Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Λεξιλογικά της εκκλησίας

Του Νίκου Σαραντάκου

 

Η συγκυρία έπαιξε άσκημο παιχνίδι στη στήλη, αφού όταν δημοσιεύτηκε το άρθρο του προηγούμενου μήνα κυριαρχούσε στην επικαιρότητα η συμφωνία με την εκκλησία, που όμως τώρα έχει περάσει σε δεύτερο πλάνο. Ωστόσο, επειδή το θέμα θα επανέλθει και επειδή η λέξη έχει μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον, αποφάσισα σήμερα να λεξιλογήσουμε ακριβώς για την εκκλησία.

Η εκκλησία έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη χριστιανική θρησκεία, όμως η λέξη εμφανίστηκε νωρίτερα, είναι της κλασικής, προχριστιανικής αρχαιότητας. Σημαίνει τη συνέλευση των πολιτών, σε αντιδιαστολή με τον πιο γενικό “σύλλογο”, κι έτσι πχ διαβάζουμε στον Θουκυδίδη πως ο Περικλής ἐκκλησίαν τε οὐκ ἐποίει αὐτῶν οὐδὲ ξύλλογον οὐδένα, τοῦ μὴ ὀργῇ τι μᾶλλον ἢ γνώμῃ ξυνελθόντας ἐξαμαρτεῖν, απέφευγε να συγκαλέσει συνέλευση των πολιτών ούτε άλλου είδους συνάθροιση για να μην πάρουν λάθος αποφάσεις από την οργή που ένιωθαν βλέποντας τους Πελοποννήσιους να καταστρέφουν την αττική ύπαιθρο.

Εκκλησία όμως, δηλαδή συνέλευση, γινόταν και στο στράτευμα, όπως για παράδειγμα στην Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα, όπου όταν ο Κύρος ενημερώνει τους στρατηγούς των Ελλήνων για την πρόθεσή του να προχωρήσει προς τη Βαβυλώνα, οι στρατηγοί εκκλησίαν ποιήσαντες απήγγελλον ταύτα, συγκάλεσαν δηλαδή συνέλευση του στρατεύματος.

Ήταν λοιπόν η αρχαία εκκλησία μια συνέλευση που έχει συγκληθεί με επίσημο τρόπο, όπως στην αθηναϊκή εκκλησία του δήμου, και ακριβώς ετυμολογείται από το ρηματικό επίθετο έκκλητος (προσοχή, όχι έκλυτος!) του ρήματος εκκαλώ (εκ+καλώ). Το ρήμα ήταν εκκλησιάζω, που σήμαινε συγκαλώ συνέλευση ή συμμετέχω στη συνέλευση -να θυμηθούμε τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη.

Στη μετάφραση των Εβδομήκοντα χρησιμοποιείται η λέξη “εκκλησία” για να αποδώσει τις συνάξεις του λαού Ισραήλ (και ελάλησεν Μωυσής εις τα ώτα πάσης εκκλησίας Ισραήλ) και με τον χριστιανισμό τη βρίσκουμε να δηλώνει το σύνολο των πιστών χριστιανών -είτε γενικά είτε σε μια συγκεκριμένη πόλη ή περιοχή.

Αναπόφευκτα ίσως ο όρος “εκκλησία” ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες δήλωσε επίσης το οικοδόμημα στο οποίο μαζεύονταν οι πιστοί, τον ναό δηλαδή. Και αυτός ο δυισμός συνεχίζεται μέχρι σήμερα, όπου ο όρος “εκκλησία” σημαίνει αφενός το σύνολο των Χριστιανών (και μάλιστα, αρκετές φορές, το οργανωμένο σύνολο που ακολουθούν συγκεκριμένο δόγμα και ηγεσία, π.χ. η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Καθολική Εκκλησία κτλ.), που συχνά γράφεται με κεφαλαίο αρχικό γράμμα, και αφετέρου το οίκημα, τον ναό, με διάφορα λαϊκά παράγωγα όπως εκκλησάρης, παρεκκλήσι, ξωκλήσι, ερημοκλήσι.

Η λέξη πέρασε στα λατινικά, ecclesia, και από εκεί πρoέρχονται, λίγο ή πολύ αλλαγμένοι, οι όροι των ρωμανικών γλωσσών: γαλλικό église, ιταλικό chiesa, ισπανικό iglesia, πορτογαλικό igreja. Δυσκολότερα μαντεύεται η ελληνική προέλευση στους σλαβικούς ή τους γερμανικούς όρους, από το αγγλικό church και το γερμανικό Kirche ίσαμε το ρωσικό τσέρκοβ ή το τσέχικο církevní. Στην αρχή των λέξεων αυτών βρίσκεται το κυριακόν δώμα ή ο κυριακός οίκος, όρος που δήλωνε τον χριστιανικό ναό στην ανατολική ρωμαϊκή εκκλησία, αν και χρησιμοποιόταν λιγότερο από τον όρο “εκκλησία”. Η ουσιαστικοποιημένη μορφή “το κυριακόν” πέρασε στα αρχαία γερμανικά, στους Γότθους του Ουλφίλα, και από εκεί στους Σλάβους και μετά στις νεότερες γλώσσες. Αλλά και η ρουμανική λέξη, biserică, στο ελληνικό βασιλική ανάγεται, μέσω λατινικών -ενώ το τουρκικό kilise είναι δάνειο απευθείας από τα ελληνικά.

Στα φρασεολογικά θα σημειώσουμε τη μεταφορική χρήση “(σαν) εκκλησία είναι”, που τη λέμε για έναν χώρο όπου επικρατεί κατανυκτική σιωπή -θα μπορούσαμε να την πούμε για μια μαθητική τάξη ή για ένα ασυνήθιστα ήσυχο γήπεδο ποδοσφαίρου-, αλλά και την ειρωνική ερώτηση “εκκλησία θα κλέψουμε;” με την οποία αρνούμαστε ένα εύκολο κέρδος ή μιαν άκοπη επιτυχία ακριβώς επειδή το θεωρούμε υπερβολικά (και υποτιμητικά) εύκολο, όπως εύκολο είναι να κλέψει κανείς το παγκάρι ενός αφύλακτου ναού.

Αρκετές είναι και οι μεταφορές από την εκκλησιαστική πρακτική που χρησιμοποιούνται ιδίως στον δημοσιογραφικό-πολιτικό λόγο, όπως όταν λέμε π.χ. ότι ο τάδε πολιτικός έχει πιάσει στασίδι στο τάδε κανάλι (ο Άδωνης στον Σκάι, ας πούμε) ή όταν χαρακτηρίζουμε “εξαπτέρυγα” τα πρόσωπα που περιβάλλουν έναν ισχυρό πολιτικό παράγοντα.

Αλλά βέβαια η εκκλησιαστική γλώσσα έχει χαρίσει στη φρασεολογία μας πάμπολλες εκφράσεις, όπως περνάει ζωή χαρισάμενη, έμεινε επί ξύλου κρεμάμενος, έφυγε άρον άρον, του έψαλα τον αναβαλλόμενο, μνήσθητί μου Κύριε, ανάστα ο Κύριος, διά τον φόβο των Ιουδαίων, και άλλες πολλές, κληρονομιά από τις εποχές όπου η εκκλησία έπαιζε πολύ σημαντικότερο ρόλο στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και όπου η θεία λειτουργία αποτελούσε τη μοναδική επαφή με τις παλιότερες μορφές της γλώσσας -γι’ αυτό άλλωστε και πολλές από τις εκκλησιαστικές αυτές φράσεις άλλαξαν νόημα στο στόμα του λαού.

Όσο για τη συμφωνία με την εκκλησία, παρατηρώ μια ομοιότητα με τη συμφωνία των Πρεσπών. Και για τις δύο, οι επικριτές τους είπαν ότι η κυβέρνηση τα παραχώρησε όλα στην άλλη πλευρά -κι όμως, τελικά, η άλλη πλευρά είτε τις απέρριψε είτε τις δέχτηκε με πολλή δυσκολία. Που σημαίνει πως είναι καλές συμφωνίες.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Όλοι στο Παλαί ντε Σπορ

Η σημερινή συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ στη Θεσσαλονίκη με ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα στέλνει δύο μηνύματα. Το πρώτο, που έχει σταλεί από καιρό με μια πλειάδα συγκεντρώσεων σε όλη την Ελλάδα, είναι ότι οι...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο