Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η επιτυχία του ελληνικού τουρισμού και οι χαμένες ευκαιρίες της τουριστικής πολιτικής

Του Γεράσιμου Ζαχαράτου*

Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η μεγέθυνση του ελληνικού τουρισμού από το 2012 μέχρι σήμερα. Συνεχίζοντας την 70χρονη αδιάλειπτη θετική πορεία του ο τουρισμός σημείωσε τα τελευταία χρόνια πρωτοφανή εκτόξευση που σχηματικά μπορεί να παρουσιαστεί με την αντιπαραβολή δύο μεγεθών: Το 1950 οι τουριστικές αφίξεις ήταν 37.464, το 2016 έφτασαν στις 28.070.000!Η εξέλιξη αυτή έχει ανοίξει μια πολύπλευρη συζήτηση μεταξύ φορέων, επαγγελματικών συλλογικοτήτων και ειδικών που αντιπαρέρχεται την αδόκιμη και επιπόλαια (αλλά πρόσφατα και πάλι σε πολλούς αγαπητή)έκφραση ότι ο τουρισμός είναι η «ατμομηχανή» της ελληνικής οικονομίας και η «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Τους απασχολούν μάλλον άμεσα και καυτά ζητήματα όπως:τα μεγέθη «επανεξαγωγής» των τουριστικών εσόδων, ο ρόλος του υποδείγματος allinclusive στις δαπάνες των τουριστών, η υστέρηση του κύκλου εργασιών του λιανικού εμπορίου εξαιτίας μεταβολών στον τουρισμό, το επίπεδο εισοδήματος των τουριστών που επισκέπτονται την Ελλάδα, το εάν η χώρα μας είναι φτηνός τουριστικός προορισμός ή όχι, αλλά και η οικονομική σημασία του εσωτερικού τουρισμού.1 Τελικά, ούτε λίγο ούτε πολύ όλα τα θέματα συγκλίνουν στην ίδια την αναπτυξιακή διάσταση του τουρισμού για την ελληνική οικονομία. Τέτοια ζητήματα αγγίζουν την προ πολλού διαπιστωμένη στην επιστημονική έρευνα συνθετότητα του τουριστικού φαινομένου που εκτός του ρόλου του σε κάθε οικονομία υποδοχής, άπτεται και των διεθνών οικονομικοπολιτικών σχέσεων, δηλαδή τελικά των μηχανισμών της διεθνούς κατανομής εργασίας.

Εν τω μεταξύ οι πολιτικές ηγεσίες παραγκωνίζουν τα επιμέρους και πανηγυρίζουν για τα μεγέθη, σαν να ήταν προσωπικό επίτευγμα ακόμη και όταν πρόκειται για εξελίξεις που δεν επηρεάζονται από την εθνική τουριστική πολιτική, αλλά είναι αποτέλεσμα γεωπολιτικών συγκυριών, όπως συμβαίνει σήμερα εξαιτίας της κρίσης σε ανταγωνιστικές αγορές, ιδίως της Τουρκίας και της Αιγύπτου. Η αντίληψη αυτή του πολιτικού προσωπικού αποτελεί διαχρονικά στοιχείο παθογένειας ενός συστήματος που ισχυρά αντιστάθηκε στην επιστημονική έρευνα των δεδομένων. Αυτό γινόταν και στην πρώτη, μέχρι το έτος 2000, «συναλλαγματική» φάση του τουρισμού, όταν το ζητούμενο ήταν η μορφή του χρήματος των ετήσιων τουριστικών εισπράξεων, το αποκαλούμενο τουριστικό συνάλλαγμα, αλλά και στην εποχή του Ευρώ, όπου ζητούμενο είναι το μέγεθος της ακαθάριστης αξίας παραγωγής που προκαλείται από την ετήσια τουριστική κατανάλωση εκφρασμένο αποκλειστικά πλέον σε ευρώ.

Παρά τους πανηγυρισμούς, ακόμη και σήμερα η πολιτική ηγεσία αφήνει να της διαφεύγουν σοβαρότατες πλευρές της τουριστικής πολιτικής, ως βαθύτατα οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Ωστόσο, η πρόσφατη θετική πορεία του τουρισμού έδινε μια μεγάλη ευκαιρία στην κυβέρνηση να επικεντρώσει τις προσπάθειές της, αντί στη συνήθη επιδίωξη του επηρεασμού της διεθνούς τουριστικής ζήτησης, στον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου και της η οργανωτικής δομής της τουριστικής πολιτικής. Γιατί η σημερινή κυβέρνηση παρέλαβε μιαν απαράδεκτη θεσμική δομή, αγκιστρωμένη σε συναρμοδιότητες και ανταγωνισμούς, που δημιουργήθηκαν όταν πρόχειρα ιδρύθηκε το 2000 υπουργείο Τουρισμού και λειτούργησε ανορθολογικά παράλληλα με τον άλλοτε παντοδύναμο ΕΟΤ.

Ας σημειωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν προετοιμασμένος σε ικανοποιητικό βαθμό από το προεκλογικό πρόγραμμά του, παρά τις όποιες αδυναμίες του, να προχωρήσει σε μια εποικοδομητική τουριστική πολιτική. Αλλά στο πρόγραμμα αυτό υπήρχε και μια θεμελιώδης αδυναμία, που αφορούσε ακριβώς το ζήτημα του θεσμικού πλαισίου και το δίπορτο άσκησης τουριστικής πολιτικής που τελικά παραλάβαμε το 2015.

