Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σύνταγμα προς ανασύνταξη

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Π. ΚΥΡΙΑΚΑΡΑΚΟΥ* Το σύνταγμα του σήμερα χρήζει να είναι ευσύνοπτο και περιεκτικό ως «χάρτα» δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεσμών και πολιτών

Του ΔΗΜΗΤΡΗ Π. ΚΥΡΙΑΚΑΡΑΚΟΥ*

Σαράντα τέσσερα χρόνια έχουν παρέλθει από την ίδρυση της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, από τότε οπότε συνετελέσθη η Μεταπολίτευση, δηλαδή η αλλαγή της μορφής του πολιτεύματος από συνταγματική μοναρχία σε αβασίλευτη Πολιτεία (γαλλ. Republique) διά ενός εν πάση περιπτώσει ελεύθερου δημοψηφίσματος. Unfair ή όχι, η απουσία του τελευταίου μονάρχη από τη διαδικασία δεν απομειώνει ούτε κατ’ ελάχιστο το κύρος της, το οποίο πήγαζε από την ελεύθερη συνείδηση του λαού μας που αξίωνε την ειρηνική επανεκκίνηση της Πολιτείας του.

Η πρώτη Βουλή έλαβε την εντολή κύρωσης του νέου συντάγματος. Στην πραγματικότητα, το σύνταγμα του 1975 δεν ήταν δα και τόσο νέο. Το σύνταγμα ήταν, επί της ουσίας, η αναβίωση του «προγόνου» του του 1952 άνευ του μονάρχη και του «κηπουρού» του. Εάν όμως επιθυμούμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι, το παλινορθωθέν πολιτικό σύστημα της εποχής δεν εδύνατο να παράξει ενδελεχή διαδικασία κοινωνικής διαβούλευσης η οποία θα απέληγε σε ένα σύνταγμα πιο αρμόζον για τη δεκαετία των μεταβάσεων, για τα νιάτα των '70s. Η παλινόρθωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ήταν το επείγον.

Εξ ου και τα κατάλοιπα περί Αγίας Τριάδος, τα περί «επικρατούσης» θρησκείας, τα περί «ακολασιών» που αιτιολογούν την άρση του οικιακού ασύλου από τη δημόσια αρχή κ.λπ., κ.λπ. Με τα κατάλοιπα συνυπάρχουν και «μοντερνίζουσες» διατάξεις περί ασυμβιβάστων με το λειτούργημα του βουλευτή, περί βασικού μετόχου ΜΜΕ εν σχέσει με προμήθειες προς το Δημόσιο κ.λπ., κ.λπ.

Το σύνταγμα συστήνει το πλαίσιο της αναμεταξύ ημών των πολιτών κοινωνικής συγκρότησης και συνεπαγόμενα συνύπαρξης, είναι το αναμεταξύ μας «συμβόλαιο». Περαιτέρω, συστήνει το πλαίσιο συνύπαρξης των θεσμών που εμείς οι πολίτες έχουμε προκρίνει. Στις μέρες μας, οπότε έχουν θεσπιστεί μηχανισμοί κοινωνικής διαβούλευσης, οπότε η μοναδική «παλινόρθωση» που μας απασχολεί είναι η μετά Μνημονίων κανονικότητα, ενδεχόμενη fast track, «συγκολλητική» προσέγγιση δεν θα έχει αιτιολογία και ελαφρυντικά, πόσο μάλλον από επισπεύδουσα διακυβέρνηση με κορμό πολιτικό φορέα από την ανανεωτική αριστερά.

Το σύνταγμα του σήμερα χρήζει να είναι ευσύνοπτο και περιεκτικό ως «χάρτα» δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεσμών και πολιτών. Χρήζει επίσης να παρέχει τη δυνατότητα δικαστικού ακτιβισμού στο πλαίσιο του πνεύματος, ουχί του τυπικού γράμματος, της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Ο δικαστής, για να είναι επί της ουσίας ανεξάρτητος, αρμόζει να δύναται να ερμηνεύει τον νόμο, να συνδιαμορφώνει με τη συνταγματική τάξη δικαιωματικό περιβάλλον. Εάν και στο σημείο αυτό επιθυμούμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι, οι δικαστές μας, ενώ δεν φείδονται κατάρτισης, δεν απολαμβάνουν τη δυνατότητα της κοινωνικής διεισδυτικότητας που απολαμβάνουν οι συνάδελφοί τους στις έννομες τάξεις του «αγγλοσαξωνικού τόξου».

Η πρόταση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για ίδρυση ανώτατης δικαστικής αρχής «ειδικού» χαρακτήρα που θα επιλαμβάνεται από ζητήματα συνταγματικότητας και διαφθοράς ώς και μισθολογικά δημοσίου προκρίνει επί της ουσίας την ίδρυση ενός σώματος ελίτ κηνσόρων. Δεν είναι ακριβώς αυτό το οποίο οραματίζεται το εθνικό δικαστικό μας σώμα, φρονώ ακόμα και στο πιο «συντηρητικό» του σκέλος. Οι δικαστές μας αξιώνουν τη διασφάλιση του αμερόληπτου ρόλου τους και την προστασία της ζωής και της τιμής τους από έξωθεν απειλές σε όποια βαθμίδα κι αν υπηρετούν.

Ένα όμως δικαστήριο που θα επιλαμβάνεται προληπτικά τα ζητήματα συνταγματικότητας νόμων και αποφάσεων συλλογικών οργάνων δεν θα ήταν διόλου κακή ιδέα. Γιατί να μη δύναται πάσα συγκρότηση, από ένα σωματείο έως την ίδια τη Βουλή, πριν από τη λήψη μιας κρίσιμης συλλογικής απόφασης, εάν διακατέχεται από αμφιβολία την οποία ρητώς θα αιτιολογεί, να συμβουλεύεται το συνταγματικό δικαστήριο με ερώτημα το οποίο θα απαντάται διά, ερμηνευτικής του συντάγματος, δικαστικής απόφασης;

Όσο για τα ασυμβίβαστα του βουλευτή και του βασικού μετόχου, αυτά θεωρώ πως αρμόζει να προβλέπονται από αυτοτελή νομοθετήματα στο συνταγματικό πλαίσιο, ουχί από το ίδιο το σύνταγμα.

Τώρα, όσον αφορά τα εν γένει Θεία, το νέο σύνταγμα χρήζει να κυρωθεί στο όνομα του ελληνικού λαού και να προβλέπει ως δικαίωμα τη θρησκευτική ελευθερία και την προστασία των μειονοτικών, πλην όμως «αναγνωρισμένων» δογμάτων. Η Αγία Τριάδα ονομάζεται Αγία διότι δεν σφάλλει ποτέ και μας προειδοποιεί για τα σφάλματα κρίσεως τα οποία επίκειται να διαπράξουμε. Οι άνθρωποι, παρ’ όλα αυτά, εμμένουμε στο να σφάλλουμε, στο να αδικούμε τον συνάνθρωπό μας, οπότε δεν είναι ευσεβές να εξομοιώνουμε εαυτούς με την Αγία Τριάδα και μάλιστα εγγράφως στο πιο επίσημο όλων των δημοσίων κειμένων. Όσο για την πίστη της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, διά λόγους σέβας προς τους αγώνες της Εκκλησίας για την ελευθερία του γένους μας, γιατί να μη μνημονεύεται ως «ιστορική» αντί «επικρατούσα». Η πίστη δεν «επικρατεί», η πίστη εμπνέει και εξυψώνει ηθικά. Αυτή την αποστολή έχει.

Όσο για το πολυσυζητημένο άρθρο 16, αναμένουμε ακόμα την ίδρυση φορέων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης από ΝΠΔΔ, γιατί όχι από τη νέα και πλήρως ανεξάρτητη Εκκλησία μας; Μία νομική σχολή, μία σχολή διοίκησης επιχειρήσεων, λ.χ., εμφορούμενη στη διδαχή της από τις αξίες του Χριστιανισμού ως τρόπου ζωής και κοινωνικοποίησης θα συνέδραμε ουσιαστικά στην ανάπτυξη της Δικαιοσύνης και της δίκαιης ανάπτυξης. Ιδού πεδίο δόξης λαμπρό και ουσιαστικά μεταρρυθμιστικό!

Το σύνταγμα είναι το κοινό μας κείμενο, το κείμενο το οποίο αντικατοπτρίζει τις αγωνίες των γενεών, των φύλων και των φυλών που μοχθούν στον τόπο μας και τον νοτίζουν με τον ιδρώτα τους. Δεν χωρούν προχειρότητες, δογματισμοί και ανταγωνισμοί «νεωτερισμού» σε αυτή την ανασύνταξη.

 

* Ο Δημήτρης Π. Κυριακαράκος είναι δικηγόρος - νομοδιεθνολόγος

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια