Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το παρελθόν που δεν πτοείται

Για την «υπόθεση Χρυσοχόου» και τα άμεσα καθήκοντα της ιστορικής μνήμης

Του Τριαντάφυλλου Τρανού

 

«Η Ιστορία απεχθάνεται τις περικοπές, τις παρακάμψεις, τα σοκάκια και τους παράδρομους. Το παρελθόν δεν μπορεί να ξεφύγει από το μέλλον. Δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή που να χωρίζει μεταξύ τους αυτά τα δύο», τόνιζε το 1981 ο Έρικ Χόμπσμπαουμ στο βιβλίο του «Κοιτάζοντας μπροστά: Ιστορία και μέλλον»

Στη Θεσσαλονίκη, στην «πόλη των φαντασμάτων» (Μαρκ Μαζάουερ), μέσα σ’ ένα ακροδεξιάς δυσωδίας πολιτικό κλίμα μετά και τις αλλεπάλληλες βεβηλώσεις των μνημείων του Ολοκαυτώματος και της απελευθέρωσης από τους Ναζί, οι απόγονοι του στρατηγού Αθανάσιου Χρυσοχόου, φρουράρχου Θεσσαλονίκης και Γενικού Διοικητή Μακεδονίας στην Κατοχή, άσκησαν αγωγή για «προσβολή μνήμης νεκρού» εναντίον των Αλέκου Γρίμπα, του Σπύρου Σακέτα και του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη -πρώην δεσμωτών της χούντας και δημοτικών συμβούλων Θεσσαλονίκης- απαιτώντας αποζημίωση 600.000 ευρώ, επ’ απειλή μάλιστα προσωπικής κράτησης (!)

Δεξί χέρι του δήμιου της Θεσσαλονίκης

Τους ενάγουν, επειδή οι δύο πρώτοι με ανοιχτή επιστολή τους προς το Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης, που ανάρτησε ο τρίτος στο Διαδίκτυο, δυσφήμησαν τον πατέρα τους ως συνεργάτη των κατοχικών δυνάμεων, οι οποίες τον διόρισαν φρούραρχο της πόλης. Ως δεξί χέρι και υπερασπιστή του Ναζί δήμιου της Θεσσαλονίκης Μαξ Μέρτεν το 1959, στο Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου. Ως επίορκο αξιωματικό, αντί να αντισταθεί στους κατακτητές, εντασσόμενος είτε στον Ελληνικό Στρατό της Μ. Ανατολής είτε στην Εθνική Αντίσταση, όπως έπραξε η πλειοψηφία των αξιωματικών. Ότι, ακόμη, υπηρέτησε τον εχθρό και ανέχθηκε τα εγκλήματά του: Αφανισμός του 1/5 του πληθυσμού της πόλης - με την εξόντωση των εβραϊκής καταγωγής συμπολιτών μας στα καταναγκαστικά έργα και στα χιτλερικά στρατόπεδα θανάτου. Εκτελέσεις 1500 αντιστασιακών και πολιτών στο Επταπύργιο και το στρατόπεδο Παύλου Μελά, χιλιάδες θύματα από πείνα. Κι όλα αυτά μετά τη μετονομασία σε οδό Αλμπέρτου Ναρ της οδού που έφερε το όνομά του Αθ. Χρυσοχόου με απόφαση του ΔΣΘ που διόρισε η χούντα.

Όπως επισημαίνει με ανακοίνωσή του ο Σύνδεσμος των πολιτικών κρατουμένων της Χούντας, ΣΦΕΑ. 1967-1974, «η αγωγή αυτή ενέχει ισχυρό ιστορικό και πολιτικό συμβολισμό. Μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια νέα απόπειρα εξιλέωσης των συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων και προσβολής της ιστορικής μνήμης, μέσα στο γενικότερο διεθνές κλίμα αναθεώρησης της Ιστορίας και της αντιφασιστικής νίκης με την άρνηση του Ολοκαυτώματος, την εξίσωση ναζισμού - κομμουνισμού και τη μετατροπή των θυτών σε θύματα».

Αποτελεί επιτακτική ανάγκη να αναλάβει, επιτέλους, η ιστορική μνήμη το βάρος της ψυχολογικής και πολιτισμικής διερεύνησης του πυκνού πλέγματος που συγκροτούν ο εθνικισμός, οι ενοχές για τα εγκλήματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και οι βολικές αυταπάτες των εθνών, γράφει o Ίαν Μπουρούμα στο «Το αντίτιμο της ενοχής». Στην Ελλάδα, και ειδικότερα στην «πόλη των φαντασμάτων», τη Θεσσαλονίκη, πρωταθλήτρια στην damnatio memoriae επί του αλήστου μνήμης «τριγώνου της αμαρτίας» (Παπαγεωργόπουλος - Ψωμιάδης - Άνθιμος), βλασταίνει εκ νέου μια κουλτούρα ξετσιπωσιάς.

Ιστορικός αναθεωρητισμός

Ζούμε, όπως επεσήμαναν οι Δ. Ψαρράς και Τ. Κωστόπουλος στην "Εφημερίδα των Συντακτών", μια επανάληψη, σε μικρογραφία, της περιβόητης «διαμάχης των ιστορικών» (Historikerstreit) που συντάραξε τη Γερμανία τη δεκαετία του 1980, όταν «έγκριτοι» ιστορικοί επιχείρησαν την αναθεώρηση της ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τη σχετικοποίηση των ευθυνών της ηγεσίας του Γ' Ράιχ για τα εγκλήματά του. Η απροκάλυπτη απόπειρα μιας μειοψηφίας ιστορικών να απαλλάξει τη σημερινή Γερμανία από το άγος και τις ευθύνες που της έχει κληρονομήσει ο ναζισμός συνιστά εξωραϊσμό του Γ' Ράιχ και κατασυκοφάντηση όσων επιμένουν στις αξιώσεις επανορθώσεων, και πρώτα απ’ όλα των Ελλήνων.

Η διαμάχη των ιστορικών τη δεκαετία του '80 έχει ορισμένες εξαιρετικά επίκαιρες και διαφωτιστικές αναλογίες με την παρούσα συγκυρία. Ο πολιτικός επιστήμονας Γιοακίμ Πέρελς, στο δοκίμιο του "Αυτοί που αρνήθηκαν να συνεργαστούν" («Φρανκφούρτερ Ρουντσάου», 27/12/1986), τόνιζε ότι ήταν εξωφρενικό ιστορικοί υψηλού ακαδημαϊκού κύρους να επαινούν Γερμανούς αξιωματικούς που παρέμειναν πιστοί στον Χίτλερ παρά τις απόπειρες ανατροπής του. Επικροτώντας τη στάση τους αυτή ως «σωστή ηθικά επιλογή», μοιραίο ήταν να κατασυκοφαντήσουν ως «προδότες», που άφησαν τη χώρα τους εκτεθειμένη την ώρα της ανάγκης, εκείνους ακριβώς τους Γερμανούς αξιωματικούς που αντιστάθηκαν στους Ναζί και επιχείρησαν να ανατρέψουν τον Χίτλερ. Ο Πέρελς έγραφε ακόμη ότι η ηθική κάθαρση των αξιωματικών της Βέρμαχτ που παρέμειναν πιστοί στον Χίτλερ, η συμπερίληψή τους και η προκλητική ταύτισή τους με τη Μητέρα Πατρίδα, σήμαινε πως διαγράφονταν ύπουλα από την ιστορία όλοι οι Γερμανοί που υπέφεραν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες στρατιωτικούς που συνεργάστηκαν με τους Ναζί. Το ξέπλυμά τους συκοφαντεί τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων αξιωματικών που αρνήθηκαν να συνεργαστούν ή αντιστάθηκαν στον κατακτητή.

Ο Πέρελς θεώρησε ότι η πρόσκληση των γκουρού του ιστορικού αναθεωρητισμού προς τους Γερμανούς ιστορικούς να «ταυτιστούν επιτέλους» με τη Βέρμαχτ ταύτιζε συλλήβδην και αυθαίρετα τη Γερμανία μόνο μ’ εκείνους που πολέμησαν υπέρ του Χίτλερ, ρίχνοντας όσους του αντιτάχθηκαν στα «αζήτητα» της Ιστορίας.

Με την ίδια ανατριχιαστική λογική, το Ανώτατο Δικαστήριο της Δ. Γερμανίας το 1956 επικύρωσε αναδρομικά ως νόμιμες τις θανατικές ποινές που επέβαλαν οι Ναζί δικαστές στον λουθηρανό πάστορα Ντίτριχ Μπονχόφερ και τον δικηγόρο Χανς φον Ντόχανι, με το σκεπτικό ότι ο Χίτλερ ήταν ο νόμιμος ηγέτης της Γερμανίας και ότι συνιστούσε «προδοτική ενέργεια» η απόπειρά τους να τον ανατρέψουν.

Οι αναλογίες με την υπόθεση Μέρτεν

Είναι αξιοπρόσεκτη η συνάφεια και οι αναλογίες με την Υπόθεση Μαξ Μέρτεν, του εγκληματία πολέμου που υπερασπίστηκε στο στρατοδικείο ο Αθ. Χρυσοχόου και, με σκανδαλώδη τρόπο, τον «απέδωσε» στη Γερμανία η τότε κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Στη Γερμανία, ο Πέρελς υποστήριξε ότι επέστη η ώρα να ανοίξουν οι ιστορικοί μια «πολύ σοβαρή συζήτηση για τη βαριά κληρονομιά του Εθνικοσοσιαλισμού». Ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Λάιχτ, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Ντι Τσάιτ» στις 26 Δεκεμβρίου 1986, υποστήριξε ότι ο Nόλτε, ένας από τους πρωτομάστορες του αναθεωρητισμού, προσπάθησε εσκεμμένα να εξαφανίσει τη γερμανική ντροπή για το Ολοκαύτωμα, υιοθετώντας και προβάλλοντας «τα πλέον ανόητα και παράλογα» επιχειρήματα, όπως αυτά που προβάλλουν σήμερα οι απόγονοι του Αθ. Χρυσοχόου. Επέμενε πως ο τρόπος με τον οποίο ο Νόλτε έθετε αυτά τα ερωτήματα ήταν απαράδεκτος και ηθικά ανεπίτρεπτος, επειδή ακριβώς τα ερωτήματα, αυτά καθεαυτά, προσέβαλλαν τον ίδιο τον πυρήνα της ιστορικής αλήθειας και πως έπρεπε οπωσδήποτε οι αιτιάσεις του να απορριφθούν, επειδή δεν επιτρεπόταν να απομειώνεται με κανένα τρόπο ο οδυνηρός αντίκτυπος της αυταπόδεικτης αλήθειας. Εν κατακλείδι, έγραφε ότι η γερμανική ιστοριογραφία δεν επιτρεπόταν για κανένα λόγο να παραδίνεται στην αλόγιστη παραγωγή εξοργιστικών και επικίνδυνων στερεοτύπων εθνικιστικής απολογητικής, επειδή ακριβώς το πιο σημαντικό ζήτημα για μια χώρα είναι να μην επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να εξαπατήσει τον λαό της για μείζονος σημασίας ιστορικά ζητήματα που αφορούν στις πλέον ηθικά ευαίσθητες περιοχές της Ιστορίας της.

Σήμερα αποτελεί επείγον καθήκον όλων των δημοκρατικών πολιτών στον τόπο μας να προασπίσουν την ιστορική μνήμη απέναντι στην απαράδεκτη ενέργεια των απογόνων του Αθ. Χρυσοχόου αλλά και τους εναγόμενους αγωνιστές, που υπερασπίστηκαν τη δημοκρατία σε σκοτεινές μέρες.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Διπλή μάχη

Τη Δευτέρα ξεκινά και επίσημα ο προεκλογικός αγώνας με την παρουσίαση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία από τον Αλέξη Τσίπρα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ένας αγώνας που δίνεται...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο