Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Χαλασμένος άνθρωπος

Του Δημήτρη Σεβαστάκη   Βρισκόμασταν κάθε Σάββατο βράδυ οι φοιτητές στον τοπικό μας σύλλογο, στην οδό Ζωοδόχου Πηγής. Υπόγειο, με εξαιρετική τσιγαρίλα και συγκάτοικους Ικαριώτες που μας μέμφονταν...

Βρισκόμασταν κάθε Σάββατο βράδυ οι φοιτητές στον τοπικό μας σύλλογο, στην οδό Ζωοδόχου Πηγής. Υπόγειο, με εξαιρετική τσιγαρίλα και συγκάτοικους Ικαριώτες που μας μέμφονταν γιατί δεν πληρώναμε τακτικά το ενοίκιο. Υπήρχαν μικροεκδηλώσεις, προφάσεις, αλλά το βασικό ήταν ο «Κάβουρας», το «Αχ Βαχ», το «Άμα λάχει», ο «Φώντας» η "Ξανθή" στου Στρέφη, ο «Πειναλέων» κ.λπ.

Ταβέρνες εξαίσιες, φθηνές, με ρεμπέτικα σε παλαιές εκτελέσεις. Όλες Εξάρχεια και Νεάπολη. Καθόμασταν καμιά δεκαπενταριά - εικοσαριά, ένωνε τραπέζια, γέλιο, σχεδόν χωρίς αφορμή. Περνούσαν απ' τα τραπέζια ποιητές και πουλούσαν τις αυτοεκδόσεις. Ήταν πάντως μόδα η αντιστασιακή ποίηση, άντε και κανένας Ρεμπό.

Παλιοί εξόριστοι, τριαντάρηδες, με στενοχώρια στα μάτια, πουλούσαν τα μικρά, φθηνά έντυπα. Αργότερα, όταν το κρασί (τότε σέρβιραν ακόμα ρετσίνα) είχε δουλέψει στην ψυχή, έβγαιναν όλα. Εκδηλωτικότητα στον ντροπαλό, ερωτισμός στα ζευγαράκια, πλέκονταν τα δειλά, πολιτικοποιημένα καμάκια. Ένας ναυτικός (Μήτσος), χιουμορίστας, αντιστασιακός της χούντας, διαβασμένος μαρξιστής, έγραφε εγκεφαλικά, όλοι τον θαυμάζαμε γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να περάσει ήσυχα η βραδιά.

Στη μέθη όλοι οι μεγάλοι γίνονταν ήρωες, όλοι είχαν φάει ξύλο επί χούντας αλλά δεν μίλησαν, υπέβαλλαν εμάς τους πιτσιρικάδες σε αφηγηματικά βασανιστήρια. Κάναμε το λάθος να ρωτήσουμε «Λοιπόν;», για να συνεχίσουν τη μεθυσμένη, οφιοειδή διήγηση στον χαμό. Έξαψη, κρασί, αριστεριστές στο παραδίπλα, πασόκοι στο οβάλ. Ωραία. Υπέροχα Σαββατόβραδα, με μόνο εφιάλτη το τελευταίο λεωφορείο στη 1 (πάντα βρισκόταν ένα φοιτητικό υπόγειο στη Πατησίων για να κοιμηθείς).

Υπήρχε κι ο σκατόψυχος που μπορούσε να χαλάσει τη βραδιά. Δεν υπήρχε λόγος, αλλά του άρεσε να καταστρέφει. Να κακομιλάει, να στενοχωρεί, το 'χε μέσα του το κακό. Μακρύ μαλλί, αρχή αραίωσης, τάχα μου διάβαζε κάτι μπροσούρες σε αυτοσχέδιες εκδόσεις παλιών κρατουμένων, ξεσήκωνε κάτι, το έλεγε με πτυελίδια να σε βομβαρδίζουν στα μούτρα.

Στην αρχή δουλικά ευγενής, τσίμπαγε το κορίτσι, σιγά - σιγά το απομόνωνε, το «κιτρίνιζε», το δηλητηρίαζε. Εξελίσσονταν σε ζεύγος, απόμακρο, που μισούσε. Ήταν υποχρεωτικό να τον θαυμάζει, να τον ακούει. Όταν βρίσκονταν (σπάνια πια) σε παρέα, δεν την άφηνε να μιλήσει, «άσε να το πω εγώ». Μόλις δε ένιωθε ισχυρός ή ψιλοασφαλής, μπορούσε να την απατήσει διακηρυκτικά και κραυγαλέα. «Δείτε με εμένα που αρέσω».

Ο σκατόψυχος εξελισσόταν σε μίζερο επαγγελματία. Μπορούσε να πεταχτεί σε διάφορα πολιτικά σχήματα, επίσης να γλείψει έξυπνα και τολμηρά αυτόν που θα τον ωφελούσε. Συναισθηματικά άκαμπτος, πολιτικά τζελ υπό μορφή σιδερένιας ευλυγισίας.

Όχι, δεν ήταν καθόλου βλάκας, απλώς χαλασμένος άνθρωπος. Έπρεπε να έχει εχθρό. Αφοσιωνόταν στον σκοπό. Αν δεν υπήρχε, έπρεπε να τον κατασκευάσει. Έλυνε πολλά άλυτα έτσι. Ένιωθε να κατισχύει (βασικό εργαλείο ισορροπίας), θριάμβευε με κάτι σκονισμένες συνωμοσίες εναντίον ανυποψίαστου. Το κορίτσι τα έβλεπε όλα. Τα σκεφτόταν όλα. Δεν συγχωρούσε. Ήταν όμως αργά.

Όχι πια Σάββατο, αλλά μεσημέρι Κυριακής στριφογύριζε το δαχτυλίδι μέχρι να βρει να παρκάρει ο άλλος. Σε καλό σημείο, με τους δυο τροχούς στο πεζοδρόμιο, να 'ναι σίγουρος ότι δεν θα του ξυρίσει τον καθρέφτη ο λεωφορειατζής.

Αγοράζει εφημερίδες με πολλά διαφημιστικά, «κοίτα να δεις ποιον βάλανε», όλο τέτοια λέει, όλο σε τέτοια πέφτει το εμπαθές μάτι του. «Κάτι σούργελα απ' τη σχολή που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, ρε παιδί μου. Αυτόν τον καθοδηγούσα εγώ». Τιμωρείται βέβαια σκληρά. Είναι καταδικασμένος να ζει μαζί με τον εαυτό του.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια