Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μαξιλάρι μετά τα μνημόνια

Του Νίκου Σαραντάκου

Ήρθε ο Σεπτέμβριος, επέστρεψαν τα "Ενθέματα" στην "Αυγή" της Κυριακής, επανέρχεται και η στήλη μας, κατ’ εξαίρεση τη δεύτερη Κυριακή τούτου του μήνα. Δεν ήταν εύκολο το καλοκαίρι που πέρασε, με τις φονικές πυρκαγιές στο Μάτι, όμως η στήλη λεξιλογεί κι έτσι σήμερα θα ανασκοπήσουμε λέξεις που ακούστηκαν στο δίμηνο που πέρασε από το προηγούμενο άρθρο μας.

Στις 21 Αυγούστου η Ελλάδα βγήκε από τα προγράμματα οικονομικής βοήθειας, κοινώς «βγήκε από τα μνημόνια», όπως ονομάστηκε η περίοδος από τον Μάιο του 2010 μέχρι σήμερα, μια περίοδος πρωτοφανούς δημοσιονομικής προσαρμογής που άφησε βαθύ και οδυνηρό αποτύπωμα στη ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων.

Να θυμίσουμε λοιπόν ότι το μνημόνιο, που βέβαια ετυμολογείται από τη μνήμη, ως λέξη υπάρχει μεν από την ελληνιστική εποχή, αλλά είναι σπανιότατη -απαντά μόνο σε παπύρους και σημαίνει την επίσημη καταγραφή των αρχών του τόπου. Η λέξη προέρχεται ασφαλώς από τον μνήμονα, λέξη που, πέρα από την προφανή σημασία του ανθρώπου με καλό μνημονικό, δηλώνει και τον αρχειοφύλακα σε πολλές περιοχές από την ελληνιστική περίοδο και έπειτα, ενώ το αρχειοφυλακείο λέγεται μνημονείον.

Η λέξη «μνημόνιο» αναστήθηκε τον 19ο αιώνα από τους λογίους που ήθελαν να αποδώσουν τον όρο της διπλωματίας memorandum, λέξη λατινική, από το γερούνδιο του ρήματος memorare (υπενθυμίζω) που τη χρησιμοποιούσαν αυτούσια οι μεγάλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Πριν από το 2010, η λέξη «μνημόνιο» είχε κάνει καναδυό σύντομες εξορμήσεις στο προσκήνιο της επικαιρότητας, όπως το μνημόνιο που κατέθεσε το 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου στην τότε ΕΟΚ ζητώντας επαναδιαπραγμάτευση. Ωστόσο, τα μνημόνια της τελευταίας οκταετίας επηρέασαν βάναυσα όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας και δεν θα μπορούσαν να μην αφήσουν το ίχνος τους στη γλώσσα. Μας χάρισαν, τρόπος του λέγειν, τις λέξεις «μνημονιακός» και «αντιμνημονιακός», αλλά και τη λέξη «μεταμνημονιακός», που χαρακτηρίζει την περίοδο στην οποία περάσαμε εδώ και μερικές μέρες.

Στην ομιλία του στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μετά τον ανασχηματισμό, ο Αλέξης Τσίπρας υποστήριξε ότι στη μεταμνημονιακή περίοδο η χώρα προχωράει «με δικλίδα ασφαλείας το χρηματοδοτικό μαξιλάρι». Αν σας ξενίζει η ορθογραφία της λέξης, να πούμε ότι το αρχαίο δικλίς (που, όμως, σήμαινε την πτυσσόμενη πόρτα) έτσι γραφόταν· οι λόγιοι ανάστησαν τη λέξη τον 19ο αιώνα, για να αποδώσουν το γαλλικό soupape de sécurité. Υπήρχε όμως και αρχαία λέξη δίκλεις, ενώ και η παρετυμολογική συσχέτιση με το «κλείνω» είναι ισχυρή. Ας πούμε ότι και οι δυο γραφές είναι αποδεκτές κι ας αφιερώσουμε το υπόλοιπο άρθρο μας στο μαξιλάρι.

Το χρηματοδοτικό μαξιλάρι το συγκέντρωνε επί πολλούς μήνες το οικονομικό επιτελείο ώστε να υπάρχει ένα περιθώριο ασφαλείας, που να προστατεύει την Ελλάδα από τις αναταράξεις των αγορών, όπως ακριβώς τα μαξιλαράκια στις άμαξες εξασφάλιζαν τους επιβάτες κάποια άνεση και προστασία από τα τραντάγματα στους κακοτράχαλους δρόμους της εποχής.

Το μαξιλάρι λοιπόν (ή μαξιλαράκι) με αυτή την έννοια είναι σημασιολογικό δάνειο από το αγγλικό cushion, που έχει πάρει από το 1850 περίπου και τη μεταφορική σημασία «κάτι που απορροφά τους κραδασμούς, που μειώνει τις αρνητικές επιπτώσεις», μια σημασία που προς το παρόν από τα ελληνικά λεξικά μόνο το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας την καταγράφει.

Το μαξιλάρι στηρίζει το κεφάλι μας όταν ξαπλώνουμε, και άλλα μέρη του σώματος όταν καθόμαστε. Η αγγλική γλώσσα κάνει διάκριση ανάμεσα στις δυο χρήσεις: pillow για το κεφάλι, cushion για τα άλλα. Εμείς έχουμε μεν το προσκέφαλο, αλλά χρησιμοποιούμε αδιάφορα το μαξιλάρι και για την κεφαλή και για τα άλλα μέρη του σώματος, προσπερνώντας, και καλά κάνουμε, την ετυμολογία της λέξης.

Το μαξιλάρι, βλέπετε, δεν έχει σχέση με το μάξι ή το μάξιμουμ, αλλά ανάγεται στο λατινικό maxilla, που είναι η σιαγόνα, μέσω της λέξης maxillaris (της σιαγόνας), που πέρασε στα μεσαιωνικά ελληνικά ως μαξι(λ)λάριον, μαξιλάριν και μαξελάριν. Αν σκεφτούμε μάλιστα πως maxilla είναι η άνω γνάθος, που δύσκολα ακουμπά στο μαξιλάρι, βλέπουμε πως την ετυμολογία δεν πρέπει να την παίρνουμε τοις μετρητοίς.

Υπάρχει η μαξιλάρα, υπάρχει το μαξιλαράκι, συχνά πολύ μικρό για τις καρφίτσες και τις βελόνες, υπάρχει και ο μαξιλαροπόλεμος, ιδίως ανάμεσα σε παιδιά, ενώ το λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφει και το μισοξεχασμένο ρήμα «μαξιλαρώνω» καθώς και το «μαξιλάρωμα», που γεννήθηκε από μια παλιά συνήθεια του θεατρικού κόσμου.

Στην Αθήνα της λεγόμενης μπελ επόκ υπήρχε το έθιμο να αποδοκιμάζουν οι θεατές τα θεατρικά έργα ρίχνοντας στη σκηνή τα μαξιλάρια πάνω στα οποία κάθονταν. Όπως το λέει στην καθαρεύουσα ο Κουμανούδης: Έθος επεκράτησεν από τινος χρόνου εν Αθήναις να ρίπτωσιν ως ένδειξιν αποδοκιμασίας εις τους επί της θεατρικής σκηνής υποκριτάς τα μαξιλάρια των εδωλίων των οι θεαταί.

Αυτό ήταν το λεγόμενο «μαξιλάρωμα», που πρώτη φορά συνέβη το 1882, ενώ πλάστηκαν επίσης λέξεις όπως μαξιλαρότης, μαξιλαροθρίαμβος. Κάποιοι θέλησαν να εξελληνίσουν περαιτέρω τον όρο και έπλασαν το "προσκεφαλομαχία" ενώ για κάποιον ατάλαντο συγγραφέα είπαν πως είναι ο "καλύτερος προσκεφαλαιούχος των Αθηνών".

Αυτά, στην μπελ επόκ. Στη σημερινή εποχή, που είναι σαφώς πιο δύσκολη, ας ελπίσουμε ότι το χρηματοδοτικό μαξιλάρι θα σταθεί αρκετό για να αποσβέσει τους μεταμνημονιακούς κραδασμούς.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μέτωπο στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις ευθύνες της για το προσφυγικό. Ευθύνες στις οποίες δεν ανταποκρίθηκε, όχι λόγω του μεγέθους των προσφυγικών ροών ή των δυσκολιών στη διαχείρισή τους, αλλά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο