Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γυναικείες ερωτικές φιλίες στο Αρσάκειο υπό το φως της δημοσιότητας (1880-1903)

Της Ελένης Φουρναράκη*

Μεταξύ 1880 και αρχές του 1900, σε τουλάχιστον τρεις περιστάσεις, τίθεται στη δημόσια σφαίρα το ζήτημα των φερόμενων ως ερωτικών σχέσεων μεταξύ μαθητριών ή μεταξύ μαθητριών και δασκαλισσών στο Αρσάκειο, το ανώτερο παρθεναγωγείο-διδασκαλείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στην Αθήνα. Πρόκειται για ζήτημα αχαρτογράφητο ιστορικά στα καθ’ ημάς, το οποίο γνωρίζουμε από πηγές εξαιρετικά έμμεσες και διαμεσολαβημένες, που έχουν όρια στο τι καταμαρτυρούν για το ακριβές περιεχόμενο αυτών των σχέσεων -ας τις πούμε- «ερωτικής φιλίας». Έτσι, οι πηγές και τα ερωτήματά μου με έστρεψαν κυρίως προς τις διαδικασίες του λόγου που, με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικά συμφραζόμενα, καθιστούν δημόσια ορατές αυτές τις σχέσεις ως πρόβλημα, παρεμβαίνοντας συνακόλουθα και στην κοινωνική τους συγκρότηση.

Οι τρεις περιστάσεις τοποθετούνται αντίστοιχα στις δεκαετίες του 1880, 1890 και 1900, κάτι που ενδεχομένως υποδηλώνει ότι κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα το «πρόβλημα» έχει λάβει κάποια δημοσιότητα και σε άλλες περιστάσεις που μένει να εντοπιστούν. Σε αυτό συνηγορεί, άλλωστε, η υπαινικτικότητα που διακρίνει την πρώτη δημόσια αναφορά στο ζήτημα που εντόπισα, στην Εφημερίδα των Κυριών το 1888. Η εκδότρια του περιοδικού Καλλιρρόη Παρρέν, ασκώντας κριτική στην εκπαιδευτική πολιτική της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, σε μια αποστροφή του λόγου της αναφέρει τα «ιστορικά» στα χρονικά του Αρσακείου «χρυσά»: λέξη συνθηματική στην ιδιόλεκτο των Αρσακειάδων, που, βάσει μεταγενέστερης λογοτεχνικής πηγής, φέρεται να δηλώνει τους «θήλεις εραστάς». Φαινόμενο, λοιπόν, με παρελθόν στο Αρσάκειο, ο υπαινιγμός σε αυτό αρκούσε στα 1880 για να καταλάβει το αναγνωστικό κοινό περί τίνος ο λόγος.

Τον όρο και την ιδιότητα των «χρυσών», και τις ερωτικές σχέσεις και πρακτικές με τις οποίες φέρεται να επιτελείται αυτή η ιδιότητα, θα αφηγηθούν λεπτομερώς στο ευρύ κοινό λίγα χρόνια αργότερα δυο «αθηναϊκές μυθιστορίες», χαρακτηριστικά δείγματα «παραλογοτεχνίας» της εποχής με στοιχεία αστικής ηθογραφίας, αλλά και σκανδαλοθηρικό περιεχόμενο, οι οποίες εμφανίζονται ταυτόχρονα στο εκδοτικό στερέωμα της πρωτεύουσας, το 1893. Και τα δυο μυθιστορήματα θα συμπεριλάβουν μικροαστές Αρσακειάδες στη χορεία των βασικών τους «χαρακτήρων» και θα θέσουν τις ερωτικές εμπειρίες και τη σεξουαλικότητά τους, ομοφυλοφιλική και ετεροφυλοφιλική, στο επίκεντρο του ηδονοβλεπτικού τους ενδιαφέροντος. Έτσι, μέσα από αυτό το είδος λαϊκής λογοτεχνικής κουλτούρας, και με «προνομιακό» παράδειγμα τα «χρυσά» του Αρσακείου, συγκροτείται στην καμπή του αιώνα μια εγχώρια εκδοχή ανδρικών αφηγηματικών μοτίβων για την ερωτική φιλία μεταξύ νεαρών γυναικών των μεσαίων αστικών στρωμάτων.

Ωστόσο, οι «θήλεις ερασταί» αυτών των αφηγήσεων, σχήμα οξύμωρο άλλωστε -αν και θήλεις ιδιοποιούνται έναν «αρσενικό» ρόλο-, δεν φαίνεται να διαθέτουν ακόμα κάποια ιδιαίτερη, βλέπε «διαστροφική», σεξουαλικότητα και υποκειμενικότητα. Δεν θα είναι το ίδιο δέκα χρόνια αργότερα, το 1903, όταν τα «χρυσά» ξανάρχονται στη δημοσιότητα με αφορμή «αποκαλύψεις» στον αθηναϊκό Τύπο περί «μυστικής» ίδρυσης «συλλόγου» υπέρ της αγαμίας από δεσποινίδες της «ανωτέρας τάξεως». Το ανησυχητικό αυτό γεγονός αποδίδουν κάποιοι στο «έκφυλογούστο» των «ομοφύλων ζευγών» του Αρσακείου και των άλλων ιδιωτικών παρθεναγωγείων. Βασική μου υπόθεση είναι ότι, στον λόγο που παράγεται σε αυτή την περίσταση για τις ερωτικές φιλίες μεταξύ νεαρών γυναικών, μπορούμε να ανιχνεύσουμε την «εμφύτευση της διαστροφής» -για να θυμηθούμε τον Φουκώ-, ενώ τα «χρυσά» συνδέονται πλέον ξεκάθαρα με την αρχαία παράδοση περί ομοερωτικών σχέσεων των «Λεσβιών» γυναικών.

* Πανεπιστήμιο Κρήτης

Δείτε όλα τα σχόλια