Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Παράνομοι στην πόλη

Της Ιωάννας Παπαθανασίου*

- Ο «κόκκινος δάσκαλος» από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας που αναδείχτηκε σε συνδικαλιστικό στέλεχος στα χρόνια του μεσοπολέμου, ο Νίκος Πλουμπίδης, συνέδεσε την πολιτική και κομματική δράση του με τους τραχείς και δύσβατους δρόμους που επέβαλε η παρανομία.

 

«Στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός», έγραψε ο ποιητής Δημήτρης Δούκαρης. Ήταν στις μέρες της διπλής δίκης και καταδίκης, από την ελληνική πολιτεία και από το ΚΚΕ, του τραγικού Νίκου Πλουμπίδη, του προσώπου που ταυτίστηκε στην κοινωνική συνείδηση με τα αδιέξοδα της Αριστεράς στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, του κομμουνιστή που εξέφρασε στη συλλογική μνήμη τον ιδεότυπο του αγωνιστή στην παρανομία των πόλεων πριν προσωποποιήσει, με το τέλος του και μέσα στο χρόνο, τον προδομένο συλλογικό ήρωα της ηττημένης Αριστεράς.

Ο «κόκκινος δάσκαλος» από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας που αναδείχτηκε σε συνδικαλιστικό στέλεχος στα χρόνια του μεσοπολέμου, ο Νίκος Πλουμπίδης, συνέδεσε την πολιτική και κομματική δράση του με τους τραχείς και δύσβατους δρόμους που επέβαλε η παρανομία. Μέσα σ’ αυτή διαμορφώθηκε ήδη από τα χρόνια του Ιδιωνύμου και, μέσα στην παρατεταμένη περίοδο παρανομίας που γνωρίζει η κομμουνιστική Αριστερά από τη δικτατορία του Μεταξά, το 1936, μέχρι την Απελευθέρωση της χώρας από την ξένη Κατοχή, το φθινόπωρο του 1944, καταξιώνεται ως καθοδηγητής και ηγετικό πολιτικό στέλεχος του ΚΚΕ, αλλά και ως άνθρωπος που σήκωνε την ευθύνη ειδικών κομματικών μηχανισμών. Στην πράξη, για την κομμουνιστική Αριστερά η παρανομία θα τελείωνε τυπικά το 1974, με εξαίρεση ίσως το σύντομο διάστημα του 1945-47, αυτή την επίφαση νομιμότητας που αποκτούσε πρόσκαιρα το ΚΚΕ και ο ΕΑΜικός συνασπισμός, πριν βυθιστεί στη δίνη των εκτάκτων μέτρων και του ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου. Για τον Πλουμπίδη, η νομιμότητα δεν ήρθε ποτέ. Την πιο βαθιά παρανομία του εμφυλίου πολέμου διαδέχεται αυτή των διωκτικών προεκτάσεών του μετά την ήττα. Στη φάση αυτή, ενώ αγωνίζεται ως παράνομος για την νομιμότητα της Αριστεράς, αντιμετωπίζει παράλληλα με τη σύλληψη και την καταδίκη του από τις διωκτικές αρχές την «ατίμωσή» του από το κόμμα του ή καλύτερα από τους κομματικούς εκείνους μηχανισμούς στους οποίους ο ίδιος επί δεκαετίες μετείχε, διαφωνούσε αλλά και συνδιαμόρφωνε. Η κατηγορία, που του απευθύνθηκε ως «προδότη του κόμματος» και «χαφιέ», μπορεί πρόσκαιρα να επηρέασε, δεν βρήκε όμως σταθερές υποδοχές στο κομμουνιστικό μικρο-σύμπαν, ούτε αλλοίωσε μακροπρόθεσμα τη συλλογική συνείδηση της κοινωνίας.

Βεβαίως, μέσα από αυτές τις διεργασίες, το τραγικό τέλος επισκίασε την πολιτική διαδρομή του Πλουμπίδη, τις απόψεις, τις θέσεις και τις πολιτικές πρωτοβουλίες του σε κρίσιμες στιγμές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Αντίστοιχα, η δράση στην παρανομία δεν επέτρεψε να διαφανεί επαρκώς η πολιτική του προσωπικότητα. Ο Πλουμπίδης δεν συγκρότησε έναν πολιτικό λόγο στο δημόσιο χώρο, δεν απευθύνθηκε και δεν αντιπαρατέθηκε δημόσια με τους πολιτικούς αντιπάλους του ΚΚΕ και της Αριστεράς, δεν έλαμψε στο Κοινοβούλιο σε χρόνια νομιμότητας. Ηγετικό στέλεχος ενός κόμματος υπό συνεχή διωγμό, καταξιώθηκε μέσα από την παρανομία ως ο αγωνιστής ο οποίος καθοδήγησε το κόμμα και το κίνημα με συνέπεια και αφοσίωση στις μακρές και περίπλοκες εκείνες διαδρομές «που δεν ήταν πάντοτε φτιαγμένες με αθωότητα».

Η παρανομία λοιπόν. Μια κατάσταση επιβεβλημένη από τις εξωτερικές συνθήκες και ταυτόχρονα ένας τρόπος ζωής, αλλά και πολιτικής παρέμβασης των κομμουνιστών σε δύστοκα χρόνια. Το φαινόμενο δεν είναι αμιγώς ελληνικό: διατρέχει την ιστορία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, βρίσκει τις θεωρητικές του καταβολές στη λενινιστική αντίληψη περί «επαγγελματιών της επανάστασης» και αποκτά τη νομιμοποίησή του στο πλαίσιο της ενιαίας, παγκόσμιας, κομμουνιστικής κουλτούρας. Βεβαίως, η Ελλάδα ανήκει στην κατηγορία εκείνη των χωρών όπου τα ΚΚ ξεχωρίζουν θεαματικά ως προς τη διάρκεια, τους χρονικούς δηλαδή ορίζοντες της δράσης σε καθεστώς παρανομίας. Στα 50 χρόνια πολιτικής παρουσίας του κόμματος μέχρι το 1974, το ΚΚΕ, τα μέλη και τα στελέχη του, βίωσαν για περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια τις διώξεις και την υποχρεωτική κατάσταση της παρανομίας.

Οι τέσσερις βασικοί κανόνες της συμπυκνώθηκαν στις λέξεις: συνωμοτικότητα και επαγρύπνηση, αυστηρότητα και σιωπή, και λειτούργησαν ρυθμιστικά για τη ζωή στο κομματικό μικρο-σύμπαν το οποίο συνέδεσε από την αρχή την ύπαρξή του με τον πολιτισμό και την ανωνυμία των πόλεων. Ο κόσμος των παράνομων κομμουνιστών, μια μικρο-κοινωνία με τους νόμους και τις εσωτερικές ιεραρχίες της, τις πειθαρχίες και τους ελέγχους της, αναδύονταν διάσπαρτη στον αστικό ιστό ως απάντηση ή καλύτερα ως αντανακλαστικό απέναντι στην παρατεταμένη ή/και, σπανιότερα, στην έκτακτη άρση της νομιμότητας. Κομματικά μέλη και δοκιμασμένα στελέχη, μηχανισμοί, πρόσωπα σε ειδικές αποστολές εντός και εκτός των συνόρων, άνθρωποι που γίνονται σκληροί, άλλοι που καταρρέουν μέσα στην καθημερινή πάλη, αναλάμβαναν να διατηρήσουν ενεργή την φλόγα του κόμματος στις αντίξοες συνθήκες. Ολιγομελείς οργανώσεις, δίκτυα και επαφές, σπίτια του μηχανισμού και κρύπτες, παράνομα τυπογραφεία, έβγαιναν από τη διαθεσιμότητα, έμπαιναν σε κίνηση με σκοπό να διασφαλίσουν το συνεχές της πολιτικής δράσης με όποιο κόστος, αλλά και να κρατήσουν ανοικτή την επικοινωνία με τους κρατούμενους συντρόφους στις εξορίες και στις φυλακές.

Η ζωή των παράνομων κομμουνιστών, μια ζωή ριψοκίνδυνη και στερημένη, μια ζωή περιχαρακωμένη, χωρίς εγγύηση για το αύριο. Η αυταπάρνηση, οι ψυχικές και φυσικές αντοχές, η τόλμη και η αποφασιστικότητα, τα ψευδώνυμα και η τήρηση των κανόνων της συνωμοτικότητας δεν δημιουργούσαν από μόνες τους ασφαλείς προϋποθέσεις για την επιβίωση, πολύ περισσότερο για τη συνέχιση του αγώνα τους. Στο παράνομο κόμμα που λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά μέσα από κάθετα δίκτυα και οργανώσεις, κάθε κρίκος της αλυσίδας ενείχε τη δική του βαρύτητα. Δεν κινδύνευε μόνο με διακοπή η επικοινωνία. Το σπάσιμο ενός κρίκου μπορούσε να συμπαρασύρει τμήμα ή και ολόκληρη την αλυσίδα, να ακυρώσει τη χρήση της, να παραδώσει στη βαναυσότητα των διωκτικών αρχών τους συντρόφους εκείνους με τους οποίους βρισκόταν σε επαφή ή/και ολόκληρο το δίκτυο, κυρίως να αφαιρέσει από το κόμμα ένα ακόμη λειτουργικό στοιχείο του. Στην περίπτωση αυτή, οι μηχανισμοί επιβίωσης του κόμματος και οι κανόνες της συνωμοτικότητας συμπυκνώνονταν αυτόματα στον εντοπισμό του υπόπτου, στον αποκλεισμό του και συχνά στην καταγγελία του ως «χαφιέ». Η πρακτική αυτή είχε και επακόλουθα. Στις ακραίες συνθήκες δίωξης, δεν ήταν πάντα απαραίτητο το ορατό «χτύπημα» ενός δικτύου από την Ασφάλεια. Από πραγματική κοινωνική και πολιτική κατάσταση, η παρανομία είχε διαμορφώσει στο πλαίσιο της κομματικής ζωής και μια νοοτροπία, νοοτροπία η οποία ανακάλυπτε τον «εσωτερικό εχθρό» εντός του κόμματος και κατασκεύαζε υπόπτους και χαφιέδες στο χώρο του φαντασιακού. Δεν είναι του παρόντος να το αναλύσουμε και δεν θα επεκταθώ.

 

Όπως όμως και να έχει, σ’ αυτό τον κόσμο των παρανόμων και τους σκληρούς αγώνες που έζησε, σ’ αυτόν τον κόσμο πίστεψε και τελείωσε τις ημέρες του ο Ν. Πλουμπίδης. Στην αποψινή μας εκδήλωση με την οποία επιτέλους τον τιμούμε μαζί με το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, έχει ίσως ενδιαφέρον να αναστοχαστούμε όχι μόνο τη ζωή των παράνομων κομμουνιστών, αλλά και τους όρους και τις εξωτερικές συνθήκες που την προσδιόρισαν. Άραγε μπορούμε να σκεφτούμε την παρανομία αυτόνομα, ως μια ενιαία, εσωτερική και ιδιόμορφη συνθήκη της κομματικής ζωής που υπακούει στους δικούς της κανόνες και σε θεωρητικές, λενινιστικές νομοτέλειες ή μήπως πρέπει να την επαναπροσδιορίσουμε σε συνάρτηση τόσο με το βαθμό λειτουργίας των θεσμών και του πολιτεύματος όσο και με την νομιμοποίηση που άντλησαν οι κομμουνιστές από την ευρύτερη κοινωνία;

Με τη διαστροφή του ιστορικού που δεν ανατρέχει μόνο στις πηγές αλλά και τις παρουσιάζει, σας καλώ να παρακολουθήσουμε σύντομα τρείς εικόνες, εικόνες που καθρεπτίζουν την παράνομη οργάνωση της Αθήνας με την οποία συνέδεσε, από διάφορες θέσεις και καθήκοντα εκ μέρους του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, την κομματική του πορεία, ο Ν. Πλουμπίδης. Προέρχονται από εκθέσεις επωνύμων στελεχών, του Ανδρέα Τζήμα, της Καίτης Ζεύγου και του ίδιου του Πλουμπίδη, και σκιαγραφούν στη γεωγραφία της πόλης την πορεία της οργάνωσης, το 1942, το 1944 και το 1949.

Γραμματέας της παράνομης Επιτροπής Πόλης, μέχρι τα τέλη του 1942, ο Τζήμας δείχνει τους ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης της οργάνωσης, που έβγαινε τσακισμένη από τη δικτατορία του Μεταξά, στο πρώτο διάστημα της γερμανικής Κατοχής, προ του κενού εξουσίας που δημιούργησε η αναχώρηση της κυβέρνησης Τσουδερού για την Αίγυπτο, αλλά και η έλλειψη νομιμοποίησης και κάθε εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση Τσολάκογλου.

«Ως την άνοιξη του 1942 -γράφει- έχει στρώσει για καλά η δουλειά της οργάνωσης της Αθήνας. Έχουν δημιουργηθεί κομματικές οργανώσεις σ’ όλους τους τομείς της πόλης, με βάση την παλιά διάταξη και οργανωτική της στρουχτούρα. Η 1η αχτίδα στο Κέντρο εκτείνεται από το Σύνταγμα-Μοναστηράκι, στο συνοικισμό Κουντουριώτη, πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, ως το τέρμα Αμπελοκήπων με όλα τα νοσοκομεία. Η 2η στο κέντρο επίσης -Ομόνοια - Εξάρχεια- περιλαμβάνει την πρώτη περίοδο και τους Ανωνυμίτες (δηλαδή τους οργανωμένους υπαλλήλους Ανωνύμων Εταιρειών, Τραπεζών και Γραφείων). Η 3η με άξονα την οδό Λένορμαν προς το Καπνεργοστάσιο, Λαναρά-Περιστέρι. Η 4η νοτιότερα, προς την Ιερά οδό, βυρσοδεψεία-Λαχαναγορά. Η 5η από τα Πετράλωνα ως τη Καλλιθέα, η 6η Παγκράτι και Ανατολικός τομέας, η 7η καλύπτει την Κυψέλη και τους Αμπελοκήπους, η 8η στους Ποδαράδες (Νέα Ιωνία - Ν. Φιλαδέλφεια), η 9η λειτουργεί στα βόρεια Προάστια. Τα μέλη γρήγορα πολλαπλασιάζονται, σημειώνει ο Τζήμας. Τον Μάρτη 1942 φθάνουν τα 1200».

Η δεύτερη αποτυπώνει την ΚΟΑ στις αρχές του 1944. Μας δόθηκε από την Καίτη Ζεύγου και δίνει -αρκετούς μήνες πριν την αποχώρηση των Γερμανών και επομένως σε περίοδο παρανομίας- το στίγμα μιας μαζικής οργάνωσης ενός κόμματος εξουσίας: 10.000 περίπου κομματικά μέλη κατανέμονται όχι σε 9, αλλά σε 12 πλέον αχτίδες, που δεν περιλαμβάνουν μόνο οργανωτικές περιοχές, αλλά και οργανώσεις κλάδων, αλλάζοντας κατά σημεία την παλιά ταξινόμηση, ειδικά στο Κέντρο της πόλης όπου η ταξική σύνθεση είχε εμποδίσει την αύξηση του αριθμού των μελών σε αντίθεση με την περιφέρεια. Έτσι, η 1η αχτίδα του παλιού Κέντρου περιλαμβάνει πια τους εργάτες και μετονομάστηκε σε εργατική. Η 2η έγινε αυτή των Δημοσίων Υπαλλήλων, η 3η περιλαμβάνει πια μόνον τον Κολωνό και τα Σεπόλια, ενώ η 4η αφορά αποκλειστικά το Περιστέρι. Η 5η την Καλλιθέα και η 6η σταθερή τον ανατολικό τομέα (Παγκράτι-Καισαριανή, Υμηττό). Η 7η, επίσης σταθερή, καλύπτει την Κυψέλη και τους Αμπελοκήπους, η 8η τους Ποδαράδες-Νέα Ιωνία και η 9η τα βόρεια προάστια. Οι τρείς νέες οργανώσεις που προστέθηκαν αφορούν η 10η τους φοιτητές, η 11η τους επαγγελματίες και η 12η τους τραπεζικούς υπαλλήλους και τους άλλους Ανωνυμίτες.

Σ’ αυτό το καθημερινό παιχνίδι με τον θάνατο, οι αναμονές και η κοινωνική νομιμοποίηση έδιναν ακόμα και στην παρανομία χρώμα και ζωή. Ήταν άραγε μόνο οι άτεγκτοι διωκτικοί μηχανισμοί και ο μεγάλος αριθμός των κρατουμένων που στον εμφύλιο πόλεμο ανέτρεψαν τους συσχετισμούς;

Παραθέτω: «Η ΚΟΑ δεχόταν από την Ασφάλεια το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Τον Οκτώβρη του ‘48 έχει σχεδόν διαλυθεί. Τα μέλη της με τις πιο φιλόδοξες αποτιμήσεις δεν ξεπερνούν τα 1300. [...] Στα φρούρια της Αθήνας δεν υπάρχει τίποτε οργανωμένο. Σ’ όλη την 6η Αχτίδα, από Καισαριανή ως Υμηττό, έχουμε σύνδεση μόνο με 8 μέλη. Κολωνό, Περιστέρι τίποτε (3η Αχτίδα). Ποδαράδες βρέθηκε ο γραμματέας της αχτίδας (8η) με 10 μέλη».

Ο φόβος, η εκούσια, αλλά και η έξωθεν επιβεβλημένη άρση της κοινωνικής νομιμοποίησης, που επέβαλε μαζί με την κορύφωση των εκτελέσεων και των διώξεων η πολιτεία «για την ασφάλεια του έθνους και του καθεστώτος», έβαιναν παράλληλα με τις τερατογενέσεις εντός του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ.

Στα τέλη Ιουλίου 1949, ένα μήνα πριν την κατάρρευση του μετώπου στο Γράμμο, η εικόνα της ήττας ήταν σαφής. «Η Αθήνα εξαρθρώθηκε» -σημειώνει ο Πλουμπίδης ως Μπάρμπας σε ρ/μα προς το ΠΓ του ΚΚΕ μέσω του μηχανισμού Βαβούδη. Με τα λόγια του, που ακολουθούν, θα μου επιτρέψετε να κλείσω την σημερινή μου εισήγηση. «Εξαρθρώθηκαν όλοι οι τομείς του Β [οηθού= Γιώργη Σπανού]. Μηχανισμός επαφών. Οι μαχητές πιάστηκαν. Στις συνοικίες σάρωσαν ακόμα και κάθε γνωστό συμπαθούντα και σπίτια που επί χρόνια δεν είχαν επαφή. Μετά τις συλλήψεις νόμισα ότι για να εκτελέσω το κομματικό μου καθήκον έπρεπε να πάρω ριζικά μέτρα. Απομόνωσα το γραμματέα της ΚΟΑ, τον Βοηθό. Διέλυσα και απομόνωσα ύποπτους τομείς και πρόσωπα. Διέλυσα αχτίδες που απλά λέγονταν αχτίδες. Καθαίρεσα δειλούς και ανίκανους. Υπήρχαν γραμματείς Αχτίδων που είχαν τριμελή αχτιδική επιτροπή και σύνολο κομματικών μελών της αχτίδας 8. [...] Από μηχανισμό [επίσης] έχουμε χάλια. Δεν έχουμε σπίτια ούτε για συνεργασίες. Τα στελέχη μας κάθονται σε όχι σίγουρα σπίτια και δεν έχουμε πού να πάμε αν χάσουμε αυτά που έχουμε. [...] Ανέλαβα προσωπικά την ΚΟΑ και με βοηθό την Αλίκη και τις γυναικείες οργανώσεις που δεν είχαν μολυνθεί, βάλαμε μπρος για ανασυγκρότηση της οργάνωσης. Τώρα έχουμε 400 με 450 μέλη που δουλεύουν κι από αυτά 150 είναι γυναίκες».

* Ιστορικός, διευθύντρια ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών

Η συγκεκριμένη ομιλία εκφωνήθηκε στην εκδήλωση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων «Στενή κι αδιάβατος, τραχεία η οδός. Νίκος Πλουμπίδης 1902-1954», στις 2 Οκτωβρίου 2018

Δείτε όλα τα σχόλια