Συγκεκριμένα, την περίοδο 1951- 2000 η παραγωγή της τουριστικής πολιτικής περιείχε τρεις λειτουργίες που ήταν αρμοδιότητες του ΕΟΤ:Α/ Σχεδιασμό και εφαρμογή της τουριστικής πολιτικής. Β/Σχεδιασμό, χρηματοδότηση, κατασκευή και λειτουργία περίπου 350 επιχειρήσεων σε όλη την επικράτεια (ξενοδοχεία, μαρίνες, πλαζ, τουριστικά περίπτερα).Γ/ Σχεδιασμό, εφαρμογή και προώθηση της τουριστικής διαφήμισης. Εργάζονταν επτά έως οκτώ χιλιάδες υπάλληλοι και επικεφαλής του ΕΟΤ βρίσκονταν ένας γενικός γραμματέας και ένας μόνο γενικός διευθυντής. Με κόστος πολιτικής διαχείρισης Κ.

Με την ίδρυση το 2000 του υπουργείου Τουρισμού, η λειτουργία Α (της τουριστικής πολιτικής) ανελήφθη από αυτό. Η λειτουργία Β, η επιχειρηματική δραστηριότητα του κρατικού φορέα, έπαψε να υπάρχει, και η λειτουργία Γ (διαφήμιση) έμεινε στον ΕΟΤ. Ωστόσο, η πολιτική και διοικητική ιεραρχία της παραγωγής τουριστικής πολιτικής πολλαπλασιάστηκε:προστέθηκε ένας υπουργός και δύο γενικοί γραμματείς στο υπουργείο, διατηρήθηκαν ένας γενικός γραμματέας και ένας αναπληρωτής γενικός γραμματέας στον ΕΟΤ, προστέθηκαν δύο γενικοί διευθυντές στο υπουργείο και διατηρήθηκε ένας στον ΕΟΤ. Με λιγότερες αρμοδιότητες, με συρρίκνωση του προσωπικού, το κόστος του πολιτικού δυναμικού έγινε πολλαπλάσιο του Κ.

Σήμερα, μετά από τρία χρόνια με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ., αυτή η οργανωτική δομή, αντί να εξορθολογιστεί, διευρύνθηκε ακόμη περισσότερο. Με το πρόσφατο Π.Δ. της 2/9/2018 περί ΕΟΤ, στις περιφερειακές διευθύνσεις του υπουργείου προστέθηκαν παράλληλες περιφερειακές υπηρεσίες του ΕΟΤ με τρεις υπαλλήλους εκάστη, δημιουργώντας το πρωτοφανές να λειτουργούν σε κάθε περιφέρεια δύο ξεχωριστές περιφερειακές μονάδες για τον τουρισμό, του υπουργείου και του ΕΟΤ. Τη στιγμή μάλιστα που η προβολή του ελληνικού τουρισμού (μόνη αρμοδιότητα του ΕΟΤ πλέον) σε τοπικό επίπεδο θα όφειλε και θα μπορούσε να εξυπηρετείται από τις υπάρχουσες περιφερειακές Διευθύνσεις του υπουργείου Τουρισμού.

Είναι ολοφάνερο ότι μια τέτοια διαχείριση, εκτός από διοικητικά παράδοξη και ασφαλώς οικονομικά ασύμφορη, είναι και απολύτως αναποτελεσματική. Γιατί, διαχέοντας τη σύγχυση των αρμοδιοτήτων σε όλη τη χώρα, θα δημιουργήσει δυσεπίλυτα προβλήματα που τελικά θα ακυρώνουν την άσκηση οποιασδήποτε πολιτικής.

Το κενό στις προεκλογικές προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ. για μια δύσμορφη επιστροφή στα παλιά: στη διαχείριση του υπουργείου Τουρισμού ως πολιτικού φέουδου, που δικτυώνεται σε όλη τη χώρα, δημιουργεί πελατεία και θα μπορεί να λειτουργεί και με την επόμενη κυβέρνηση, ανεξαρτήτως υπουργού. Δεν είναι όμως τόσο αυτό το μείζον όσο το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέκλινε από την πεπατημένη της περιστασιακής αντιμετώπισης επαγγελματικών αιτημάτων ως εκδουλεύσεων. Έτσι έχασε μια μοναδική ευκαιρία που του πρόσφερε η συγκυρία της αύξησης του τουρισμού, αλλά και το πρόγραμμά του:την ευκαιρία να θεμελιώσει την απαρχή μιας τουριστικής πολιτικής που θα έδινε βάρος στην προληπτική διάγνωση των προβλημάτων του ελληνικού τουρισμού και θα συνοδευόταν από προγραμματικό διάλογο με όλους τους παραγωγικούς κλάδους και από συντονισμένη συνεργασία με συναρμόδιους τομείς της οικονομικής πολιτικής. Μόνον έτσι θα μπορούσαν να τεθούν σε νέες βάσεις θέματα λειτουργίας του συνολικού τουριστικού παραγωγικού κυκλώματος και πρώτα από όλα να συντονιστεί η τουριστική πολιτική με τις λοιπές πολιτικές (αναπτυξιακές, περιβαλλοντικές, επικοινωνιακές και πολλές άλλες), ώστε να προετοιμαστεί ο ελληνικός τουρισμός για τις προκλήσεις της επόμενης εικοσαετίας.

* Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Πάτρας, Αν. Γενικός Γραμματέας υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού 2015-2016

 

1 Βλέπε ενδεικτικά το Δελτίο Τύπου ΙΝΣΕΤΕ 22 Αυγούστου 2018

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέτωπο στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις ευθύνες της για το προσφυγικό. Ευθύνες στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε, όχι λόγω του μεγέθους των προσφυγικών ροών ή των δυσκολιών στη διαχείρισή τους, αλλά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο