεκτικής λαϊκιστικής στρατηγικής, που να αποτελεί το σημείο συνάντησης των διαφορετικών εσωκομματικών ομάδων.

 

Οι Ευρωεκλογές του 2019 αποτελούν στοίχημα για την Ευρώπη και τις πολιτικές δυνάμεις που λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Η ευρωπαϊκή Ακροδεξιά δείχνει σημάδια συσπείρωσης με στόχο την αποδόμηση του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Την ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή Αριστερά μοιάζει να κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός οι σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις παρουσιάζουν μια μικρή ανάκαμψη, αφετέρου οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς δείχνουν τάσεις παγίωσης σε εκλογικό επίπεδο. Κατ’ επέκταση, οι εκλογές της 26ης Μαΐου θα αποκρυσταλλώσουν τάσεις και προτιμήσεις στις πολιτικές δυνάμεις που με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τις επόμενες εθνικές εκλογές στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ίδιο θα συμβεί και στην πολιτική σκηνή της Γερμανίας που βρίσκεται εν μέσω σημαντικών εξελίξεων με άμεσο αντίκτυπο για την Ευρώπη και την Ε.Ε. Η αποχώρηση της Άγκελα Μέρκελ από την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατικών, η ενδυνάμωση και παγίωση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD), καθώς και η άνοδος των Οικολόγων στις δημοσκοπήσεις, συνθέτουν μια εικόνα που εγείρει αρκετά ερωτήματα για το μέλλον του πολιτικού συστήματος της Γερμανίας. Ωστόσο, η γερμανική Αριστερά φαίνεται να μην παίζει ουσιαστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις[1], ούτε να αντιπαραβάλλεται ως μια σημαντική πολιτική δύναμη απέναντι στην άνοδο της Ακροδεξιάς, γεγονός που δημιουργεί προκλήσεις για το μέλλον του κόμματος της Αριστεράς (Die Linke). Ενόψει των Ευρωεκλογών, μπορούμε να αναζητήσουμε τους λόγους που η γερμανική Αριστερά δεν έχει πετύχει μια εκλογική άνοδο, αντίστοιχη με αυτήν που έχουμε δει σε κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, όπως το Ποδέμος ή ο ΣΥΡΙΖΑ, και τι σημαίνει αυτό για την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Οι κυβερνήσεις Μέρκελ

Από το 2005 η ομοσπονδιακή κυβερνητική εξουσία βρίσκεται κατά κύριο λόγο στα χέρια του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), το οποίο έχει συνάψει κυβερνήσεις συνεργασίας είτε με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) είτε με τους Φιλελεύθερους (FDP). Κατά αυτόν τον τρόπο, η Μέρκελ έχει παγιώσει μια πολιτική ευρείας συναίνεσης, ειδικά όταν η συνεργασία γίνεται μεταξύ του κόμματος της και των σοσιαλδημοκρατών, δημιουργώντας το λεγόμενο «Μεγάλο Συνασπισμό» (Die Große Koalition). Σε συνδυασμό με την επιτυχία της εγχώριας οικονομικής πολιτικής και την αποσόβηση μιας κρίσης αντίστοιχης των χωρών της Νότιας Ευρώπης, η Μέρκελ κατάφερε να γίνει εκφραστής διαφορετικών κοινωνικών αιτημάτων, περιορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξη μιας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Η συγκεκριμένη πολιτική της Μέρκελ βρήκε τα όρια της με αφορμή την προσφυγική κρίση, από την οποία όμως πιο ωφελημένη βγήκε η Εναλλακτική για τη Γερμανία παρά η Αριστερά. Συνεπώς, η διαμόρφωση των κοινωνικό-οικονομικών συνθηκών λειτούργησε αποτρεπτικά για την ανάπτυξη της Αριστεράς ως σημαντικής δύναμης στο πολιτικό τοπίο.

Η εμπειρία στην εξουσία

Η Αριστερά μπορεί να μην έχει σχηματίσει κυβέρνηση σε ομοσπονδιακό επίπεδο, παρόλα αυτά έχει λάβει μέρος σε κυβερνήσεις συνασπισμών στο επίπεδο κρατιδίων. Η κυβερνητική εμπειρία έφερε το κόμμα αντιμέτωπο με ένα διπλό δίλλημα. Από τη μια, καλείται να αποδείξει πως είναι μια υπολογίσιμη δύναμη ως εν δυνάμει συνεργάτης σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Από την άλλη, προσπαθεί να διατηρήσει το προφίλ του ως ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που τάσσεται κατά των κομμάτων εξουσίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το κόμμα να αμφιταλαντεύεται μεταξύ μιας «πραγματιστικής» πολιτικής πρακτικής και μιας προσπάθειας διατήρησης του ριζοσπαστικού «αξιακού-ιδεολογικού» του χαρακτήρα, που το αποτρέπει από το να έχει έναν σαφή πολιτικό προσανατολισμό.

Η σύσταση του κόμματος

Στην παραπάνω εικόνα έρχεται να προστεθεί και η ίδια η δομή του κόμματος της Αριστεράς. Η πολυφωνία που υπάρχει μέσω των διάφορων φραξιών μέσα στο κόμμα διασφαλίζει τον δημοκρατικό διάλογο εντός του κόμματος, αλλά δημιουργεί προβληματισμούς όταν υπάρχει μια πολύπλευρη (και ενίοτε αντιφατική) έκφραση της πολιτικής στρατηγικής. Αυτό οδηγεί σε αμφίσημες θέσεις και στόχους, με κάθε ομάδα να υποστηρίζει διαφορετικές προτάσεις, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται μια συγκεχυμένη εικόνα προς στο εκλογικό ακροατήριο.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η γερμανική Αριστερά δεν είναι πρωτόγνωρα, ούτε ανυπέρβλητα. Αντιθέτως, μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω μιας στρατηγικής βασισμένης στη χάραξη συγκεκριμένων πολιτικών στρατοπέδων με σαφή κοινωνικό - οικονομικά συμφέροντα. Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να προσδιοριστεί ως λαϊκιστική, σύμφωνα με την Βελγίδα θεωρητικό Σαντάλ Μουφ, που αντιπαραβάλλεται τόσο απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό όσο και στην άνοδο της Ακροδεξιάς[2]. Στην περίπτωση της Αριστεράς, η υιοθέτηση ενός λόγου, που θα βασίζεται στην αντιπαράθεση ενός «λαού» με συμπεριληπτικά χαρακτηριστικά απέναντι σε μια «ελίτ» προσδιορισμένη με κοινωνικό - οικονομικούς όρους, μπορεί να λειτουργήσει πολλαπλώς ως προς την ενίσχυση του κόμματος.

Κατά κύριο λόγο, η διάρθρωση ενός τέτοιου λόγου θα επιτρέψει στην γερμανική Αριστερά να επαναπροσδιορίσει τον πολιτικό της λόγο σε εθνικό επίπεδο και να διαχειριστεί επιμέρους θέματα (όπως το προσφυγικό) με δικούς της όρους. Σε δεύτερο επίπεδο, ένας προοδευτικός λαϊκιστικός λόγος θα δώσει το έναυσμα στο κόμμα να διαχωρίσει τη θέση του από τα κόμματα εξουσίας και θα του επιτρέψει να αρθρώσει το δικό του αφήγημα που θα αιτιολογεί την συνύπαρξη του σε κυβερνητικούς συνασπισμούς, ενώ θα διατηρεί και τον ριζοσπαστικό του χαρακτήρα. Τέλος, η συσπείρωση και ταυτοποίηση γύρω από μια πολυποίκιλη και πλουραλιστική έννοια του «λαού» μπορεί να λειτουργήσει ως η συμβολική βάση για τις κατάλληλες κοινωνικές συμμαχίες που θα εκτείνονται από τα εργατικά συνδικάτα μέχρι τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα. Ταυτόχρονα, η αντιπαράθεση μεταξύ «λαού» και «ελίτ» μπορεί να λειτουργήσει θετικά και ως προς τη συσπείρωση των εσωκομματικών διαφοροποιήσεων, χωρίς να διακινδυνεύεται ο δημοκρατικός διάλογος μέσα στο κόμμα.

Στοιχεία λαϊκιστικού λόγου ενυπάρχουν ήδη στη γερμανική Αριστερά, όπως υπήρχαν σε μεγάλο βαθμό και στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Πιο πρόσφατο παράδειγμα, το σύνθημα στο πρόγραμμα του κόμματος για τις Ευρωεκλογές: «Για μια Ευρώπη αλληλεγγύης των εκατομμυρίων ανθρώπων, απέναντι σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση των εκατομμυριούχων». Ωστόσο, αυτό δεν έχει οδηγήσει ακόμα στη σύμπηξη μιας συνεκτικής λαϊκιστικής στρατηγικής, που να αποτελεί το σημείο συνάντησης των διαφορετικών εσωκομματικών ομάδων. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας στρατηγικής μπορεί να οδηγήσει σε μια εκλογική άνοδο του κόμματος που θα καταφέρνει να εκπροσωπεί διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, ενώ θα λειτουργήσει και ως ανάχωμα απέναντι ακροδεξιά ρητορική της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.

 

* Υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Loughborough

[1] Να σημειωθεί εδώ, πως υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως το Κρατίδιο του Βερολίνου, όπου το Αριστερό Κόμμα βρίσκεται στη κυβέρνηση μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Οικολόγους, γεγονός που έχει οδηγήσει σε άνοδο των ποσοστών του κόμματος.

[2] Mouffe, C. 2018. For a Left Populism, London: Verso.

Δείτε όλα τα σχόλια