Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σε μια πολύ οικογενειακή βραδιά με τον Δημήτρη Παπανικολάου*

Της Έλενας Ψυλλάκου*

 

Όταν στις σελίδες ενός βιβλίου συναντιούνται - μεταξύ άλλων - η νευρωτική οικογένεια του Γιάννη Οικονομίδη με την πειθαρχημένη οικογένεια του Γιώργου Λάνθιμου, οι τσαλακωμένοι συγγενείς του Σύλλα Τζουμέρκα με τα κουρελιασμένα πρόσωπα της Λούλας Αναγνωστάκη, ο αφανισμένος Νίκος του Αύγουστου Κορτώ με την Κατίνα Μελά εκ Σικάγου της Δήμητρας Δημητρακάκη και η Στρέλλα του Πάνου Κούτρα με την «οικογένεια» τότε σίγουρα «κάτι τρέχει..». Βραχυκύκλωμα ή κρίση; Διεκδίκηση μιας αποσιωπημένης ζωής ή πολιτική θέση; Οικογένεια ή κοινωνία; Στο βιβλίο του Κάτι τρέχει με την οικογένεια. Έθνος, πόθος και συγγένεια την εποχή της κρίσης (εκδόσεις Πατάκη, 2018) ο Δημήτρης Παπανικολάου μας καλεί ως αναγνώστες και θεατές να αντικρύσουμε την ελληνική οικογένεια σε «βραχυκύκλωμα» και να προβληματιστούμε για ένα νέο πολιτισμικό είδος που συνιστά ταυτόχρονα «τρόπο πολιτικής παρέμβασης» και «μια μορφή κοινωνικής κριτικής».

Η κρίση, η πρωτοπρόσωπη φωνή και η αλληγορία

Έχοντας αφιερώσει αρκετά χρόνια και αρκετές από τις παρεμβάσεις του στο δημόσιο λόγο στα «πρόσφατα πολιτισμικά κείμενα για την οικογένεια», ο συγγραφέας μοιράζεται ήδη στις πρώτες σελίδες του βιβλίου τα τρία εκείνα «αλληλένδετα» χαρακτηριστικά που κάνουν το υλικό του να αποτελεί ένα διακριτό είδος. Καταρχάς, η οργανική σχέση αυτών των κειμένων με την «ιστορική στιγμή τους», η οποία από το 2008 και έπειτα χαρακτηρίζεται ως στιγμή «κρίσης» και, όπως το θέτει ο ίδιος, ως στιγμή «έκτακτης ανάγκης» και απουσίας «κριτικής». Εκεί, ίσως ο τύπος της «οικογένειας-βραχυκύκλωμα» - που τείνει να καταστεί στερεότυπο - να αντανακλά αυτό το κριτικό έλλειμμα της κρίσης και την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας τόπος αμφισβήτησης και κριτικής. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό αυτών των κειμένων είναι ο πολιτικής φύσης προβληματισμός τους που έγκειται στη διεκδίκηση μιας «πρωτοπρόσωπης φωνής», ενός εγώ που σηκώνεται και μιλάει «μέσα από μια συνθήκη που το έχει υπερκαθορίσει, αλλά και την οποία θέλει να υπερβεί». Αυτή η συνθήκη δεν είναι άλλη από την οικογένεια. Στο σημείο, όμως, όπου ο ρεαλισμός διαπλέκεται με το συμβολικό και τη μετωνυμία, η ανάληψη του πρωτοπρόσωπου λόγου «εντός οικογένειας» διαρρηγνύει το πλέγμα της και μετατρέπεται σε κίνηση πολιτική. Έτσι, εισάγεται και το στοιχείο της αλληγορίας, το τρίτο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των κειμένων, που έρχεται να ανοίξει μια διαφορετικού τύπου συζήτηση για την οικογένεια από εκείνη που έχει καθιερωθεί στις μεγάλες παραδόσεις της κοινωνιολογίας και την ανθρωπολογίας.

Σε αυτούς τους άξονες, λοιπόν, και στο πλαίσιο μιας πολιτισμικής κριτικής που ως τέτοια εστιάζει στην εμπρόθετη δράση, τη βιοπολιτική, τη λογοδοσία, την κυριαρχία, την ηθική, το πολιτισμικό σύστημα, την κριτική στρατηγική και την αναγνώριση νέων διαστάσεων ριζοσπαστικής και πολιτικής δράσης - όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, όταν αντιπαραβάλλει τις πολιτισμικές σπουδές με τις λογοτεχνικές - από τις βραχυκυκλωμένες οικογένειες αυτού του βιβλίου αναδύονται νέα αφηγήματα ταυτότητας και πολιτικής συμμετοχής, νέοι τρόποι για να σκεφτεί κανείς την ιστορία του, νέες εκδοχές της οικογενειακότητας και τελικά νέοι τρόποι αντίληψης του εαυτού και των άλλων∙ τρόποι που δίνουν χώρο στον διάφωνο λόγο της σεξουαλικότητας, το σώμα και την επιθυμία, που τοποθετούνται στον γραμματικό χρόνο του τώρα και από εκεί ξανακοιτάζουν το παρελθόν τους. Βασικός όρος αυτής της ανάγνωσης είναι εκείνο που ο συγγραφέας αποκαλεί «αρχειακή ποιητική».

Πώς έσπασε η «οικογένεια - κορνίζα»;

Σε πολλά από τα κείμενα που πραγματεύεται το βιβλίο - αν όχι στα περισσότερα - ο γραμματικός χρόνος του τώρα είναι ο χρόνος της «κρίσης». Με πολλά παραδείγματα ο συγγραφέας μας θυμίζει πως στον κατεστημένο πολιτικό λόγο η οικογένεια πρόβαλε από την αρχή της κρίσης ως «άξονας επίσημης πολιτικής», «χώρος φαντασιακής, ιδεολογικής, ψυχοκοινωνικής ασφάλειας», αλλά και «πιθανή πηγή οικονομικής λύσης», «οικονομική δικλείδα ασφαλείας»∙ κάτι που φαίνεται συνεπές με τις παραδόσεις που παρουσιάζουν την οικογένεια ως πυρήνα που τροφοδοτεί τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας γύρω από ένα ευρύ δίκτυο συγγένειας, που εξασφαλίζει τον εθνικό χρόνο και την κοινωνική συνοχή. Στον αντίποδα, την ίδια περίοδο, διαφορετικοί λόγοι, πολιτισμικοί και όχι μόνο, ήρθαν να ενισχύσουν την αποδόμηση της «αγίας ελληνικής οικογένειας», μεταφέροντας εκεί τη συνθήκη της «κρίσης». Η οικογένεια γίνεται έτσι καθρέφτης της κοινωνίας ή ο δέκτης μιας κριτικής που έχει πυροδοτηθεί και φτάνει να αγγίζει τις πιο βαθιά ριζωμένες θέσεις μας; Από μια φουκωική σκοπιά και με συστηματικές αναφορές στο έργο του Χέρτσφελντ, της Μπάτλερ και σε βιβλία-τομή για τη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, το λόγο, το φύλο και την τέχνη, ο συγγραφέας μας δείχνει γιατί το ερώτημα αυτό είναι πλασματικό.

Σε μια αλληγορική ανάγνωση όπως εκείνη του Κυνόδοντα, η οικογένεια λειτουργεί ως ένα «κλειστό βραχυκυκλωμένο σύστημα» σε τρία αλληλένδετα επίπεδα - το συμβολικό, το εκπαιδευτικό/πειθαρχικό και της διαχείρισης σωμάτων. Γίνεται έτσι ο τόπος όπου η επιβολή του πατέρα μοιράζεται τη θέση της με μια παραγωγική βιοπολιτική. Σε άλλες περιπτώσεις, είτε γίνεται μια αναδρομή στο παρελθόν με σκοπό την αναζήτηση πληροφοριών ως αναγκαία συνθήκη για την πλαισίωση του παρόντος είτε υπάρχει μια επιμονή στο παρόν και στις πολλές εκφράσεις της οικογενειακής αποσάρθρωσης - βία, εγκλωβισμός, απουσία επικοινωνίας, ψυχαναλυτικές εμπλοκές. Έτσι, η κανονικότητα αντικαθίσταται από ιστορίες «διασπορικότητας», «ρευστότητας», «κινητικότητας», «διακινδύνευσης», «επιθυμίας» με πολύτιμα αφηγηματικά μέσα τη μη γραμμική αφήγηση, την επιστροφή στο χρόνο, το πρωτοπρόσωπο εγώ, τη διαπλοκή του ρεαλισμού με την αλληγορία, αλλά και την αμφισβήτηση της χειραφετητικής αφήγησης. Όταν το σύστημα βραχυκυκλώνει, η αφετηρία για την αναπλαισίωση του παρελθόντος είναι μια ταυτότητα ελλιπής και μια ενσώματη εμπειρία του παρόντος που δεν αναζητούν την αιτία του προβλήματος, αλλά μια διαφορετική αφήγηση του εαυτού και της επιρροής της ιστορίας.

Έτσι, για τους χαρακτήρες της Χώρας Προέλευσης η αρχειακή ποιητική προσλαμβάνει καταρχάς στοιχεία σύγκρουσης. Για χαρακτήρες όπως ο οροθετικός Νίκος του Κορτώ και η ελληνοαμερικάνα λεσβία Κατίνα της Δημητρακάκη αυτή η σύγκρουση διαβάζεται ως μια «αναταραχή» που καταλήγει στην ανάδυση ενός εναλλακτικού, αντικανονικού αρχείου, και πάλι όμως με διαφορετικούς τρόπους. Στην πρώτη περίπτωση, το αντικανονικό/εναλλακτικό αρχείο έρχεται να μιλήσει μέσα από τη διεκδίκηση της ίδιας της ύπαρξης μιας ταυτότητας που έχει αποσιωπηθεί, που στον βαθμό που είναι δημόσια και πολιτική είναι μια ταυτότητα κενή. Εδώ ο Παπανικολάου, θυμίζοντας την ιστορία του εν Ελλάδι ριζοσπαστικού φεμινισμού και του ΑΚΟΕ, εισάγει την πολιτική σημασία του αντικοινού που «εν γνώσει του τοποθετείται στο περιθώριο ή σε αντίθεση με τον κεντρικό δημόσιο χώρο, αλλά την ίδια στιγμή διεκδικεί τη δημόσια θέση του». Η συμμετοχή αυτή δεν είναι αυτονόητη, έχει όμως αποτέλεσμα: το αντικοινό είναι αυτό που τελικά συγκρούεται με την αποαφηγηματοποίηση, τον εξαναγκασμό στη σιωπή, την ιδιότυπη «αφασία» που είναι εξίσου ταυτοτική και πολιτική. Από μια διαφορετική σκοπιά, η λεσβία Κατίνα της Δημητρακάκη φαίνεται να ανασυγκροτεί το δικό της αρχείο με μια διαπλοκή «γυναικείων» αφηγήσεων - της κόρης, της μητέρας και μιας συγγραφέως που έχει πεθάνει. Η κριτική στην ετεροκανονικότητα και τη λογοδοσία του εαυτού φαίνεται να αποκτούν εδώ κομβική αναλυτική θέση. Σε μια ριζική αμφισβήτηση της πατριαρχικής γενεαολογίας που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό και τη βία συγκροτείται το εναλλακτικό αρχείο μιας «γυναικείας γενεαλογίας».

Αν ο Κυνόδοντας «διαβάζεται» σαν μια αλληγορία του βραχυκυκλώματος, η Στρέλλα έρχεται με μια αξίωση ακραίου ρεαλισμού και αδιαπραγμάτευτης ορατότητας να προτείνει έναν άλλο τρόπο να είναι η οικογένεια, μια άλλη μορφή οικογενειακότητας. Με μια φόρμα που μένει στο επιφανειακό και το συνειδητό, προτείνει αντί του επιτρεπτού και του πολιτικά αναγκαίου «μια νέα ηθική του εαυτού και των σχέσεών του με τους άλλους». Μέσω αυτής διασφαλίζει την ορατότητά της στο δημόσιο χώρο και λόγο και αμφισβητεί ριζικά την ίδια την έννοια του ορίου - στο εφικτό, το επιτρεπτό, το αναπαραστάσιμο. Επιχειρώντας συνδέσεις με τους λόγους των εμβληματικών μορφών της Μπέττης Βακαλίδου και της Πάολα Ρεβενιώτη, ο συγγραφέας προτείνει να δούμε στο λόγο της Στρέλλας μια παρρησία που δεν συνιστά μια απλή βιογραφία, αλλά παρεμβαίνει στα ίδια τα όρια του αληθούς.

Ένας λόγος που απορεί

Οι αναφορές του Δημήτρη Παπανικολάου σε πολιτισμικά κείμενα για την οικογένεια δεν εξαντλούνται φυσικά στα παραπάνω, ενώ, όπως επισημαίνει και ο ίδιος, πολλά περισσότερα θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί. Όπως κάθε αφήγηση που δεν επιδιώκει τον χαρακτηρισμό της «μείζωνος», έτσι και αυτό το βιβλίο δημιουργεί χώρο για άλλες αφηγήσεις που θα έρθουν να το συμπληρώσουν. Ίχνη τέτοιων αφηγήσεων μοιραστήκαμε κιόλας μαζί με το συγγραφέα, όταν προβληματιστήκαμε για το δικό μας ρόλο ως αναγνώστες αυτών των κειμένων, για το κατά πόσο είναι πράγματι καταστατική η σύνδεσή τους με την ελληνική «κρίση», για το κατά πόσο είναι τωρινή ή διαχρονική η ενασχόληση με την οικογένεια, για το κατά πόσο τελικά τη χρειαζόμαστε ως σύστημα οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Όπως το πολιτισμικό είδος είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορική του στιγμή, έτσι συμβαίνει και με τον δικό μας λόγο γι αυτό, και δεν μένει παρά από κοινού να απολαμβάνουμε το θόρυβο που προκαλούμε, όσο εξακολουθούμε να αμφισβητούμε.

* Διδάκτορας Κοινωνικής Θεωρίας και Κοινωνιολογίας, ΕΚΠΑ

* Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή μια συζήτηση για το βιβλίο μεταξύ της συντακτικής ομάδας των Ενθεμάτων, του συγγραφέα και φίλων, ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου 2018

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Με την κοινωνία όρθια

Το έργο της σημερινής κυβέρνησης ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015 κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες. Η κοινωνία ήταν σε τέτοιο βαθμό επιβαρυμένη από τα καταστροφικά μέτρα της προηγούμενης...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο