Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι γραβάτες, τα πουκάμισα και η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας

Η παραφιλολογία που καλλιέργησε το «μέτωπο της λογικής», το οποίο κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος μετεξελίχθηκε στο διαβόητο «Μένουμε Ευρώπη» κατά του ΣΥΡΙΖΑ, στηρίχθηκε εν πολλοίς στον άξονα του πρωτοκόλλου: Πώς είναι δυνατόν ένας πρωθυπουργός να μην φοράει γραβάτα;

Του Χρίστου Σίμου*

 

Η παραφιλολογία που καλλιέργησε το «μέτωπο της λογικής», το οποίο κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος μετεξελίχθηκε στο διαβόητο «Μένουμε Ευρώπη» κατά του ΣΥΡΙΖΑ, στηρίχθηκε εν πολλοίς στον άξονα του πρωτοκόλλου: Πώς είναι δυνατόν ένας πρωθυπουργός να μην φοράει γραβάτα; Πώς είναι δυνατόν ένας υπουργός, και μάλιστα αυτός που κατέχει το χαρτοφυλάκιο των Οικονομικών, να μην φοράει γραβάτα, αλλά αντίθετα να φοράει εμπριμέ πουκάμισα και να εκπροσωπεί τη χώρα έτσι στο Eurogroup; Όταν αντικαταστάθηκε ο Γ. Βαρουφάκης από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, στο μενού προστέθηκε, πέρα από την έλλειψη γραβάτας, το περίφημο κόκκινο σακίδιο, αντί του χαρτοφύλακα που αρμόζει στο ρόλο, και τα «τσαλακωμένα σακάκια». Η παραφιλολογία αυτή ήταν ενταγμένη στο γενικότερο πλαίσιο της στρατηγικής του μετώπου, η οποία είχε εκπονηθεί κατά τη διάρκεια της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, που δεν ήταν άλλη από αυτή της «αριστερής παρένθεσης». Το «Γερούν γερά» ήταν το σύνθημα που συνόψιζε πιο εύγλωττα απ’ όλα τη συγκεκριμένη στρατηγική την περίοδο των πρώτων μηνών του 2015.

Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του Σεπτεμβρίου αναπροσάρμοσε την τακτική, αλλά η στρατηγική παρέμεινε η ίδια. Μαζί, λοιπόν, με την παραφιλολογία περί πρωτοκόλλου, προστέθηκε η διαρκής προφητεία της αποτυχίας: οι στόχοι του προγράμματος δεν θα επιτευχθούν, θα επιβληθεί ο «κόφτης», οι αξιολογήσεις δεν θα ολοκληρωθούν και ούτω καθεξής. Μαζί με όλα αυτά, είχε προστεθεί και η ρητορική περί «του καλύτερου βιογραφικού της χώρας», η οποία είχε αρχίσει να εκπέμπεται με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της Ν.Δ.

Η παραφιλολογία περί πρωτοκόλλου, η διαρκής προφητεία περί αποτυχίας και η ρητορική περί βιογραφικών, σπουδών στο Χάρβαρντ κλπ, εδράζονται στην ίδια βάση: Η συγκεκριμένη κυβέρνηση δεν διαθέτει διαχειριστική επάρκεια ή, πιο λαϊκά, οι συγκεκριμένοι όχι απλώς «δεν ξέρουν τη δουλειά», αλλά είναι εξ ορισμού αδύνατον να την ξέρουν. Ο στόχος της στρατηγικής αυτής δεν ήταν άλλος από την κατάρρευση του αντιπάλου, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο στην επιστροφή των «αρίστων». Η αποτυχία του αντιπάλου, στο πλαίσιο αυτό, θα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε η επιστροφή να συνοδευτεί με το πλήρες πακέτο του νεοφιλελεύθερου manual, το οποίο αποτελεί διακαή πόθο του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Από την εμμονή στη ρητορική αυτή προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με τον ερμηνευτικό ορίζοντα του μετώπου, το οποίο, με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της Ν.Δ. τον Ιανουάριο του 2016, απέκτησε ηγεσία. Η πολιτική, πρωτίστως, είναι ένα επάγγελμα το οποίο απαιτεί γνώση του savoir vivre και γνώση «της πιάτσας».

Οι προφητείες περί αποτυχίας, οι οποίες βεβαίως είχαν και ως στόχο την καλλιέργεια αρνητικού κλίματος, όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν, κατέρρευσαν. Οι στόχοι επετεύχθησαν και με το παραπάνω. Μείναμε με τις γραβάτες, τα κοστούμια και τους χαρτοφύλακες σε αναμονή. Η Ν.Δ. πόνταρε πολλά στην αποτυχία του αντιπάλου της, με αποτέλεσμα να χάνει πλέον το έδαφος κάτω από τα πόδια της. Τελευταία ελπίδα ως προς αυτό είναι το τι μέλλει γενέσθαι με τις συντάξεις το 2019.

Αφού λοιπόν οι στόχοι επετεύχθησαν, αποδείχτηκε ταυτόχρονα πως η γραβάτα, το κοστούμι και ο χαρτοφύλακας δεν συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την πολιτική. Κάπως έτσι, κατέρρευσε και το αριστοκρατικό σκέλος του αφηγήματος, που είχε να κάνει με την τήρηση του πρωτοκόλλου.

Τι απομένει από τα παραπάνω; 1. Η ελληνική δεξιά δεν μπορεί να ξεπεράσει τη λογική του μετεμφυλιακού κράτους. Η Αριστερά, λοιπόν, είναι και θα είναι ένα μπουλούκι διάφορων παρδαλών τύπων που δεν έχουν καμία θέση στην κυβέρνηση. Είναι περίπου ανεπίτρεπτο να βρίσκονται εκεί. 2. Η πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά στόχοι τους οποίους η Αριστερά δεν μπορεί να υλοποιήσει. Η δε υλοποίηση τους, κι αυτό συνιστά τη μοναδική όψη της κριτικής που έχει πολιτικά χαρακτηριστικά, μπορεί να συμβεί μόνο μέσω της περικοπής δαπανών. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

Είναι λοιπόν όλα ρόδινα για τον ΣΥΡΙΖΑ; Όχι. Κι αυτό διότι υλοποίησε ένα πρόγραμμα που εν πολλοίς δεν ήταν δικό του. Η δε υλοποίηση του έχει συνέπειες που αφορούν τον πολιτικό ανταγωνισμό, αλλά και ευρύτερες. Γι’ αυτό και η δική του αφήγηση βασίστηκε στα στοιχεία πέραν του προγράμματος. Και πλέον καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί έξω από τον παραπάνω ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, μπορεί η κριτική περί της... γκαρνταρόμπας του πρωθυπουργού και των υπουργών να βοηθά τη Ν.Δ. να αισθάνεται άνετα, ωστόσο η φιλολογία περί αριστείας πάσχει από την αφετηρία. Κι όχι μόνο επειδή η πολιτική και οι πολιτικοί δεν κρίνονται από τα βιογραφικά. Αλλά γιατί, όταν η φοιτητική παράταξη της Ν.Δ., η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, πολιτεύεται με βασικά εργαλεία τη διανομή σημειώσεων που θα «διευκολύνουν» τους φοιτητές να περάσουν στην εξεταστική και τη διοργάνωση πάρτυ και εκδρομών σε κοσμικά νησιά, είναι οξύμωρο να μιλά για αριστεία και να γίνεται πιστευτή. Με άλλα λόγια, όταν οι βασικοί άξονες μιας πολιτικής έχουν ως αποτέλεσμα την υπονόμευση του πανεπιστημίου, η επίκληση του, ακόμα και με όρους τιτλοθηρίας, είναι ατυχής.

* Δημοσιογράφος

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Τα προσφυγόπουλα

Ήταν απεχθείς οι φωνές που ξεσηκώθηκαν προσπαθώντας να αποκλείσουν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία. Φωνές ακροδεξιές, μεταμφιεσμένες σε “ανησυχούντες γονείς” και σε “τοπικούς φορείς”, ακόμα και σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο