Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η περίπτωση του άδικου δικαίου

Της Άννας Μπουλογούρη*

 

-Πέραν της παραγραφής που ορισμένοι νομικοί έθεσαν υπό συζήτηση, μιας και το αδίκημα έλαβε χώρα πριν τόσα έτη, και ξέχωρα από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια περίπτωση επαναλαμβανόμενης απάτης, το ουσιαστικό ερώτημα είναι το κατά πόσον το τελεσθέν αδίκημα λειτούργησε πράγματι εις βάρος του δημοσίου από τη στιγμή που η γυναίκα υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της. Εν ολίγοις, αυτό που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον ο συγκεκριμένος νόμος περί κατάχρησης του δημοσίου χρήματος υπήρξε ο κατάλληλος για την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης.

 

Η δικαστική απόφαση που αφορά την ποινή κάθειρξης 10 ετών της γυναίκας που υπέβαλε πλαστό πιστοποιητικό δημοτικού, ώστε να πληρεί τα τυπικά προσόντα για την πρόσληψή της σε θέση καθαρίστριας, αφορά ένα ακραίο δείγμα δικαστικής αυστηρότητας ή πρόκειται για ένα τυπικό υλικό αποτύπωμα της αυταρχικής εξουσιαστικής ηθικής που διέπει το παρόν μας; Τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι λίγο-πολύ γνωστά σε όλους. Η γυναίκα πλαστογράφησε πριν 22 χρόνια τον τίτλο σπουδών της. Παρείχε τις υπηρεσίες της στο δήμο με συνέπεια επί σειρά ετών. Φρόντισε να ολοκληρώσει τη φοίτησή της στο δημοτικό. Αντιμετωπίστηκε ως καταχραστής του δημοσίου. Δικάστηκε σύμφωνα με τον Ν. 1608/1950. Καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Της αφαιρέθηκαν τα δεδουλευμένα ένσημα.

Η αντικατάσταση γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων αποτελεί νόθευση εγγράφου. Άρα αδίκημα διαπράχθηκε. Πέραν της παραγραφής που ορισμένοι νομικοί έθεσαν υπό συζήτηση, μιας και το αδίκημα έλαβε χώρα πριν τόσα έτη, και ξέχωρα από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια περίπτωση επαναλαμβανόμενης απάτης, το ουσιαστικό ερώτημα είναι το κατά πόσον το τελεσθέν αδίκημα λειτούργησε πράγματι εις βάρος του δημοσίου από τη στιγμή που η γυναίκα υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της. Εν ολίγοις, αυτό που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον ο συγκεκριμένος νόμος περί κατάχρησης του δημοσίου χρήματος υπήρξε ο κατάλληλος για την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης. Αν όχι, όπως όλα συνηγορούν, γιατί η δικαιοσύνη εξάντλησε όλη της την αυστηρότητα σε αυτή την υπόθεση; Επίσης, θα πρέπει να απαντηθεί το τι γίνεται με τους ανθρώπους που για οποιουσδήποτε λόγους δεν μπόρεσαν να αποκτήσουν κανένα πνευματικό τίτλο κατά την παιδική τους ηλικία. Δεν χωρούν στο σύμπαν μας, ούτε καν για να μας βοηθούν να το διατηρούμε καθαρό; Δεν έχουν σήμερα το δικαίωμα στην εργασία, ένα δικαίωμα θεσπισμένο από το 1789; Είναι γόνιμο να αναφερθεί ότι στο δεύτερο συμπληρωματικό κείμενο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (24/6/1793) αναφέρεται στο άρθρο 17: «Κανένα είδος εργασίας, καλλιέργειας ή εμπορίου δεν μπορεί να απαγορευτεί στους πολίτες». Σε συνδυασμό με το άρθρο 15, όπου επισημαίνεται ότι «ο νόμος δεν πρέπει να επιβάλλει παρά μόνο ποινές αυστηρά και απολύτως απαραίτητες [...] ανάλογες του αδικήματος και ωφέλιμες για την κοινωνία», καθίσταται εμφανές ότι αυτό που είναι δυσανάλογο είναι και άδικο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή αναιρώντας την αντιστοιχία μεταξύ αδικήματος και επιβαλλόμενης ποινής, καταστρατηγήθηκαν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ ταυτόχρονα η ποινή του ενός δεν ωφέλησε το κοινωνικό σύνολο.

Με τη δικαστική απόφαση, το κοινό περί δικαίου αίσθημα παραβιάσθηκε. Με την κοινωνία να βρίσκεται ενώπιον μιας αυστηρότητας που επιβάλλεται στους ανίσχυρους, κινήματα αλληλεγγύης εκδηλώθηκαν άμεσα. Ο συνταγματολόγος και πολιτικός στοχαστής Λουίτζι Φεραγιόλι μας επισημαίνει ότι εκ συστήματος διώκεται η εγκληματικότητα του δρόμου, ενώ οι παραβάσεις των ισχυρών παραμένουν στο απυρόβλητο. Ο ίδιος, πραγματευόμενος την ιδέα του νόμου, την τυπολογία των κανόνων και την αντίληψη των δικαιωμάτων, καθίσταται ιδιαίτερα βοηθητικός στην διασάφηση του κοινωνικού μας παρόντος και την ανάδειξη της υφιστάμενης δημοκρατικής υφής στο πλαίσιο του συνταγματισμού. Ο Φεραγιόλι κατανοεί ότι οι κανόνες και οι διαδικασίες υπάρχουν μεν ως εγγυητές της λαϊκής βούλησης, παράγουν δε μια τυπική εγκυρότητα στη βάση του ποιος αποφασίζει και πώς. Ωστόσο, η ουσιαστική εγκυρότητα είναι αυτή που παράγει μια ουσιαστική δημοκρατία και απαντά στο ερώτημα του τι αποφασίζεται. Ο ουσιώδης νόμος, όπως επεξηγεί, επιτυγχάνεται όταν έρχεται σε συνοχή με το περιεχόμενο της απόφασης των νόμων και εν τέλει αφορά το τι δεν μπορεί να αποφασισθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επομένως, αυτό που δεν μπορεί να αποφασισθεί είναι ότι ο άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα στην εργασία, την αξιοπρέπεια, τη ζωή.

«Σαν πολίτης ντρέπομαι» ομολογεί η γυναίκα μέσα από την φυλακή και σπεύδει να δικαιολογήσει την πράξη της: «Ήθελα τα παιδιά μου κοντά μου [...] να μην μεγαλώσουν σε ίδρυμα όπως εγώ». Η απάντηση στα λόγια της είναι ότι σαν πολίτες ντρεπόμαστε και εμείς. Η πολιτεία, ωστόσο, δεν έχει δικαιολογία καμιά, διότι άφησε το άδικο να γίνει νόμος και το νόμο να διαπράξει την αδικία. Ο ποινικός στιγματισμός των ανίσχυρων παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του δικαίου και γίνεται αρωγός στην περιστολή των ελευθεριών όλων μας. Από τη στιγμή όμως που το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν έχει απωθηθεί στη λήθη, αυτή η οιονεί αντικειμενικότητα που εμφανίζεται μπροστά μας ως απαράλλαχτη δύναται να αλλάξει. Η εκ των υστέρων απόφαση αναστολής της ποινής από το Πενταμελές Εφετείο Λάρισας και η επανεξέταση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο αποτελεί μια απτή απόδειξη ότι η κοινωνική παρέμβαση και τα κινήματα αλληλεγγύης δύνανται να επηρεάσουν το παρόν και συνεπικουρούν στην επέκταση του δικαίου. Μένει να δούμε τη συνέχεια...

* Υπ. Διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Όλοι στο Παλαί ντε Σπορ

Η σημερινή συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στη Θεσσαλονίκη με ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα στέλνει δύο μηνύματα. Το πρώτο, που έχει σταλεί από καιρό με μια πλειάδα συγκεντρώσεων σε όλη την Ελλάδα, είναι ότι οι...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο