Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η παρουσία των Μικρασιατών προσφύγων στο κτίριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου (Παλαιά Ανάκτορα) και τα «οθωμανικά κοσμήματα» που του κληροδότησαν

Της Έλενας Μπουλετή*

 

Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε τη Συνθήκη της Λωζάννης (24/07/1923) ήταν τόση σε μέγεθος -πληθυσμιακό και οικονομικό- και τέτοια σε ένταση -σε συμβολικό, εθνικό και πολιτισμικό επίπεδο- ώστε να αλλάξει την εικόνα του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας για πάντα. Οι πιο εύκολα μετρήσιμες και πιο βραχυπρόθεσμες μεταβολές υπήρξαν οι οικονομικές· οι πιο μόνιμες, μακροπρόθεσμες και εν τέλει σημαντικότερες ήταν οι πολιτισμικές -χωρίς βέβαια οι πρώτες να είναι δυνατό να ιδωθούν και να κατανοηθούν ξεχωριστά από τις δεύτερες. Έχει μεγάλη σημασία ότι η σύγχρονη ιστορική έρευνα έχει εξετάσει πλέον τα συμβάντα της περιόδου αυτής και των αποτελεσμάτων της μέσα στο χρόνο χωρίς την τροχοπέδη της «εθνικής ιστορίας», χωρίς να χρειάζεται να υπηρετήσει κάποιο «εθνικό πρότυπο», όπως αυτά περασμένων ετών. Ως εκ τούτου, είναι γνωστός και τεκμηριωμένος ο αρχικός φόβος του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας για τους Μικρασιάτες πρόσφυγες, τις ανάγκες τους, τις διαφοροποιήσεις στα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τις ιδέες, και εν τέλει, την ελληνικότητά τους. Ωστόσο, η ανταλλαγή ήταν μια αναπόδραστη πραγματικότητα για όλους και η προσαρμογή τους στα νέα δεδομένα μια άμεση ανάγκη.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τους πρώτους μήνες μετά την έλευσή τους στην Ελλάδα, πρόσφυγες εγκαθίστανται παντού όπου υπάρχει διαθέσιμος χώρος να τους στεγάσει, ακόμη και στο εμβληματικό κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων, όπως ονομαζόταν τότε το σημερινό κτίριο του Κοινοβουλίου, ενόσω σε αυτό ακόμη διέμενε η βασίλισσα Όλγα, μητέρα του βασιλιά Κωνσταντίνου. Το κτίριο χτίστηκε από το 1836 έως το 1843 από τον Friedrich von Gaertner (1791-1847), με σαφείς αρχιτεκτονικές αναφορές στην ελληνική κλασική αρχαιότητα, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια διαχρονική, συμβολική σύνδεση μεταξύ της συνταγματικής μοναρχίας του νεόκοπου ελληνικού κράτους, η οποία προερχόταν από την Κεντρική Ευρώπη, με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, το κτίριο ήταν ήδη υπό ανακατασκευή λόγω εκτεταμένων καταστροφών από πυρκαγιές το 1884 και ιδιαίτερα το 1909. Αμέσως μετά τη μικρασιατική καταστροφή, πέρα από κάποια δωμάτια στα οποία φυλάσσονταν το αρχείο και έπιπλα της βασίλισσας Όλγας και του Γεωργίου Α΄, οι χώροι του ανακτόρου καταλήφθηκαν από υπηρεσίες και οργανώσεις για τους πρόσφυγες.

Μετά και το δημοψήφισμα του 1924 (13 Απριλίου), το κτίριο υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Γεωργίας και η περαιτέρω σύμπτυξη των βασιλικών διαμερισμάτων έδωσε τη δυνατότητα να εγκατασταθούν στο κτίριο και τα «εργαστήρια Μπενάκη» (σε τρεις μεγάλους χώρους του δευτέρου ορόφου), που χρηματοδοτούνταν από τον Εμμανουήλ Μπενάκη και απασχολούσαν πάνω από 150 ορφανές προσφυγοπούλες, οι οποίες διδάσκονταν κέντημα και ράψιμο. Η ανάγκη για επέκταση των δραστηριοτήτων του εργαστηρίου δημιούργησε την πρωτοβουλία για την ανέγερση ενός μικρού κτιρίου στη νοτιοανατολική πλευρά του προαύλιου χώρου του κτιρίου, προκειμένου να χρησιμεύσει ως περίπτερο που θα διέθετε προς πώληση τα εργόχειρα των προσφυγόπουλων. Η κόρη του Μπενάκη και μετέπειτα σύζυγος του Στέφανου Δέλτα, Πηνελόπη Δέλτα, ως πρόεδρος του ελληνικού παραρτήματος των «Φίλων της Ελλάδας στην Αμερική», ανέλαβε την πρωτοβουλία να συγκεντρώσει τα κεφάλαια για το χτίσιμο του κτιρίου από δωρεές Αμερικανών φιλελλήνων. Το Υπουργείο Γεωργίας έδωσε τη συγκατάθεσή του και το 1925 χτίστηκε το μικρό κτίριο που βρίσκεται δίπλα από το φυλάκιο της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας και είναι γνωστό ως «παλατάκι».

Το στρατιωτικό πραξικόπημα και η δικτατορία Πάγκαλου σταμάτησε τη χρήση του κτιρίου από τους πρόσφυγες, ενώ αφενός η πολιτική αστάθεια και αφετέρου η έλλειψη κεφαλαίων καθυστέρησαν τον επαναπροσδιορισμό της χρήσης του. Μόλις το 1929 αποφασίστηκε να ανακαινιστεί ριζικά ως κτίριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου και Γερουσίας και οι εργασίες ξεκίνησαν τον επόμενο χρόνο. Αυτή τη φορά, οι πρόσφυγες δεν βρήκαν καταφύγιο στο κτίριο αλλά, μέσω της εργασίας τους σε αυτό, άφησαν ένα σαφές ιστορικό και πολιτιστικό αποτύπωμα με το οποίο αποκατέστησαν, ή δημιούργησαν εκ νέου, τη σύνδεση του κτιρίου με τον χώρο και το χρόνο, με το βαλκανικό παρόν και το οθωμανικό παρελθόν των Αθηνών. Ο αρχιτέκτονας της ανακαίνισης Ανδρέας Κριεζής συμφώνησε σε διακοσμητικές "ζωφόρους" σε 16 από τα δωμάτια του κτιρίου, κατασκευασμένες από κεραμικά πλακίδια, ζωγραφισμένα στο χέρι, οθωμανικού ύφους και τεχνοτροπίας και κατασκευασμένα από μέχρι πρότινος Οθωμανούς υπηκόους, δηλαδή από Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Πιο συγκεκριμένα, οι "ζωφόροι", που τοποθετήθηκαν στο ύψος του βλέμματος, είχαν φάρδος περίπου 57 εκατ., ενώ στη συνέχειά τους προς τα κάτω υπήρχε ξυλεπένδυση ή ξύλινα ντουλάπια ως το πάτωμα. Οι "ζωφόροι" τοποθετήθηκαν σε 16 χώρους που προορίζονταν να λειτουργήσουν ως γραφεία. Με μία εξαίρεση: το χώρο που πλέον χρησιμοποιείται ως γραφείο του Προέδρου της Βουλής, και του οποίου οι τοίχοι είναι ολοκληρωτικά καλυμμένοι με πλακίδια. Ο χώρος αυτός οφείλει τον ξεχωριστό σχεδιασμό και την ιδιαίτερη ομορφιά του στο γεγονός ότι το 1930 είχε σχεδιαστεί ως εστιατόριο των Υπουργών και ως εκ τούτου ελήφθη η πρόνοια να καλυφθεί ολωσδιόλου με πλακίδια για λόγους υγιεινής. Τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ για το σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε και, μετά από ένα διάστημα κατά το οποίο φιλοξενούσε το αρχείο του Γεωργίου του Α΄, λειτούργησε κυρίως ως γραφείο των Προέδρων του Κοινοβουλίου.

Κάθε "ζωφόρος" είχε διαφορετικό σχέδιο. Αν και τα περισσότερα εξ αυτών ήταν εμπνευσμένα από την οθωμανική διακοσμητική παράδοση, υπάρχει και έντονο στοιχείο εκλεκτικισμού: κάποια έχουν αντιγραφεί από ντόπια υφάσματα, άλλα από κεντήματα της Ρούμελης (σε σημείο να φαίνονται ζωγραφισμένες και οι βελονιές), μαζί με μαιάνδρους από αρχαία ελληνικά αγγεία και μυκηναϊκά μοτίβα. Ο εντυπωσιακός διάκοσμος του γραφείου του Προέδρου της Βουλής, που απεικονίζει δέντρα διακοσμημένα με πολύχρωμα πουλιά, μιμείται την ιρανική τέχνη, της εποχής της Δυναστείας των Σαφαββιδών. Τα πλακίδια κατασκευάστηκαν και ζωγραφίστηκαν από τη βιοτεχνία «Κιουτάχεια-Αθήναι» του Νέου Φαλήρου. Ο ιδιοκτήτης της Μηνάς Πεσμαζόγλου ίδρυσε τη βιοτεχνία το 1922, με εργατοτεχνικό προσωπικό που αποτελούνταν από πρόσφυγες, όπως και ο ίδιος, Ελληνορθόδοξους και Αρμένιους, έμπειρους κεραμοποιούς, οι οποίοι μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών εργάζονταν σε κεραμοποιεία της Κιουτάχειας, γνωστά για την αναπαραγωγή πλακιδίων τύπου Ιζνίκ.

Μέσα από τον ξεριζωμό λοιπόν των τεχνιτών αυτών, η τέχνη τους βρήκε το δρόμο και έφτασε στο κτίριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Πολλά από τα σχέδια που υπήρχαν στα πλακίδια συνιστούσαν αντιγραφές σχεδίων υφασμάτων και κεραμικών που βρίσκονταν στο Μουσείο Μπενάκη, ακριβώς απέναντι από το υπό ανακαίνιση κτίριο, ήδη από το 1931. Καθώς το μουσείο εξέθετε τη συλλογή του Αντώνη Μπενάκη, αλλά και του αδελφού του Αλέξανδρου, που περιλάμβανε μια μεγάλη συλλογή από κεραμικά Ιζνίκ, καθώς και ελληνικά παραδοσιακά και οθωμανικά υφάσματα, τα σχέδια των οποίων μοιάζουν τόσο με τα πλακίδια του Κοινοβουλίου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αποτέλεσαν την αρχική τους έμπνευση.

Οι Μπενάκηδες, αρχής γενομένης από τον Εμμανουήλ που ήταν προσωπικός φίλος του Βενιζέλου, υπουργός Οικονομικών σε μία από τις κυβερνήσεις του και δήμαρχος Αθηναίων, υπήρξαν υποστηρικτές των ρεαλιστικών πολιτικών του Βενιζέλου και μπόρεσαν να αντιληφθούν -και να ενστερνιστούν- την ανάγκη για ειρηνική συνύπαρξη με την Τουρκία, με παράλληλη αποδοχή και ανάδειξη όλων των πολιτιστικών στοιχείων της Ελλάδας, ακόμη και εκείνων που ακουμπούσαν στο οθωμανικό παρελθόν του τόπου και των ανθρώπων του. Για τη σύλληψη της ιδέας του συγκεκριμένου διακόσμου θεωρήθηκε σίγουρη η συμβολή του Αντώνη Μπενάκη, καθώς ήταν λάτρης και συλλέκτης οθωμανικών κεραμικών και υφασμάτων. Παράλληλα, η οικογένεια Μπενάκη ήταν υπέρμαχος της θέσης ότι οι πρόσφυγες θα πρέπει να εργάζονται και να αυτοσυντηρούνται. Έτσι, το συγκεκριμένο έργο εξυπηρετούσε και αυτό τον σκοπό: εργοδοτούσε πρόσφυγες, σε αντικείμενο που γνώριζαν καλά. Επρόκειτο, δηλαδή, για μια πρωτοβουλία που ήταν τόσο συμβολική όσο και πρακτική: συνδύαζε την αξιοποίηση της παράδοσης των «χαμένων πατρίδων» των προσφύγων, μαζί με την ανάγκη για επιβίωση στην Ελλάδα. Μια πρωτοβουλία που άνθρωποι με τον πραγματισμό, την επιρροή και τον κοσμοπολιτισμό των Μπενάκηδων μπορούσαν να συλλάβουν, αλλά και να φέρουν σε πέρας.

Και αυτό γιατί, ενώ η ομορφιά του αποτελέσματος δεν αμφισβητούνταν από κανένα, οι επιρροές και η οθωμανική τεχνοτροπία προβλημάτισαν πολλούς και οι αντιδράσεις ήταν τόσες, ώστε πολλοί βουλευτές δήλωναν άγνοια για την προέλευση των πλακιδίων. Σταδιακά μάλιστα κυκλοφόρησε η άποψη ότι προέρχονταν από τη Ρόδο, εξ ου και η μετέπειτα ονομασία τους -«Ροδιακά»- που τα ακολούθησε για πολλά χρόνια. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, διευθυντής τότε της Εθνικής Πινακοθήκης, εξέφρασε σε άρθρο του (27/06/1932) τις ενστάσεις του για τα «οθωμανικά κοσμήματα», όπως τα αποκάλεσε. Αν και «κοσμήματα» αδιαμφισβήτητης ομορφιάς και ποιότητας, είχαν ωστόσο διττό χαρακτήρα, όπως και αυτοί που τα κατασκεύασαν, όπως και αυτοί που τα εμπνεύστηκαν -και αυτό τα καθιστούσε ύποπτα. Ήταν κατασκευασμένα στην Ελλάδα, από πρώην Οθωμανούς υπηκόους, που έμαθαν την τέχνη στην Τουρκία, για τη διακόσμηση του Ελληνικού Κοινοβουλίου.

Υπήρχε ένας συμβολισμός, λοιπόν, που ενδεχομένως δεν άρεσε σε όλους, και αυτός ήταν η ώσμωση, ο συνδυασμός και η ανάδειξη των πολλών επιρροών και παραδόσεων που διέθετε η ελληνική βαλκανική πραγματικότητα, με την πεποίθηση -από την πλευρά των εμπνευστών του έργου- ότι μόνο έτσι η χώρα θα μπορούσε να προοδεύσει. Έχει ενδιαφέρον ότι πολλά χρόνια μετά (2007), σε έκδοση επιμελημένη από το Ίδρυμα της Βουλής για την αρχιτεκτονική ιστορία του κτιρίου, αναφέρεται ότι «...Βέβαια, κάποιον μπορεί να ξενίσει το γεγονός ότι στο κτίριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου χρησιμοποιήθηκαν πλακίδια με σχέδια από την ισλαμική παράδοση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι καλαίσθητα».

* Μεγάλο μέρος του άρθρου βασίστηκε σε έρευνα του Δρ. αρχαιολογίας και ιστορικού τέχνης Γιώργη Μαγγίνη, επιστημονικού διευθυντή του μουσείου Μπενάκη. (Βλ. ενδεικτικά http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=1831), καθώς και στο βιβλίο «Παλαιά Ανάκτορα Αθηνών, Το Κτήριο Της Βουλής Των Ελλήνων» Δεμενεγή – Βιριράκη Αικατερίνη, Αθήνα 2007, Βουλή των Ελλήνων. 

* Ιστορικός, Δρ Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ο Δένδιας, ο Άδωνις και το πολιτικό έλλειμμα του Κ. Μητσοτάκη

Η Νέα Δημοκρατία εγκατέλειψε τελικά την ιδέα της πρότασης μομφής, μια άθλια κίνηση τακτικισμού, που αποσκοπούσε στο να κερδηθεί χρόνος ώστε να προετοιμαστεί ο δεύτερος γύρος των άθλιων επεισοδίων της...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο