Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μπρέξιτ: Το μεγάλο τους τσίρκο

ΑΜΠΕ

Του Θανάση Κούτση*

 

- Δεν έχει να κάνει με πρόσωπα -τον Μπόρις Τζόνσον ή τον Τζέικομπ Ρις-Μογκ, λόγου χάρη, ευθείς αντιζήλους Ελλήνων επαρχιωτών πολιτευτών της χειραψίας και του τζούφιου «εθνικού μεγαλείου» (με καλύτερα κοστούμια όμως). Ούτε καν με την Τερέζα Μέι, το μηχανικό, άνευρο «Μέιμποτ» που προσπαθεί να παραστήσει ότι ξέρει τι της γίνεται, όταν αποσυνδέεται από τον φορτιστή της πρωθυπουργικής κατοικίας για να πάει στη Βουλή των Κοινοτήτων. Έχει να κάνει με το αποτέλεσμα των εδώ και 40 χρόνια ασκούμενων πολιτικών. Διότι, στα κοινωνικά πράγματα, τα λάθη δεν εξαργυρώνονται άμεσα: πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους πριν αποδώσουν τους τοξικούς καρπούς τους.

 

Οι τίτλοι των ΜΜΕ είναι παραπλανητικοί. Κάθε τόσο, μια νέα ψηφοφορία για μια «νέα» πρόταση -μάλλον ακατανόητη, αν δεν είσαι εξοικειωμένος με το καβαλιστικό τυπικό του Γουέστμινστερ και τις εξ ίσου καβαλιστικές νόρμες των Βρυξελλών- προκαλεί «ρίγη αγωνίας» για το αποτέλεσμά της μέχρι στιγμής σταθερά ατελέσφορης διαδικασίας όσον αφορά τη μέθοδο, την ημερομηνία και τους όρους της βρετανικής εξόδου από την Ε.Ε.

Όμως, η πραγματικότητα έχει εδώ και καιρό αποσπαστεί από τη λαχανιασμένη επικαιρότητα. Είναι φανερό πλέον ότι μιλάμε για ένα μπάχαλο χωρίς προηγούμενο στην πρόσφατη βρετανική και ευρωπαϊκή ιστορία, ικανό να προκαλεί ταυτόχρονα τρανταχτά γέλια (ενίοτε χαιρέκακα) και αγωνία για την ισορροπία ενός κράτους συνυφασμένου στις συλλογικές αναπαραστάσεις με κάποια έννοια σταθερότητας και στιβαρότητας.

Τι συνέβη; Είναι άραγε αυτό το μνημειώδες cock-up προϊόν κάποιας παροδικής ομαδικής παράκρουσης, που αύριο, με τη βοήθεια του Θεού και της Βασιλίσσης, θα εξαφανιστεί; Είναι αποτέλεσμα της κυριάρχησης του αμόρφωτου, ξεδοντιάρικου όχλου επί της μετριοπαθούς σωφροσύνης που ανέκαθεν επεδείκνυαν οι κυβερνήτες του βρετανικού έθνους;

Αναμφίβολα όχι. Για την ακρίβεια, πρόκειται για το ακριβώς αντίθετο: είναι η μυρωδιά της αποσύνθεσης της βρετανικής άρχουσας τάξης. Τυμπανιαίο πτώμα στο στεγανό τους περίβλημα εδώ και καιρό, οι ελίτ, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό - χρηματοπιστωτικό επίπεδο, αναγκάστηκαν να βγουν στο φως για να αντιμετωπίσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος -και προκάλεσαν ίλιγγο με την επικίνδυνη φαιδρότητα και ανικανότητά τους.

Δεν έχει να κάνει με πρόσωπα -τον Μπόρις Τζόνσον ή τον Τζέικομπ Ρις-Μογκ, λόγου χάρη, ευθείς αντιζήλους Ελλήνων επαρχιωτών πολιτευτών της χειραψίας και του τζούφιου «εθνικού μεγαλείου» (με καλύτερα κοστούμια όμως). Ούτε καν με την Τερέζα Μέι, το μηχανικό, άνευρο «Μέιμποτ» που προσπαθεί να παραστήσει ότι ξέρει τι της γίνεται, όταν αποσυνδέεται από τον φορτιστή της πρωθυπουργικής κατοικίας για να πάει στη Βουλή των Κοινοτήτων. Έχει να κάνει με το αποτέλεσμα των εδώ και 40 χρόνια ασκούμενων πολιτικών. Διότι, στα κοινωνικά πράγματα, τα λάθη δεν εξαργυρώνονται άμεσα: πρέπει να κάνουν τον κύκλο τους πριν αποδώσουν τους τοξικούς καρπούς τους.

Ρόλο πυροκροτητή ανέλαβε ο ανεκδιήγητος Ντέιβιντ Κάμερον. Προκειμένου να κερδίσει τις εκλογές του 2015, κλείνοντας το μάτι στους ψηφοφόρους του «έξω από την Ευρώπη» UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ (κάπως σαν «Κόμμα Έξαλλων Μακεδονομάχων» στα καθ’ ημάς), έταξε «υπερήφανη» επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης Ηνωμένου Βασιλείου - Ε.Ε., μιας σχέσης ήδη γεμάτης εξαιρέσεις, ισορροπημένης όμως με τα χρόνια στο σημείο μιας αμοιβαία υποχωρητικής συγκατοίκησης. Ερχόμενος στις Βρυξέλλες να διαπραγματευθεί ακόμη περισσότερες εξαιρέσεις, τις οποίες μόνο οριακά θα μπορούσε να πετύχει, προχώρησε στο δημοψήφισμα που είχε προεκλογικά υποσχεθεί: εκβιασμός της Ε.Ε. μέσω της επίκλησης της λαϊκής βούλησης (γνωρίζουμε εξ ιδίας εμπειρίας πόσο δυσανεκτική είναι η Ένωση σε κάτι τέτοια), αλλά και βεβαιότητα για το θετικό αποτέλεσμα.

Και η βόμβα έσκασε στα χέρια του. Δεν ήταν ο στερεοτυπικός αναγνώστης της Sun, με τη φανέλα λεκιασμένη από το λαδιάρικο fish and chips, που έγειρε την πλάστιγγα προς το Μπρέξιτ: αυτός ήταν ο σίγουρος. Ήταν η συσσωρευμένη απογοήτευση και δυσαρέσκεια των βαριά χτυπημένων από τη σκληρή λιτότητα. Μια λιτότητα καθημερινά ορατή, με περικοπές σε κάθε τι δημόσιο, με το Εθνικό Σύστημα Υγείας να αγκομαχάει (κάτι που βιώνεται ως πλήγμα στην εθνική υπερηφάνεια), την εκπαίδευση να γίνεται ολοένα και πιο απρόσιτη για τους μη έχοντες, με την -απαραίτητη πλέον για όλο και περισσότερους- κοινωνική πρόνοια να ιδιωτικοποιείται και άρα να αποζητά λόγους για την απόρριψη αιτήσεων.

Σε αυτή την κατάσταση υπόκωφης οργής και έλλειψης πειστικού λόγου από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, τι ευκολότερο από την εισβολή μιας «πονηρής» λαϊκίστικης μικροπολιτικής που, αποκρύπτοντας την παντελή έλλειψη σχεδίου, θα κατηγορούσε οποιονδήποτε «άλλον» ως φταίχτη για τα δεινά του έθνους και θα κορφολογούσε την απελπισία; Ειδικά αν έχει απέναντί της μονάχα ξεθυμασμένα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Μπουμ!

Στο βάθος της, αυτή η ψήφος αποτέλεσε διαμαρτυρία για τη διάρρηξη του βρετανικού κοινωνικού συμβολαίου. Σε μια κοινωνία με σαφή όρια μεταξύ των τάξεων, το Establishment, το βρετανικό κατεστημένο, ήταν πάντοτε υποχρεωμένο να φροντίζει τις κατώτερες τάξεις, μέσω κάποιου τύπου αναδιανομής των κερδών και των προνομίων που συσσώρευε για τον εαυτό της. Όλα αυτά συνοδευόμενα και από μια αίσθηση καθήκοντος, μια ηθική υποχρέωση να «υπηρετήσουν το έθνος».

Το σχήμα αυτό άρχισε να ξηλώνεται από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ. Το ολοένα και μικρότερο κράτος, η ολοένα και μεγαλύτερη χρηματιστικοποίηση της οικονομίας, το σταδιακό ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων σε ξένους επενδυτές, και η συνεπαγόμενη διόγκωση του ρόλου του τραπεζικού-χρηματιστηριακού Σίτυ στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας, οδήγησαν στη σταδιακή απορρύθμιση και της κοινωνίας. Οι νέοι «άρχοντες», αρχικά οι αδίστακτοι Θατσερίτες και στη συνέχεια οι κάθε λογής άπληστοι οπαδοί της διασάλευσης (disruption) κάθε καθιερωμένου οικονομικού μοντέλου έχουν ως μόνο θεό τον χρηματιστηριακό δείκτη. Κανείς από αυτούς δεν ενδιαφέρεται για την τήρηση οποιουδήποτε «αρχαϊκού» κοινωνικού συμβολαίου.

Αυτή η αδιαφορία διαπέρασε βεβαίως και την πολιτική τάξη. Άβουλη, οριακά αστεία, τραγικά μυωπική και αναποτελεσματική, όταν καλείται να ξεφύγει από την εξυπηρέτηση μικροπολιτικών και ιδιοτελών συμφερόντων, παρασέρνει στη δίνη της μια μεγάλη χώρα.

Δεν γνωρίζουμε μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο αν η πρόσκληση της Μέι προς τον ηγέτη των Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν φέρει κάποιο αποτέλεσμα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι όλη αυτή η εκ του μηδενός περιπέτεια έχει ήδη πλήξει σοβαρότατα την εικόνα του Ηνωμένου Βασιλείου τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό -και βεβαίως έχει αδυνατίσει και την παγκόσμια οικονομική του θέση.

Όσο για τις Βρυξέλλες, δείχνουν για ακόμη μία φορά τι είδους ασφυκτικοί εκβιασμοί (πολύ πιο ραφιναρισμένοι βεβαίως στην περίπτωση του κραταιού Ηνωμένου Βασιλείου απ’ ό,τι της ρημαγμένης Ελλάδας) περιμένουν όποιον την αμφισβητεί. Παρ’ όλα αυτά όμως, ενδεχόμενη παραμονή στην πανταχόθεν κλυδωνιζόμενη Ε.Ε., με όποια οριστική ή μεσοβέζικη μορφή, θα μοιάζει με ανακουφιστική λύση. Το μάθαμε άλλωστε και εμείς, με τον πιο επώδυνο τρόπο. Το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» είναι κάτι σαν το Hotel California: Μπορείς ανά πάσα στιγμή να βγεις έξω, αλλά δεν μπορείς ποτέ να φύγεις.

* Δημοσιογράφος

Δείτε όλα τα σχόλια