Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νέες μορφές επιστημονικής έρευνας: όροι, μεταβλητές, προϋποθέσεις

Ο διεπιστημονικός διάλογος που διεξάγεται στη χώρα μας είναι υποτονικός. Συνέργειες και συνεργασίες ανάμεσα σε διαφορετικές επιστημονικές πειθαρχίες βεβαίως υπάρχουν. Οι «συνευρέσεις» όμως αυτές υπαγορεύονται περισσότερο από έναν τακτικισμό και λιγότερο από μια αυθεντική διάθεση για νέες συνθέσεις. Ενώ στις ανθρωπιστικές επιστήμες η χρηματοδότηση μιας πρότυπης ψηφιακής μονάδας στοιχίζει περίπου 100.000 δολάρια, το αντίστοιχο κόστος για τη δημιουργία ενός σύγχρονου «υγρού» εργαστηρίου ανέρχεται σε 500.000 έως 1.000.000 δολάρια

 

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ*

 

Παρά το «πρόβλημα των δύο πολιτισμών» (two cultures problem1) και τις δυσκολίες αλληλοκατανόησης που αντιμετωπίζουν οι επιστήμονες από διαφορετικά πεδία, η σύγχρονη έρευνα προσλαμβάνει ολοένα και περισσότερο έναν διεπιστημονικό χαρακτήρα. Η νέα αυτή τάση περιλαμβάνει συνδυασμούς προσεγγίσεων και θεωρητικής πρακτικής, που δεν μπορούν εύκολα να κατηγοριοποιηθούν και δεν περιγράφονται με τους τετριμμένους όρους της βασικής (mode 1) ή της εφαρμοσμένης (mode 2) έρευνας2.

Ο συνδυασμός προσεγγίσεων δημιουργεί μεγάλη ποικιλομορφία στο ερευνητικό οικοσύστημα και δυσχεραίνει τη διαδικασία αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Ταυτόχρονα, εμφανίζεται μια νέα πρόκληση: το προϊόν που παράγεται όταν ολοκληρώνεται ένα σύνθετο ερευνητικό έργο περιέχει συνήθως ένα «μείγμα» αναμενόμενων και μη αναμενόμενων αποτελεσμάτων. Εάν δεν αποσιωπηθούν, τα «παραπροϊόντα» αυτά -που προκύπτουν συνήθως καθ’ οδόν- μπορεί να αποδειχθούν «ευγενή», δηλαδή πιο ενδιαφέροντα ή πιο χρήσιμα από το κύριο προϊόν. Τότε όμως δημιουργείται το ερώτημα: ποια έρευνα ακριβώς χρηματοδοτήθηκε και τί απέδωσε τί;

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν μπορούμε υπό αυτές τις συνθήκες να εκπονήσουμε μια ενιαία και περιγράψιμη ερευνητική στρατηγική, που απ’ τη μια να αφήνει «όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν» και από την άλλη να είναι στοιχειωδώς εναρμονισμένη με την αναπτυξιακή μας προοπτική. Πώς θα σταθμίσουμε το ύψος χρηματοδότησης των ερευνητικών προγραμμάτων κατά θεματική περιοχή και πώς θα εφεύρουμε έναν (δυναμικό) αλγόριθμο που θα καθορίζει τη σχέση της μισθολογικής δαπάνης προς τις δαπάνες για αναλώσιμα και εξοπλισμό σε κάθε περίπτωση; Και το κυριότερο: με ποια κριτήρια θα πρέπει να αξιολογούμε από δω και πέρα τις ερευνητικές προτάσεις σε ένα περιβάλλον «παραγωγικής αβεβαιότητας», όπου αλλάζουν διαρκώς, όχι μόνο οι συνθήκες, άλλα ταυτόχρονα τα μέτρα και τα σταθμά;

Μια νέα κατηγοριοποίηση, που υπερβαίνει τις διχοτομίες βασικό/εφαρμοσμένο και θεωρητικό/εμπειρικό, είναι εκείνη που αναδεικνύει τη διαφορά ανάμεσα στην έρευνα που υποκινείται από την επιστημονική περιέργεια (curiosity-driven research) και στην έρευνα που τροφοδοτείται από τη ζήτηση3 (demand-driven research). Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, έχουν ίσως μικρότερη σημασία οι αφετηρίες ή οι προθέσεις και πολύ μεγαλύτερη οι προσεγγίσεις και οι διαδικασίες υλοποίησης ενός ερευνητικού έργου. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τρείς μεγάλες ομάδες ερευνητικών προγραμμάτων:

Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει προγράμματα που βασίζονται στον κριτικό στοχασμό, τον αναστοχασμό -και ενίοτε τον ενδοστοχασμό. Στην εξέλιξή τους, ιδέες, έννοιες, μορφές, αριθμοί και βιωματικές εμπειρίες συγκρίνονται, ταξινομούνται, αναπλάθονται και ιεραρχούνται νοητικά, με ζητούμενο μια πρωτότυπη (ανα)σύνθεση ή ερμηνεία. Ο «τρόπος» αυτός προσιδιάζει στις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά φυσικά δεν εξαντλείται σ’ αυτές.

Το δεύτερο είδος ερευνητικών προγραμμάτων προϋποθέτει τη συλλογή στοιχείων με δουλειά πεδίου και τη -σε δεύτερο χρόνο- αποτίμησή τους μέσω εδραιωμένων μεθόδων ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης. Ένα μεγάλο μέρος της έρευνας στις κοινωνικές και τις οικονομικές επιστήμες διεξάγεται με αυτόν τον τρόπο, αλλά το ίδιο ισχύει και για την έρευνα στο περιβάλλον, την αρχαιολογία και ορισμένες ιατρικές ειδικότητες.

Τέλος, ένα τρίτο είδος ερευνητικών προγραμμάτων ακολουθεί κατά βάσιν την κλασσική προσέγγιση «παρατήρηση-πείραμα-υπόθεση εργασίας». Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι αυτό το είδος έρευνας περιλαμβάνει παρεμβατικούς χειρισμούς στο υπό μελέτη σύστημα, δηλαδή αυτό που έλεγαν οι παλαιότεροι: την «τεχνητήν επανάληψιν του φαινομένου, υπό συνθήκας ευνοϊκάς δια την παρατήρησιν και την μέτρησιν4». Πειράματα κάποιου τύπου γίνονται βέβαια και στο καθαρά νοητικό επίπεδο (όπως τα περίφημα gedanken experiments του Einstein), ή υπό συνθήκες που δεν είναι εργαστηριακές (π.χ., κλινικές δοκιμές). Παρ’ όλα αυτά, η πιστή αναπαραγωγή ενός φαινομένου στον εργαστηριακό «πάγκο» δημιουργεί πολύ μεγαλύτερες ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, αναλώσιμα και εξοπλισμό, διαφοροποιώντας σημαντικά την έρευνα που διεξάγεται στη φυσική, τη χημεία, τις επιστήμες μηχανικών και τις βιοεπιστήμες.

Για να αποφύγουμε τις παρανοήσεις, θα πρέπει φυσικά να διευκρινίσουμε ότι εκείνοι που θεραπεύουν τη φιλοσοφία ή τις τέχνες δεν χρησιμοποιούν μονάχα τη σκέψη τους, αλλά και τις βιβλιοθήκες, τα μουσεία, τους υπολογιστές, τα δομικά υλικά και τα παραστατικά μέσα. Από την άλλη πλευρά, οι μοριακοί βιολόγοι δεν χρησιμοποιούν μόνο τα χέρια τους και τα μηχανήματα που αναλύουν DNA, αλλά το ίδιο συχνά το μολύβι και το μυαλό τους. Όλοι, σε κάποιο βαθμό, υιοθετούν -όπως είπαμε- συνδυασμούς προσεγγίσεων και μεθόδους που κυμαίνονται από τις καθαρά ποιοτικές έως τις αμιγώς ποσοτικές.

Το καθοριστικό στοιχείο δεν είναι, επομένως, τα εργαλεία. Είναι ο βαθμός και η έκταση στην οποία το υπό διερεύνηση σύστημα προσφέρεται για μελέτη: πόσο προσβάσιμο είναι και πόσο εύκολα -ή δύσκολα- μπορεί κανείς να το χειριστεί. Aς συγκρατήσουμε μερικούς αριθμούς: ενώ στις ανθρωπιστικές επιστήμες η χρηματοδότηση μιας πρότυπης ψηφιακής μονάδας (digital humanities) στοιχίζει περίπου 100.000 δολάρια, το αντίστοιχο κόστος για τη δημιουργία ενός σύγχρονου «υγρού» (wet chemistry) εργαστηρίου ανέρχεται σε 500.000 έως 1.000.000 δολάρια -με ετήσια αύξηση των προμηθειών για εργαστηριακά υλικά από 1.9% (το 2015) έως 2.4% (το 2018) στην Ευρώπη5.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν «οικουμενικά», ανεξάρτητα από γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Τρία είναι όμως τα προεξάρχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εμπέδωση μιας ενιαίας, βιώσιμης και στιβαρής ερευνητικής στρατηγικής στην Ελλάδα.

Το πρώτο θέμα αφορά τον σχετικά υποτονικό διεπιστημονικό διάλογο που διεξάγεται στη χώρα μας. Συνέργειες και συνεργασίες ανάμεσα σε διαφορετικές επιστημονικές πειθαρχίες βεβαίως υπάρχουν. Οι «συνευρέσεις» όμως αυτές υπαγορεύονται περισσότερο από έναν τακτικισμό -διεύρυνση της επιρροής ή καθαρά πελατειακές αλληλοεξυπηρετήσεις- και λιγότερο από μια αυθεντική διάθεση για νέες συνθέσεις. Η αξιοποίηση των κατ’ επιλογήν μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο, η οριζόντια κινητικότητα των φοιτητών και τα «συνδυαστικά πτυχία» (double/joint degrees) θα ήταν μια μέθοδος για να εμβολιαστούν οι νέοι επιστήμονες με στοιχεία διεπιστημονικής κουλτούρας και να την μεταφέρουν αργότερα στο περιβάλλον που θα εργασθούν ερευνητικά εκπονώντας τη διδακτορική τους διατριβή.

Το δεύτερο θέμα αφορά τα κριτήρια αξιολόγησης των ερευνητικών προτάσεων. Στον τομέα αυτό, ο νεολογικός όρος της «αριστείας» -για την οποία έχει ο καθένας τον δικό του ορισμό- θα πρέπει κάποτε να αντικατασταθεί από κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, περισσότερο αξιόπιστο και άμεσα προσμετρήσιμο, όπως θα ήταν ενδεχομένως η συνθήκη της «πρωτοτυπίας» (originality) ή του «αντίκτυπου» (impact).

Το τρίτο θέμα είναι, τέλος, η τροχοπέδη της «υπερ-κανονιστικότητας» και της έλλειψης ευελιξίας στις διαχειριστικές αρχές. Με το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο, μικρή σημασία έχει εάν μια δαπάνη γίνεται για να κατασκευαστεί κάποιος οδικός άξονας ή για να προμηθευτεί ένζυμα με ημερομηνία λήξης ένα εργαστήριο κλινικής χημείας. Εν ονόματι της διαφάνειας και της λογοδοσίας, οι ίδιοι άτεγκτοι κανόνες εφαρμόζονται «ανεξαιρέτως», εμποδίζοντας την απρόσκοπτη ροή υλικών και αναπαράγοντας τα προνόμια μιας παραλυτικής γραφειοκρατίας. Επ’ αυτών όμως θα επανέλθουμε.

 

1. C P Snow: The two cultures. New Statesman (October 6, 1956). Βλέπε επίσης το δοκίμιο του F R M Yudkin στον τόμο: Two Cultures? Pantheon Ed. (1963).

2. M Gibbons et al.: The new production of knowledge: the dynamics of science and research in contemporary societies. London: Sage (1994).

3. C Fotakis: Reworking Greek research. Nature Materials, 14: pp. 853855 (2015).

4. Σπ. Κανέλλος: Μηχανική-Θερμότης. Σελ. 1,εκδόσεις Παπaδημητρόπουλος, Αθήναι, 1973.

5. Frost and Sullivan: 2016 mid-spring report: Forecast and analysis of the global market for laboratory products. p. 13, (May 2016).

* Διδάσκων στην Σχολή Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και είναι εκλεγμένο μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Μοριακής Βιολογίας (EMBO)

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η Αριστερά στην πρώτη γραμμή!

Το ότι η χώρα έχει βγει από τα Μνημόνια και βρίσκεται σε έναν δρόμο ανάπτυξης μπορεί πλέον να θεωρηθεί γεγονός. Η Νέα Δημοκρατία έχει συρθεί στην ψήφιση όλων των μέτρων που υλοποιεί η κυβέρνηση μετά...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο