Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πώς θα απαντήσουμε στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής σε θέματα πλημμυρών;

Μάνδρα Αττικής - Καταστροφές από τις πλημμύρες

Η απάντηση στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής σε θέματα πλημμυρών βρίσκεται στη άμεση νομοθέτηση ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου και αποκεντρωμένου σχήματος καλής διακυβέρνησης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με διασφάλιση της διασύνδεσής του με το υφιστάμενο εθνικό

Του ΙΑΚΩΒΟΥ ΓΚΑΝΟΥΛΗ*

 

Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες συχνών καταστροφικών πλημμυρών σε πολλές περιοχές της χώρας, με αποκορύφωμα την πλημμύρα στη Μάνδρα Αττικής το Νοέμβριο του 2017, όπου θρηνήσαμε 23 ανθρώπινες ζωές, πλημμύρες σε πολλά νησιά (Σαμοθράκη, Σύμη) και άλλες περιοχές της χώρας, όπως την Πελοπόννησο, τη Δυτ. Ελλάδα και την Κεντ. Μακεδονία. Και ενώ πληθαίνουν τα ακραία υδρολογικά επεισόδια πλημμυρών, ταυτόχρονα η Κρήτη και οι Κυκλάδες αντιμετωπίζουν φαινόμενα ξηρασίας με υπερετήσια μείωση των βροχοπτώσεων, εξάντληση των αποθεμάτων υδατικών πόρων σε επιφανειακούς και υπόγειους υδροφορείς και έλλειψη νερού για την κανονική ύδρευση του πληθυσμού, την εξυπηρέτηση του τουρισμού και την επαρκή άρδευση των καλλιεργειών. Παρόμοια φαινόμενα παρατεταμένης ανομβρίας κατ' εξακολούθηση στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα στη Συρία και το Ιράκ, δημιούργησαν κατά την περίοδο 2000-2010 την αποξήρανση επιφανειακών ρεμάτων και υπόγειων υδροφορέων, με συνέπεια τη μείωση της γεωργικής παραγωγής και την απόγνωση των χωρικών που μετανάστευσαν στις μεγαλουπόλεις για να επιζήσουν. Στη Συρία, το αποκορύφωμα αυτής της κατάστασης ήταν η έναρξη του εμφυλίου πολέμου το 2011 στη Δαμασκό, με συνέπεια το κύμα φυγής εκατομμυρίων προσφύγων προς τις γειτονικές χώρες, τα νησιά του Αιγαίου και την Ευρώπη γενικότερα.

Τα φαινόμενα των πλημμυρών δεν οφείλονται μόνο σε φυσικά περιστατικά υδρολογικής φύσης αλλά επηρεάζονται τις περισσότερες φορές από σύνθετες κοινωνικο-οικονομικές παρεμβάσεις και ανθρωπογενείς μεταβολές του φυσικού περιβάλλοντος, όπως οι χρήσεις γης, η αυθαίρετη δόμηση, η μείωση της υδατο-περατότητας των εδαφών σε κατοικημένες περιοχές και η αποψίλωση των δασών και της βλάστησης στη λεκάνη απορροής των ποταμών και ρεμάτων. Στην περίπτωση της ξηρασίας, τα φαινόμενα μεγεθύνονται από την υπερκατανάλωση του νερού ιδίως για άρδευση, τη χρήση υδροβόρων καλλιεργειών και τη μη αποτελεσματική χρησιμοποίηση του νερού στη γεωργία (απώλειες νερού στα δίκτυα, άρδευση με ανοικτούς αγωγούς και ατμοσφαιρικό καταιονισμό του νερού, τα γνωστά κανόνια άρδευσης). Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η σημερινή κρίση ξηρασίας στη Συρία επηρεάστηκε από ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ανάπτυξης της πρωτογενούς παραγωγής, που εφαρμόσθηκε από τον Πρόεδρο Hafez al-Assad κατά τη δεκαετία του '80. Η εκθετική αύξηση του αριθμού των γεωτρήσεων και των απολήψεων μεγάλων ποσοτήτων υπόγειων και επιφανειακών νερών για άρδευση συνετέλεσαν μαζί με την παρατεταμένη ανομβρία στην ξηρασία και στα επακόλουθα της δραματικής μείωσης της πρωτογενούς παραγωγής.

Αν και τα ακραία υδρολογικά φαινόμενα των πλημμυρών και της ξηρασίας επηρεάζονται κατά περίπτωση από ανθρωπογενείς παράγοντες, η παρατηρούμενη αύξηση της έντασης και της συχνότητάς τους αποτελεί βάσιμη ένδειξη της επίδρασης του φαινομένου της λεγόμενης "κλιματικής αλλαγής", δηλ. της αύξησης της θερμοκρασίας στην ατμόσφαιρα λόγω υψηλών συγκεντρώσεων του διοξειδίου του άνθρακος και άλλων αερίων που δημιουργούν το "φαινόμενο του θερμοκηπίου". H εφαρμογή διαφόρων επιστημονικών εργαλείων, όπως η προσομοίωση της ατμοσφαιρικής κίνησης με ή χωρίς τα αέρια του θερμοκηπίου καθώς και οι μετρήσεις της θερμοκρασίας και των συγκεντρώσεων του διοξειδίου του άνθρακα σε πολλούς σταθμούς γύρω από τη Γη, δείχνουν τάσεις μεταβολής των βροχοπτώσεων και ταυτόχρονα την αστάθεια των ατμοσφαιρικών συνθηκών. Αυτή η αστάθεια είναι ακριβώς η αιτία της απότομης μετάβασης μεταξύ ακραίων περιστατικών, όπως πλημμυρών και ξηρασίας, αλλά και της όξυνσης των ακραίων μεγεθών που τα συνοδεύουν.

Αν λοιπόν πλημμύρες και ξηρασίες είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της κλιματικής αλλαγής, το ερώτημα που τίθεται είναι πώς θα απαντήσουμε σ' αυτή την πρόκληση στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας, ιδιαίτερα στη χώρα μας που μόλις τώρα βγαίνει από τον πολύχρονο δρόμο της λιτότητας και των Μνημονίων. Εδώ πρέπει να καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στις έννοιες αφενός του "κινδύνου" και αφετέρου της "επικινδυνότητας", που είναι δύο διασυνδεόμενες αλλά διαφορετικές έννοιες, οι οποίες δυστυχώς πέρασαν ανακριβώς στην ελληνική μετάφραση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας-Πλαίσιο 2007/60/ΕΚ.

Κίνδυνος (hazard) είναι το τυχαίο επικίνδυνο φυσικό φαινόμενο (π.χ. το ύψος βροχής, η περίοδος ανομβρίας, η κλιματική αλλαγή ή το μέγεθος ενός σεισμού) και επικινδυνότητα (risk) είναι οι αρνητικές συνέπειες που προκαλεί ο κίνδυνος. Αυτές μπορεί να είναι συνέπειες φυσικές (διάβρωση, κατολισθήσεις), οικονομικές (απώλεια περιουσίας, φυτικής η ζωικής παραγωγής) ή ακόμα και απώλεια ανθρώπινων ζωών. Για να απαντήσουμε στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής είναι σαφές ότι άλλα μπορούμε να κάνουμε για να μειώσουμε τον κίνδυνο, ενώ πολλά διαφορετικά μπορούν να γίνουν για να μειώσουμε μέχρι και να εξαλείψουμε την επικινδυνότητα, δηλ. τις αρνητικές επιπτώσεις που δημιουργεί ο κίνδυνος. Για παράδειγμα, η μείωση του κινδύνου της κλιματικής αλλαγής με περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (συμφωνία των Παρισίων) απαιτεί δεκαετίες ακόμα και αν σήμερα η ανθρωπότητα μηδένιζε την εκπομπή αυτών των καυσαερίων: αυτό γιατί ο χρόνος παραμονής του CO2 που έχει εκληθεί κατά το παρελθόν στην ατμόσφαιρα είναι της τάξης πολλών δεκαετιών, ακόμα και 100 ετών.

Με ημερομηνία 06/07/2018 δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) κατ' εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2007/60/ΕΚ τα πρώτα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμυρών (ΣΔΚΠ), που καλύπτουν τα 14 Υδατικά Διαμερίσματα (Υ.Δ.) της χώρας. Έτσι για πρώτη φορά η χώρα έχει εξοπλισθεί με εργαλείο στρατηγικού χαρακτήρα, ώστε μαζί με τα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) που αναθεωρήθηκαν τελευταία τον Δεκέμβριο του 2017, να διαθέτουμε τους κατευθυντήριους άξονες στους οποίους θα εξειδικευθούν τοπικά μέτρα και έργα για μείωση της επικινδυνότητας των πλημμυρών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο δήμων και κοινοτήτων. Τα παραπάνω σχέδια εκπονήθηκαν με διαβούλευση όλων των εμπλεκόμενων φορέων και με πολύ στενά χρονοδιαγράμματα από την Ειδική Γραμματεία Υδάτων του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΕΓΥ/ΥΠΕΝ), τον αρμόδιο από το νόμο φορέα για την άσκηση εθνικής πολιτικής στον τομέα των υδάτων.

Με ευθύνη των προηγουμένων κυβερνήσεων, τα μεν ΣΔΛΑΠ είχαν καθυστερήσει 6 χρόνια με συνέπεια την επιβολή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Ε.Ε.) της ποινής της αιρεσιμότητας και κίνδυνο τη δέσμευση από το ΕΣΠΑ ποσού της τάξης των 2,5 δισ. ευρώ για την κατασκευή έργων ύδρευσης - αποχέτευσης, τα δε ΣΔΚΠ παρουσίαζαν τριετή καθυστέρηση, με κίνδυνο την επιβολή προστίμων από την Ε.Ε. Με την ολοκλήρωσή τους η χώρα έχει έναν ισχυρό καταστατικό χάρτη για να υλοποιήσει τα μέτρα που χρειάζεται να πάρει ώστε να απαντήσει στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής σε θέματα πλημμυρών και να μην ξαναζήσουμε στο Λεκανοπέδιο της Αττικής την καταστρεπτική πλημμύρα της Μάνδρας και σε άλλες περιοχές και στα νησιά μας εκτεταμένες ζημιές της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας από πλημμύρες.

Στο θέμα αυτό, δηλαδή της υλοποίησης ενός συνεκτικού εθνικού και περιφερειακού σχεδιασμού των υδατικών πόρων και της αντιπλημμυρικής θωράκισης της χώρας, τοποθετείται η πραγματική πρόκληση της κλιματικής αλλαγής στους μήνες και στα χρόνια που έρχονται. Πρόκειται για την εφαρμογή ενός μοντέλου "καλής" διακυβέρνησης για τη διαχείριση των υδατικών πόρων και των πλημμυρών διά μέσου ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου και αποκεντρωμένου διαχειριστικού φορέα. Η διαφορά ανάμεσα στην "καλή" διαχείριση και στην "καλή" διακυβέρνηση έγκειται όχι μόνο στον σχεδιασμό με σωστές αποφάσεις (καλή διαχείριση) αλλά στην ενεργοποίηση όλων των εμπλεκόμενων φορέων σε διάφορα επίπεδα, όπως εθνικό, περιφερειακό και τοπικό, ώστε με συντονισμένες ενέργειες και με συνέργεια όλων των εμπλεκομένων να πετύχουμε τον συγκεκριμένο στόχο (καλή διακυβέρνηση).

Σήμερα στη χώρα μας η διακυβέρνηση των υδάτων και των πλημμυρών λειτουργεί ικανοποιητικά σε εθνικό επίπεδο με φορείς την ΕΓΥ: Εθνική Συντονιστική Αρχή, την Εθνική Επιτροπή Υδάτων - ΕΕΥ: Διυπουργικό Όργανο Χάραξης Πολιτικής, τη Γνωμοδοτική Επιτροπή Υδάτων - ΓΕΥ: εκπρόσωποι υπουργείων και το Εθνικό Συμβούλιο Υδάτων - ΕΣΥ: Όργανο Κοινωνικού Διαλόγου. Η καλή αυτή διακυβέρνηση χρειάζεται σήμερα πολλές βελτιώσεις στα επίπεδα της αποκέντρωσης Α' και Β' βαθμού. Στα επίπεδα αυτά οι εμπλεκόμενοι φορείς, όπως τα συναρμόδια υπουργεία, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, οι Διευθύνσεις Υδάτων της Αποκεντρωμένης, οι Περιφέρειες, οι δήμοι, τα δασαρχεία, οι οργανισμοί με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ύδατος, όπως οι ΔΕΥΑ, ΕΥΑΘ, ΕΥΔΑΠ, οι ΤΟΕΒ/ΓΟΕΒ δεν έχουν συντονισμό, δεν διασυνδέονται με τον Εθνικό Συντονιστή (ΕΓΥ) και δεν έχουν σαφείς αρμοδιότητες για την κατασκευή, λειτουργία και συντήρηση των έργων ύδρευσης-αποχέτευσης και αντιπλημμυρικής προστασίας.

Ιδιαίτερα για τα αντιπλημμυρικά έργα, η μελέτη - κατασκευή τους γίνεται αποσπασματικά, χωρίς ολοκληρωμένο σχεδιασμό σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Η απάντηση από αυτή την κυβέρνηση στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής σε θέματα πλημμυρών βρίσκεται στη άμεση νομοθέτηση ενός ενιαίου, ολοκληρωμένου και αποκεντρωμένου σχήματος καλής διακυβέρνησης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με διασφάλιση της διασύνδεσής του με το υφιστάμενο εθνικό. Στο θέμα αυτό θα επανέλθουμε με περισσότερες λεπτομέρειες και εμπειρίες από την άσκηση εθνικής πολιτικής στην ΕΓΥ/ΥΠΕΝ κατά την περίοδο 2015-2018.

 

* Ο Ιάκωβος Γκανούλης είναι ομ. καθηγητής ΑΠΘ, ειδικός γραμματέας Υδάτων στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ)

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέα Δημοκρατία: Αμηχανία, πανικός και σύγχυση

Από τις 21 Αυγούστου και μετά είναι ολοένα και πιο δύσκολο να παρακολουθήσεις κανείς τη Νέα Δημοκρατία. Το νομοσχέδιο που προβλέπει μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες,...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο