Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μια ζωή άλλου

Του Άρη Μιχαήλ

 

- Βουβά και υπόγεια τις 15 πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη πλοία, λεωφορεία και Ι.Χ γεμίζουν για να δεχτούν σε νέους και άγνωστους τόπους στρατιές αναπληρωτών, το «αγροτικό» των οποίων δεν έχει τέλος. Κάθε χρόνο κι αλλού.

- Ό,τι μας σώζει είναι, για μας τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, αυτό για το οποίο παλεύουμε. Τα παιδιά μας στην τάξη. Κάθε χρόνο και μια νέα οικογένεια.

- Στην Ιθάκη μπορεί να φτάσαμε, αλλά για 25.000 αναπληρωτές κάθε χρόνο ο τόπος παραμένει άγνωστος.

 

Τέλη Αυγούστου - αρχές Σεπτέμβρη. Μέρες που μπαίνεις πάντα στον κόπο να αποτιμήσεις τα σχέδια που έκανες για το καλοκαίρι. Σε ένα από τα δύο-τρία πάρκα που θυμάσαι τον εαυτό σου να μεγαλώνει, παρατηρείς πια τα παιδιά να παίζουν «τις καθυστερήσεις» των διακοπών τους,προτού το οξύ κουδούνι του Σεπτέμβρη τους σύρει απ’ το μανίκιστη νέα σχολική χρονιά.

Στα διπλανά τραπέζια που αρχίζουν να γεμίζουν από ζευγάρια, μπαμπάδες με καρότσια. Πιτσιρικάδες μιας πιθαμής στα δύο μέτρα από σένα έχουν καβαλήσει το ποδήλατό τους με τις βοηθητικές και ξεκινούν τις πρώτες μοναχικές τους βόλτες στο πάρκο. Μια φορά στο τόσο κάποιος θα τρέξει προς το μέρος τους για να σκουπίσει το δάκρυ και να παρηγορήσει την πτώση. Οι πιτσιρίκες, σαφώς πιο συντηρητικές, αναπαύονται στα καρότσια είτε απλώνουν το χεράκι τους -οι λίγο μεγαλύτερες- να αγγίξουν το νερό από το σιντριβάνι. Δυσκολεύονται. Γνώριμα παράπονα, σκέφτομαι, για πρόσωπα ή όνειρα που δε λεν να πλησιάσουν. «Αβρόχοις ποσί» τίποτα δεν γίνεται, «το βουνό δεν έρχεται, αν δεν αναλάβεις τον κίνδυνο να το επισκεφτείς εσύ πρώτα»...

Σε αυτή την άκρη του πάρκου σκέφτομαι πως σε λίγες μέρες ανοίγουν τα σχολεία. Και το συγκεκριμένο πάρκο θα γίνει κι αυτό μία ανάμνηση. Όπως άλλωστε και τόσα άλλα μέρη, που κάθε χρόνο βουτούν βαθιά στο μικρό κουτί των αναμνήσεων ενός αναπληρωτή. Όσο ντροπιαστικό και απάνθρωπο είναι να σε διώχνουν από έναν τόπο, τόσο θλιβερό και εξοντωτικό είναι να αναγκάζεσαι να τον αποχωριζεσαι οριστικά για τις ανάγκες της δουλειάς σου. Είναι ένας ιδιότυπος εξοστρακισμός που δεν επισημαίνεται στα γραπτά και στα κείμενα των συλλόγων που σε εκπροσωπούν, αλλά που εμφανίζεται σταθερά στο νου και την ψυχή των αναπληρωτών εκπαιδευτικών ως μία ανοικτή πληγή. Δεν την πολυσυζητάμε την πληγή αυτή και μεταξύ μας θεωρώντας πως ό,τι πονάει, αν παραμείνει άρρητο, παύει και να υπάρχει.

Άλλες όμως είναι οι βουλές του Σεπτεμβρίου. Βουβά και υπόγεια τις 15 πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη πλοία, λεωφορεία και Ι.Χ. γεμίζουν για να δεχτούν σε νέους και άγνωστους τόπους στρατιές αναπληρωτών, το «αγροτικό» των οποίων δεν έχει τέλος. Κάθε χρόνο κι αλλού.

Σε μία άκρη του γραφείου των καθηγητών παρατηρείς τις πρώτες μέρες των μαθημάτων, στα διαλείμματα, γυρισμένες πλάτες ανθρώπων γεμάτων από απεγνωσμένες ερωτήσεις:

«Έδωσες το αντιπυρετικό;»

«Πρόλαβαν να φάνε;»

«Γύρισαν καλά; Τα πήρε η γιαγιά από το σχολείο;», ρωτάνε ασταμάτητα μαμάδες που τα παιδιά τους είναι μακριά. Για τις τρίτεκνες συναδέλφους το διάλειμμα ποτέ δεν φτάνει...

Άλλοτε αλιεύεις ατάκες: « Ναι, ρε μαμά, όλα καλά πάνε. Άσε με τώρα, σε λίγο κτυπάει το κουδούνι». Νέοι συνάδελφοι σε προσπάθεια ενημέρωσης γονέων και κηδεμόνων. Η αιώνια πάλη μεταξύ γονέα και «παιδιού». Για τις Ελληνίδες μαμάδες η ενηλικίωση καθόλου σπάνια αργεί λίγο περισσότερο από τον διεθνή μέσο όρο...

Ακόμα πιο συχνά όμως παρατηρείς και συνομιλίες που σταδιακά γίνονται όλο και πιο δύσκολες. Τρίλεπτα τηλεφωνήματα ανάμεσα στα πιο μεγάλα διαλείμματα της σχολικής ημέρας είτε απλά sms για μια γρήγορη «Καλημέρα!!!», για να δηλωθεί ένα ακόμα «παρών», ενώ ο σύντροφος σου βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά. «Θα το παλέψω, αν γίνεται, να έρθω το σαββατοκύριακο... Δεν γίνεται να έρθεις εσύ;». Σχέσεις που συνεχίζονται από απόσταση και προσπαθείς να σώσεις τις ρωγμές τους, που προκαλούνται από τις νέες συνθήκες. «Δυο μέρες σε βλέπω και είκοσι λείπεις». Τι να σώσεις εκεί...

Ό,τι μας σώζει είναι, για μας τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, αυτό για το οποίο παλεύουμε. Τα παιδιά μας στην τάξη. Κάθε χρόνο και μια νέα οικογένεια. Θέσει πολύτεκνοι δηλαδή εμείς, φύσει ρομαντικοί και πείσμονες συνάμα, ώστε να παρέχουμε «στα παιδιά μας» κάτι από αυτά που εμείς δε μάθαμε σωστά, όταν καθόμασταν στα ίδια θρανία. Κάτι από αυτά που ειπώθηκαν λάθος, ώστε οι πιτσιρικάδες να είναι λίγο πιο υποψιασμένοι για αυτά που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν...

Η ζωή του αναπληρωτή δεν είναι εύκολη. Νομάδες, γεμάτοι εργασιακή και προσωπική ανασφάλεια, που καλούνται να βοηθήσουν τους νέους ανθρώπους να ανακαλύψουν τον εαυτό τους... ανακαλύπτοντας οι ίδιοι συνεχώς νέους τόπους και δοκιμάζοντας ανά χρόνο χαρές και λύπες που τους σμιλεύουν βαθιά. Γι’ αυτό και μεγαλώνουν δύσκολα, κυρίως όσοι αγαπούν αυτό που κάνουν. Ψυχές συγγενείς με τα παιδιά κολλούν εύκολα τις παιδικές ασθένειες τους και πορεύονται διά βίου με το κομποσκοίνι των προσευχών και των τόπων τους. Κόμπος κι ευχή, κόμπος και τόπος.

Ώσπου κάποια στιγμή μέσα στα χρόνια ακούν σαν να ’ναι σχεδόν αστείο -κάποιοι από αυτούς- δυο στίχους μακρινούς και ξεχασμένους από την Οδύσσεια, στο «Φωτόδεντρο» του Ελύτη. Πως δηλαδή:

«Έτσι κι αλλιώς στα μέρη τα δικά μας πάντα ταξιδεύαμε / Πρόσω και με προσοχή / σαν να το ξέραμε από τότε πως ανέκαθεν υπήρξε η πίκρα / κι η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ».

Υγ: Το πάρκο αδειάζει σιγά σιγά. Χτυπάει από μακριά κάποιο κουδούνι. Μεσημέρι. Επιστροφή στο σπίτι και φαγητό. Μόνο η μεγάλη και βαριά σάκα τους λείπει από την πλάτη για να αρχίσεις να φαντάζεσαι πως θα μπορούσες σε ένα κανονικό κράτος να είσαι εσύ ο δάσκαλός τους. Δουλεύοντας για μια χρονιά δηλαδή κοντά στο σπίτι σου, ύστερα από δέκα και βάλε χρόνια ταξιδιού...

Κι αν όλα αυτά σε κάποιους θυμίζουν ουτοπίες,φέτος πολλά λέγονται πως επιτέλους σχεδιάζονται μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση. Μα λίγοι είναι αυτοί που εμπιστεύονται πια τις μακρινές υποσχέσεις. Στην Ιθάκη μπορεί να φτάσαμε, αλλά για 25.000 αναπληρωτές κάθε χρόνο ο τόπος παραμένει άγνωστος.

Γι αυτό σε πείσμα όλων των δυσχερειών θα μετακομίσουμε και φέτος τη «γιορτή» που ονειρευτήκαμε μες στα σχολειά μας.

Κι ίσως και φέτος να καταφέρουμε να οδηγήσουμε λίγο πιο κοντά «τα παιδιά μας» στο ζων ύδωρ από το σιντριβάνι. Κάποια από αυτά θα βγάλουν και τις βοηθητικές τους και θα βρουν τον τρόπο -το ξέρω- να ανοιχτούν ακόμα πιο βαθιά. Αν με χαρά ακολουθήσουμε τα παιδιά, σκέφτομαι πως ίσως να μάθουμε κι εμείς κάποια ακριβή στιγμή πώς περπατούν «αβρόχοις ποσί» πάνω απ’ τα κύματα...

* Αναπληρωτής Εκπαιδευτικός

 

Δείτε όλα τα σχόλια