Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Οικεία βουλήσει και καθ’ υπόδειξιν προσελθούσες»

Των Βάσω Θεοδώρου, Χρήστος Λούκος*

 

Από τα μητρώα ασθενών του Νοσοκομείου Συγγρού στις σεξουαλικές συμπεριφορές ανδρών και γυναικών τη δεκαετία του 1930

Η πλούσια βιβλιογραφία που έχει παραχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σχετικά με την ιστορία των αφροδισίων νοσημάτων έχει αναδείξει ένα εύρος θεμάτων που αναφέρονται τόσο στη στάση του κράτους απέναντι στην πορνεία -και επομένως και στη ρύθμιση της σεξουαλικής συμπεριφοράς των πολιτών- όσο και στη σημασία του ιατρικού λόγου στην κατασκευή της έννοιας της «αποδεκτής» σεξουαλικότητας. Αποτελεί κοινό τόπο ότι ο λόγος για τα αφροδίσια τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα είναι διαποτισμένος από τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί φύλου και περί ηθικής.

Καθώς τα αντιαφροδισιακά νοσοκομεία που ιδρύθηκαν αυτή την περίοδο σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις, και κυρίως σε πόλεις-λιμάνια, αποτελούσαν έναν σημαντικό κρίκο στη διαδικασία ελέγχου της πορνείας, τα αρχεία τους έχουν συχνά χρησιμοποιηθεί για να διερευνηθεί πώς συγκροτήθηκαν οι θεραπευτικοί, και συχνά κατασταλτικοί, μηχανισμοί για τον έλεγχο των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων στον πληθυσμό, αλλά και για να σκιαγραφηθεί το προφίλ των ίδιων των ασθενών.

Στην Ελλάδα, λειτουργούσε από το 1855 το νοσοκομείο «των κολλητικών νοσημάτων» σε διάφορες περιοχές της Αθήνας και του Πειραιά, συνήθως κοντά σε οίκους ανοχής. Το νοσοκομείο λειτουργούσε σύμφωνα με έναν αυστηρό κανονισμό που θύμιζε περισσότερο άσυλο. Αποτελούσε τμήμα του μηχανισμού ελέγχου των αφροδισίων και γι αυτό θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο λειτουργίας του διακανονιστικού συστήματος για τον έλεγχο της πορνείας που εφαρμοζόταν στην Ελλάδα από το 1834. Δεχόταν αποκλειστικά κοινές γυναίκες που έπασχαν από αφροδίσια νοσήματα και στέλνονταν σε αυτό από το Τμήμα Ηθών. Στα τέλη του 19ου αιώνα, συχνές αναφορές στον ιατρικό Τύπο της εποχής κάνουν λόγο για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούσαν στους θαλάμους των ασθενών και στο προαύλιο του νοσοκομείου. Φαίνεται ότι η εξάλειψη της αθλιότητας ήταν μία από τις αιτίες που οδήγησαν τον Ανδρέα Συγγρό να χρηματοδοτήσει την ανέγερση ενός νέου θεραπευτηρίου που θα έφερε το όνομά του και θα λειτουργούσε σύμφωνα με το αντίστοιχο γαλλικό Saint Lazare.

Το «Νοσοκομείον των αφροδισίων νοσημάτων Ανδρέα Συγγρού» ιδρύθηκε στη Αθήνα το 1909, με σκοπό τη νοσηλεία όχι μόνο «των υπό της αστυνομίας αποστελλομένων κοινών γυναικών» αλλά και τη θεραπεία «των εκουσίως προσερχομένων απόρων τοιούτων ανδρών και γυναικών». Το Νοσοκομείο Συγγρού έπαιξε σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την καταπολέμηση των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, αν και συχνά δέχτηκε κριτική για την αποτελεσματικότητά του από το εσωτερικό της ιατρικής κοινότητας. Στους ετήσιους απολογισμούς που δημοσίευε από το 1912 έως το 1946 παρουσιάζονταν, εκτός από χαρακτηριστικά περιστατικά ασθενειών, και στατιστικά στοιχεία ασθενών. Οι ασθενείς καταγράφονταν σε διαφορετικά μητρώα κατά φύλο και ανάλογα με το τμήμα στο οποίο προσέρχονταν. Διακρίνονταν, επίσης, σύμφωνα με την προέλευσή τους, διότι, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «άλλοι μεν τούτων νοσηλεύονται οικεία βουλήσει, άλλοι δε, αποστέλλονται υπό του Επιθεωρητού των αφροδισίων νόσων προς αναγκαστικήν νοσηλείαν».

Με βάση τη στατιστική επεξεργασία των στοιχείων των ετήσιων απολογισμών του Νοσοκομείου, τα οποία αναφέρονται στην ηλικία, το φύλο, το επάγγελμα, την οικογενειακή κατάσταση και τη γεωγραφική προέλευση των ασθενών, καθώς και στο είδος και τη φάση της ασθένειας, οδηγούμαστε στη σκιαγράφηση της φυσιογνωμίας των ανδρών και γυναικών που νοσηλεύτηκαν οικειοθελώς στο νοσοκομείο και τα εξωτερικά ιατρεία ή όσων εξαναγκάστηκαν σε νοσηλεία τη δεκαετία του 1930, οπότε οι καταγραφές είναι περισσότερο συστηματικές. Ωστόσο, εκτός από τα παραπάνω, τα στοιχεία που διασώζονται θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, σε συνδυασμό με άλλες πηγές, προκειμένου να κατανοήσουμε μερικές όψεις της σεξουαλικής συμπεριφοράς των ανθρώπων του Μεσοπολέμου.

Σημαντική διάσταση για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζεται η σεξουαλικότητα τη δεκαετία αυτή αποτελεί η ανάλυση του ιατρικού λόγου της εποχής. Τα αυξημένα ποσοστά των αφροδισίων νοσημάτων μετά το 1922 τροφοδότησαν τις ιατρικές ανησυχίες και προκάλεσαν το δημόσιο ενδιαφέρον. Πρόσφεραν, επίσης, τη βάση για την ενίσχυση της θέσης των αφροδισιολόγων στο δημόσιο χώρο. Προέκυψαν έτσι για μάς ερευνητικά ερωτήματα, όπως : σε ποιες αιτίες αποδίδεται από γιατρούς και αρθρογράφους της εποχής, η εξάπλωση των αφροδισίων; Ποιοι τρόποι προτείνονται για την αντιμετώπισή τους; Τι ρόλο έπαιξε η πολεμική συγκυρία και η άφιξη των προσφύγων στην αύξηση των ποσοστών; Ποιοι κυρίως ενοχοποιούνται για την εξάπλωση της σύφιλης και της βλενόρροιας, τις κυριότερες μάστιγες της εποχής, και πώς νοηματοδοτείται η ερωτική συμπεριφορά στα προπαγανδιστικά ιατρικά έντυπα της εποχής που έχουν κυρίως στόχο να καλλιεργήσουν το φόβο για τη σεξουαλική πράξη;

Τα ερωτήματα που μας απασχόλησαν σε αυτή τη φάση της έρευνας αφορούσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλλιεργήθηκαν αυτές οι ανησυχίες, τους φορείς που έλαβαν μέρος στη δημόσια συζήτηση και τις θέσεις που διατυπώθηκαν σχετικά με τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση για τον έλεγχο της πορνείας. Η μεταρρύθμιση αυτή επιχειρήθηκε στο πλαίσιο ενός ευρύτερου υγειονομικού εκσυγχρονισμού για τη δημόσια υγεία από την κυβέρνηση Βενιζέλου του 1928-1932. Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των φορέων που πήραν μέρος στο δημόσιο διάλογο για την αντιμετώπιση της έξαρσης των αφροδισίων το 1930 συμφωνούσαν ότι το διακανονιστικό σύστημα ήταν πλέον αναποτελεσματικό για την αντιμετώπιση του προβλήματος, καθώς ένας σημαντικός αριθμός “κοινών γυναικών” δεν ήταν καταγεγραμμένες στα μητρώα της αστυνομίας. Από αυτές τις “κρύφα εκδιδόμενες”, τις “έκτακτες” που δεν περνούσαν από υγειονομικό έλεγχο, θεωρούσαν τόσο οι γιατροί όσο και η αστυνομία ότι εξαπλώνονταν τα αφροδίσια νοσήματα και έτσι η προσπάθεια του κράτους να ελέγξει τη μόλυνση μέσα από την επιτήρηση των κοινών γυναικών έπεφτε στο κενό. Γι αυτό εισηγούνταν το κλείσιμο των οίκων ανοχής, παράλληλα όμως πρότειναν τη δίωξη κάθε γυναίκας που θα συλλαμβανόταν να “εταιρίζεται” χωρίς να έχει πιστοποιητικό υγείας από ειδικό ιατρό.

Είναι προφανής η απόπειρα που ανιχνεύεται στο λόγο γιατρών και αρθρογράφων της εποχής να αποδοθεί το κακό στις γυναίκες, και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα να ενοχοποιηθούν οι φτωχές εργαζόμενες, κυρίως αυτές με προσφυγική καταγωγή που συχνά έπεφταν θύματα εκβιαστών. Από την άλλη μεριά, η απουσία αναφορών σε άνδρες που πιθανόν, συχνάζοντας σε οίκους ανοχής ή άλλους παρόμοιους χώρους λιγότερο φανερούς, να μετέδωσαν το μόλυσμα σε συζύγους και συντρόφους είναι ενδεικτική των έμφυλων αντιλήψεων που συχνά χαρακτηρίζουν παρόμοιες ερμηνείες. Ερωτήματα προκύπτουν, ωστόσο, για τις αιτίες της μόλυνσης σε γυναίκες που δήλωσαν οικιακά (το 60% στο σύνολο των γυναικών που επισκέφτηκαν τα εξωτερικά ιατρεία το 1931), ή ήταν άνεργες, εργάτριες, μαθήτριες ή υπηρέτριες. Διατυπώσαμε την υπόθεση, η οποία θα πρέπει να διερευνηθεί βαθύτερα, αν οι ποικίλες ανατροπές που προκάλεσαν οι πόλεμοι στις ζωές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων, καθώς και η ευρύτερη συμμετοχή των γυναικών στην παραγωγή, δημιούργησαν κάποιες προϋποθέσεις για μια μικρότερη ή μεγαλύτερη χειραφέτησή τους από ποικίλους ελέγχους. Αν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ερωτικές σχέσεις που αποτελούν υπέρβαση των μέχρι τότε κανονικοτήτων σε μια περίοδο έντονων δημογραφικών, πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.

 

* Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

* Πανεπιστήμιο Κρήτης

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η Αριστερά στην πρώτη γραμμή!

Το ότι η χώρα έχει βγει από τα Μνημόνια και βρίσκεται σε έναν δρόμο ανάπτυξης μπορεί πλέον να θεωρηθεί γεγονός. Η Νέα Δημοκρατία έχει συρθεί στην ψήφιση όλων των μέτρων που υλοποιεί η κυβέρνηση μετά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο