Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα κίτρινα γιλέκα: μία πρωτόγνωρη εξέγερσή ενός γνώριμου κόσμου

Του Χρίστου Ανδριανόπουλου*

 

O Walter Benjamin έλεγε πως η αίσθηση της ιστορικής περιόδου έρχεται μόνον όταν η εν λόγω περίοδος έχει τελειώσει.

Ό,τι και αν πιστεύει κανείς για τα κίτρινα γιλέκα δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε ότι έχουν, έστω και με το ζόρι, αναγκάσει τις ευρωπαϊκές κοινωνίες να γευτούν μία γεύση του τέλους.

Η χώρα των εξεγέρσεων, των επαναστάσεων και των γιγάντιων απεργιών κοιτάζει με απορία για μια ακόμα φορά ένα κίνημα βίαιο και δυναμικό χωρίς να μπορεί να το κατανοήσει.

Παρότι τις τελευταίες εβδομάδες κανάλια, εφημερίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιδόθηκαν σε μία αγωνιώδη προσπάθεια να χωρέσουν αυτό το κίνημα στα καλούπια ενός αιώνα που δεν λέει να τελειώσει, αυτή η κατηγοριοποίηση φαντάζει κάθε μέρα όλο και πιο δύσκολη.

Σε αντίθεση με τις βεβαιότητες των τελευταίων ημερών που δημιούργησαν -πόσο παράδοξο!- έναν μικρό εμφύλιο στην Αριστερά, η κουβέντα για τα κίτρινα γιλέκα ξεκίνησε με έναν αρκετά διαφορετικό τρόπο.

Στο πρώτο μισό του Νοεμβρίου και εν μέσω γενικευμένης απορίας για το «ποια είναι τα κίτρινα γιλέκα» εμφανίστηκε στο δημόσιο λόγο ένας μάλλον ξεχασμένος όρος του ανθρωπολόγου Claude Lévi-Strauss: το «ρευστό σημαίνον», που περιγράφει έναν όρο που έχει μηδενική συμβολική αξία αλλά που είναι έτοιμος να γίνει η οποιαδήποτε λέξη. Με αυτό τον θεωρητικό ακροβατισμό περιγράφηκε αφενός η αδυναμία να ερμηνευτεί πλήρως το φαινόμενο των γιλέκων και αφετέρου η ρευστότητα αυτού, που ναι μεν δεν γνωρίζουμε, αλλά τελικά κάτι σημαίνει για τον καθένα ξεχωριστά.

Την προβληματική περί των γιλέκων συμπλήρωσε, μερικές εβδομάδες μετά, η γνωστή Γαλλίδα ιστορικός Danielle Tartakowsky, η οποία τόνισε το γεγονός ότι τα κίτρινα γιλέκα δεν είναι παρά ένας καθρεπτισμός της πολιτικής του Μακρόν.

Τόσο η μία όσο και η άλλη υπόθεση φαίνεται να επιβεβαιώνονται από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων. Από τη μία, τα γιλέκα αποτελούν πράγματι το «αρνητικό» του Μακρονισμού: Εικονοκλαστικά διεκδικούν την παραίτηση του προέδρου, προκαλούν βίαιες ενέργειες σε ένα έδαφος «φιλελεύθερης ειρήνης» και αψηφούν τόσο τις συνδικαλιστικές μορφές οργάνωσης όσο και τα παραδοσιακά κόμματα, πράγμα που αποτελεί ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο φαντάζεται το τοπίο στην εργασία ο Μακρόν.

Από την άλλη, το γιλέκο μεταμορφώνεται τον τελευταίο καιρό σε ένα σύμβολο, που παρότι το πολιτικό του πρόσημο μας διαφεύγει είναι ωστόσο επαρκές για να χωρέσει μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων αγανάκτησης και επιθυμιών δυναμικής διεκδίκησης.

Τα κίτρινα γιλέκα είναι το πρώτο κίνημα που από την ανάληψη των καθηκόντων του Μακρόν ως προέδρου εξέφρασε τόσο καθαρά την αντίθεση της βαθιάς Γαλλίας στο νέο κόσμο που προετοιμάζει ο πρώην τραπεζίτης. Η τυπολογία «πολίτες-εναντίον Προέδρου», όπως αναδείχθηκε από τις κινητοποιήσεις, είναι μεν εξαιρετικά εύληπτη, αλλά ενέχει και τον κίνδυνο αφανισμού του κινήματος σε περίπτωση που ο Μακρόν, ως τοτέμ του απόλυτου εχθρού, αλλάξει στάση.

Φυσικά, ο Μακρόν δεν είναι η γενεσιουργός αιτία του φαινομένου, αλλά μόνον ο πυροκροτητής. Κατανοητά ή όχι, τα κίτρινα γιλέκα έχουν ένα κοινωνικό βάθος που εγείρει πολλά ερωτήματα.

Από που προέκυψαν; ποιες κοινωνικές τάξεις εκπροσωπούν; είναι αριστεροί ή δεξιοί; μήπως ετοιμάζεται μια νέα γαλλική επανάσταση ή μήπως εκκολάπτεται μια νέα ακροδεξιά; Δυστυχώς, όλα αυτά τα ερωτήματα αποτελούν κυρίως ενδεικτικό του προβλήματος παρά διάθεση απάντησης.

Φαίνεται ότι το κίτρινο «περιτύλιγμα» δυσκολεύει τη Γαλλία να αντικρίσει τα γνώριμα κατά τα άλλα κοινωνικά ζητήματα, τα οποία βεβαίως οξύνθηκαν με την επικράτηση του άγριου νεοφιλελευθερισμού του Μακρόν. Μία τέτοια υπόθεση απαιτεί μια σχετικοποίηση της πρωτοτυπίας των γιλέκων.

Ένα πρωτότυπο στοιχείο είναι το γεγονός ότι η περιφέρεια δημιουργεί για πρώτη φορά στα χρονικά πολιτικά γεγονότα μέσα στο Παρίσι. Επίσης, σαν πρωτότυπο στοιχείο θα κατατάσσαμε το ότι το κίτρινο γιλέκο υιοθετήθηκε ομοιόμορφα τόσο στην ηπειρωτική Γαλλία όσο και στα υπερπόντια εδάφη.

Από την άλλη, όμως, η χαώδης αντίθεση Παρισιού-περιφέρειας, όπως αυτή ανακύπτει, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση πρωτοτυπία, καθότι η πολιτικοποίηση της γαλλικής περιφέρειας είναι η ίδια η ιστορία της Γαλλικής δημοκρατίας.

Επίσης, εντύπωση προκαλούν οι φόβοι σχετικά με την αναζωπύρωση της άκρας Δεξιάς τη στιγμή που αυτό αποτελεί θλιβερή πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια. Η Γαλλία διαθέτει το μεγαλύτερο και ικανότερο ακροδεξιό κόμμα στην Ευρώπη, θρηνεί ήδη θύματα από την δράση ακροδεξιών οργανώσεων, και στο έδαφός της έχει αναπτυχθεί τελευταία ένα πλήθος μικρών και μεγαλύτερων ακροδεξιών πρωτοβουλιών.

Σε αυτό πρέπει να προστεθεί και η μακρά γαλλική παράδοση επαρχιακών κινημάτων που από τον μεσοπόλεμο και εντεύθεν ξεκινούσαν ως κινήματα κατά της φορολόγησης, αλλά ανέπτυσσαν κατόπιν συνολικό πολιτικό χαρακτήρα (π.χ. Πουζαντισμός).

Υπό αυτή την έννοια, ο «αυθορμητισμός» που αποδόθηκε στα γιλέκα, μόνο σαν την έκφραση της έκπληξης ενός αναλυτή μπορεί να ιδωθεί, αφού αυθόρμητα κινήματα δεν υπάρχουν πάρα μονάχα στο μυαλό αυτών που αγνοούν την πραγματικότητά τους.

Γιατί όμως αυτό το κίτρινο περιτύλιγμα άλλαξε την ικανότητα Γάλλων και Ευρωπαίων να αντιληφθούν την πρωτοτυπία ή μη του φαινομένου;

Η απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ένταση του κινήματος και στις μορφές του. Παρότι πολλά προβληματικά στοιχεία προέκυψαν κατά την πρώτη περίοδο του, δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε το λαϊκό χαρακτήρα του κινήματος και την ανάγκη περιγραφής, έστω και εν σπέρματι, ενός άλλου μέλλοντος.

Η πραγματική πρωτοτυπία των γιλέκων δεν είναι τα χαρακτηριστικά που εντοπίζονται σε αυτά, αλλά η επιθυμία των συμμετεχόντων να δώσουν τον ένα ή τον άλλο χαρακτήρα στην κινητοποίηση. Τα κινήματα δεν είναι λαϊκά ή μη επειδή συμμετέχουν φτωχότερες κοινωνικές κατηγορίες, αλλά επειδή επιλέγουν να συγκροτηθούν ως «λαός» απέναντι στην εξουσία.

Η έκρηξη χτίζεται πάνω στην πίστη ότι υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να δρας, που είναι σε τελική ανάλυση η ίδια η ουσία του αισθήματος της ελευθερίας. Κατά τούτο τα γιλέκα δεν κατατάσσονται σαν ένα κλασικό κίνημα της άκρας Δεξιάς. Ούτε όμως μπορεί να θεωρηθεί κίνημα από την ευρύτερη κοίτη της Αριστεράς, καθότι οι μορφές αυτοοργάνωσης δεν ανταποκρίνονται στην παράδοση αυτή. Κίνδυνοι μετάλλαξης φυσικά υπάρχουν και θα πληθαίνουν μέρα με τη μέρα.

Στη Γαλλία η ελευθερία του να σκέφτεσαι, δηλαδή του να δρας, μεταφράστηκε ανά τους αιώνες σε «ουτοπία»,«République», ακόμα και «κομμουνισμό». Το πραγματικό ερώτημα είναι σε τι τελικά θα ελπίσει ο κόσμος που εξεγείρεται και εάν θα γίνει ο παράγοντας ενός τέλους εποχής.

 

* Υποψήφιος διδάκτορας νεότερης Ιστορίας Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών (EHESS)

Δείτε όλα τα σχόλια