Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Απόστολου Μπογιατζή, Μακρονήσι. Το βιβλίο που ήθελα ν’ αφήσω, Εκδόσεις Πληθώρα

- Τον καιρό αυτόν ήρθαν και επιτροπές ξένων, Ευρωπαίων, για να διαπιστώσουν ότι το Μακρονήσι ήταν το πολιτισμένο κομμάτι της Ελλάδας και ότι ήταν φυλακισμένοι που είχαν «ανανήψει» και θα πήγαιναν στα σπίτια τους. Όμως, εμάς μας έπαιρναν και μας πήγαιναν από τα πίσω του νησιού. Και έγινε πολλές φορές αυτό σε όλο το Μακρονήσι. Ήταν διάφοροι δημοσιογράφοι, προσωπικότητες, που ήθελα να δουν σύμφωνα με τις καταγγελίες της Σοβιετικής Ένωσης, των Λαϊκών Δημοκρατιών, και σε παγκόσμια κλίμακα για το τι γινόταν στο Μακρονήσι.

Αυτό έχει γίνει συνήθειο. ξύλο ο ένας, ξύλο ο άλλος, ή βασανιστήρια, και ό,τι παθαίναμε ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα τρομοσυνήθειο. Το συνηθίσαμε δηλαδή: αυτοί χτυπάγανε και ’μεις έπρεπε ν’ αντέξουμε. Αυτοί βασανίζανε με διάφορα μέσα και έφθανε που έλεγε ο αγωνιστής «[μακάρι] να με σκοτώσουν!» για να λυτρωθεί. Να γλυτώσει.

Τα βασανιστήρια ήταν λογής-λογής. Πού να φανταστεί ο νους ανθρώπου... Δηλαδή βάζανε ο ένας αγωνιστής να δείρει τον άλλον. Φυσικά, αυτός δεν χτυπούσε. Τότε τους πλακώνανε στο ξύλο και τους δυο. Του λέγαν να σηκώσει τα χέρια. Ή, να κάθεται με ανοιχτό το στόμα. Ο αγωνιστής αρνιότανε. ξύλο, κλωτσιές, γροθιές και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς: φωτιά με τσιγάρο.

Όλα ήταν πώς να ξεφτιλίσουν τον σύντροφο, τον αγωνιστή, πώς να τον κουρελιάσουν. Είχε ένα δρόμο με χαλίκι. Μας βάζαν και γονατίζαμε: τρομερό βασανιστήριο. Ή, να περπατάμε ξυπόλυτοι. Ή να κάνεις το αεροπλανάκι ή τροχάδην με ξυλοδαρμό και «μεταβολή!». Ή, στην αράδα, πέντε μέτρα απόσταση από τον άλλον, γύμνια από τη μέση και απάνω, κόψιμο τα μουστάκια και γέλια ξεκαρδιστικά: βρωμεροί, ασύδοτοι!

Σε φόρτωναν μια πέτρα εξήντα-εβδομήντα οκάδες, για να κάνεις δήλωση. Αν την πέταγες κάτω, τρακόσες γροθιές το λιγότερο: πέφταν απάνω σου πέντε, έξι, δέκα. Μας κολυμπάγαν στη θάλασσα με τα ρούχα τον χειμώνα και μας παίρναν και μας πήγαιναν σε ύψωμα και στεγνώναμε μέχρι το πρωί: ήταν αδύνατο να τ’ αντέξει άνθρωπος.

Και άλλα βασανιστήρια: να μένεις όρθιος μέρα-νύχτα ή και φορτωμένος με τα ρούχα σου ή με πέτρες. Και πολλά άλλα: κάψιμο με τσιγάρο στο πρόσωπο ή αλλού. στρίψιμο τα αρχίδια. Τρομερά πράγματα. Βρωμεροί.

Και ο ψυχολογικός πόλεμος. Να πονάει το δόντι σου και να πηγαίνεις στον γιατρό. «Σε ποιο κλωβό είσαι;», να σ’ αρωτάει. «Στον αριστερό ή σε απομόνωση; Θα κάνεις δήλωση;». Και δεν σου έβγαζε το δόντι. «Κάθισε απέξω!». Περίμενες, περίμενες να σε φωνάξει, τίποτα. Περίμενες και περίμενες, πέρναγε ο Αλφαμίτης,

«Τι ζητάς εδώ;».

«Ήλθα να βγάλω το δόντι μου».

«Και τι σου είπε;»

«Να περιμένω έξω».

Δεν χρειαζόταν να βγάλεις δόντι. Στα έβγαζε αυτός με αμέτρητες γροθιές και ήσουνα ψόφιος. Τι να κάνω, δεν μπορούσα να περπατήσω, πόναγαν τα πόδια μου από το ξύλο και το κεφάλι μου από τις γροθιές. Ζαλιζόμουν, βράδιαζε και έπρεπε να φύγω. Σκοτείνιαζε, μα δεν μπορούσα να κινηθώ. Δεν έχει να σε βοηθήσει κανένας για θα το πληρώσει κι αυτός. Τι να κάνω, αρκούδισα σιγά-σιγά, έφτασα και έπεσα ξερός. Το δόντι όλη τη νύχτα δεν έκλεισα μάτι.

[...]

Τον καιρό αυτόν ήρθαν και επιτροπές ξένων, Ευρωπαίων, για να διαπιστώσουν ότι το Μακρονήσι ήταν το πολιτισμένο κομμάτι της Ελλάδας και ότι ήταν φυλακισμένοι που είχαν «ανανήψει» και θα πήγαιναν στα σπίτια τους. Όμως, εμάς μας έπαιρναν και μας πήγαιναν από τα πίσω του νησιού. Και έγινε πολλές φορές αυτό σε όλο το Μακρονήσι. Ήταν διάφοροι δημοσιογράφοι, προσωπικότητες, που ήθελα να δουν σύμφωνα με τις καταγγελίες της Σοβιετικής Ένωσης, των Λαϊκών Δημοκρατιών, και σε παγκόσμια κλίμακα για το τι γινόταν στο Μακρονήσι.

Γι’ αυτό μας έκρυβαν, διότι ήταν πολλοί κρατούμενοι που ήξεραν διάφορες γλώσσες και θα φαινόταν η βρωμιά τους. Γιατί μια φορά πιο αργά, δηλαδή 1949 με ’50, ήμουν στην απομόνωση του Α΄ ΕΤΟ: Χαράδρα. Εκεί ήλθαν μια ομάδα, επίτροποι από τον ΟΗΕ -Γάλλους, Σουηδούς, Ελβετούς και άλλους. Μόλις ανακάλυψαν την απομόνωση στη Χαράδρα, μας κοιτάξανε όλους καθαρούς, τα πρόσωπά μας σκυθρωπά. Εκείνη την ώρα πέσαν κάνα-δυο κάτω και βγάζαν αφρούς από το στόμα. Πετάγεται ο Ιωαννίδης της Χούντας, υπολοχαγός τότε και Διοικητής του Α2 του Α΄ ΕΤΟ, και τους λέει να φύγουνε.

Φύγανε, και δεν πρόλαβαν να πάνε παρακάτω, και έμεινε μέσα [στην απομόνωση] κάποιος που ήταν Γάλλος και τον μίλησε ένας κρατούμενος που φώναξε και αυτούς που έφυγαν. Και όλοι μαζί αρώτησαν τι περίπου μας κάνουν. Ο κρατούμενος τους είπε πολλά στα γαλλικά. και ο Ιωαννίδης μπροστά.

Τότε ο κρατούμενος υπόδειξε έναν άλλον κρατούμενο που τον κάψαν με τσιμπίδες μεγάλες τα χέρια. Αυτός έκανε «δήλωση μετανοίας» και μετά ανακάλεσε και επειδή ανακάλεσε του είπαν ότι θα σε κάψουμε. Τότε πήραν τις δυο τσιμπίδες, τη μία από το ένα χέρι, την άλλη από το άλλο -οι Αλφαμίτες βέβαια- πάνω στα μπράτσα που, όπως έκαιγαν, έμειναν τα καμμένα κρέατα απάνω στις τσιμπίδες. Το συμβάν έγινε πριν έξι-εφτά μέρες, που ήταν ακόμη φρέσκο και ξετύλιγαν τις γάζες μπροστά στους ξένους που κρατούσαν την αναπνοή τους. Τους τα εξηγούσε βέβαια, ο κρατούμενος.

Ο κρατούμενος που μίλησε γαλλικά ήταν ο Νίκος Μαλίκης, από την Αλεξανδρούπολη νομίζω. Ενώ αυτόν που υπόδειξε ότι τον κάψανε τα μπράτσα, ήταν ο Σπυράτος Διονύσιος, τσομπάνος από τη Ζάκυνθο.

Αφού τέλειωσαν, φύγανε.

Την άλλη μέρα, τον κρατούμενο [ο Μαλίκης που μίλησε στην επιτροπή του ΟΗΕ] τον ζήτησε το Α2. Τον στείλανε στην περιοχή του όπου του στήσαν κατηγορία για ανυπόταχτο: και εκτελέστηκε από στρατοδικείο.

 

Δείτε όλα τα σχόλια