Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο ΠΑΟΚ, οι πρόσφυγες και ο βενιζελισμός στο Μεσοπόλεμο

Του Λουκά Τσίπτσιου*

 

Ο ΠΑΟΚ θεωρείται προσφυγικό σωματείο. Ο ίδιος παράγει ένα λόγο που τον ταυτίζει με την προσφυγιά ή, μερικές φορές, με ένα ποντιακό στοιχείο, όπως μπορεί να το παρουσιάσει ο πρόεδρός του. Με διάφορους τρόπους, το αθλητικό σωματείο παράγει μια προσφυγική μνήμη και μια αφήγηση της ίδρυσής του, που συνδέεται με την Καταστροφή, το διωγμό και τις χαμένες πατρίδες. Ούτε η ειλικρίνεια, αλλά ούτε και το μάρκετινγκ των λόγων αυτών μπορούν να αμφισβητηθούν. Δεν υπάρχει δυνατότητα όμως, πέρα από την αφήγηση του ΠΑΟΚ και των οπαδών του, να γίνει κατανοητή η σημασία της ίδρυσης ενός αθλητικού σωματείου Κωνσταντινουπολιτών στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου. Με απλοϊκό τρόπο, παρουσιάζεται μια ιστορία που μοιάζει με μύθο, στον οποίο κάποιοι πρωταγωνιστές, πρόσφυγες της Πόλης, αγωνίζονται ηρωικά και λίγο τυχαία, για να ιδρύσουν ένα σύλλογο που εκπροσωπεί όλους τους πρόσφυγες της Θεσσαλονίκης, με αξιοπρέπεια και παρά τις δυσκολίες της μοίρας τους. Δεν υπάρχουν εδώ ούτε πολιτικοί στόχοι ούτε προσφυγικές εσωτερικές συγκρούσεις ούτε μια βασική εξήγηση της κοινωνικής θέσης των ιδρυτών.

Αν η ελληνική ιστοριογραφία περί αθλητισμού είναι ακόμα περιορισμένη, για τον ΠΑΟΚ είναι ανύπαρκτη. Για διάφορους λόγους, που αφορούν τον ακαδημαϊκό χώρο, δεν θεωρήθηκε αρκετά σοβαρό αντικείμενο μέχρι τώρα. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει κανείς για να βρει το ανύπαρκτο αρχειακό υλικό του συλλόγου δεν βοηθά την έρευνα. Η μελέτη μου άρχισε με στόχο να καταλάβω τη διαμόρφωση της προσφυγικής ταυτότητας μέσα από τον ΠΑΟΚ, ακολουθώντας τα ίχνη των ιδρυτών του, σε μια προσωπογραφία που βασίζεται σε πολλαπλές περιφερειακές πηγές. Η πρώτη εντύπωση είναι πως οι πρωταγωνιστές του ΠΑΟΚ εμπλέκονται γρήγορα με την πολιτική, τόσο τοπικά όσο και εθνικά, και ειδικά με τα βενιζελικά κόμματα: έγιναν δημοτικοί σύμβουλοι, βουλευτές, υπουργοί. Η δεύτερη αφορά στη νομική κατάσταση των Κωνσταντινουπολιτών: πώς μπορούνε να είναι πρόσφυγες, εφόσον η συνθήκη της Λοζάνης τους θεωρεί μη-ανταλλάξιμους, αν είναι «établis», δηλαδή εγκατεστημένοι στην Πόλη πριν από τις 30 Οκτωβρίου 1918; Την απάντηση δίνει ο ιστορικός Δημήτρης Καμούζης, που αποκαλεί τους 40.000 φυγάδες Κωνσταντινουπολίτες του 1922 "απόντες". Είναι αυτή η ηγετική ομάδα των Ρωμιών αστών, εθνικιστών και βενιζελικών, με έντονη πολιτική δράση στην περίοδο της Κατοχής της Πόλης από τις δυνάμεις της Entente (1918-1923), που φεύγουν από την Κωνσταντινούπολη μετά την Καταστροφή, ώστε να γλυτώσουν από την ίδια μοίρα που γνώρισαν οι Σμυρνιοί με την επιστροφή των Κεμαλικών. Φεύγοντας, χάνουν τα δικαιώματα παραμονής που παραδίνονται στους «établis» από τη Συνθήκη της Λοζάνης, αλλά χωρίς να αποκτήσουν τα δικαιώματα και τις αποζημιώσεις των ανταλλάξιμων προσφύγων. Μια τρίτη παρατήρηση είναι ότι όσοι παρουσιάζονται ως Κωνσταντινουπολίτες δεν είναι απαραίτητα Κωνσταντινουπολίτες. Ο όρος δείχνει κυρίως μια κοινωνική θέση, δίνοντας μια συμβολική σημασία και μια πολιτιστική ανωτερότητα σε πολιτικούς πρωταγωνιστές όπως ο Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος ή ο Λεωνίδας Ιασωνίδης, οι οποίοι σε άλλες περιπτώσεις, δηλώνουνε Πόντιοι.

Ο ΠΑΟΚ ως ερευνητικό αντικείμενο προκαλεί, έτσι, ερωτήματα που αφορούν την κοινωνική ιστορία της Θεσσαλονίκης, παρότι η έλλειψη μαζικών πηγών επιτρέπει μόνο μια ιστορία «από τα πάνω» της κωνσταντινουπολίτικης ελίτ. Από τα βασικότερα ερωτήματα ήταν αν ο ΠΑΟΚ χρησιμοποιήθηκε σαν εργαλείο δόμησης της βενιζελικής ψήφου από τους αστούς Κωνσταντινουπολίτες προς τις μάζες των προσφύγων. Μολονότι η αστική ιδεολογία προβάλλει την ουδετερότητα του αθλητισμού, η σύνθετη πραγματικότητα παρουσιάζει δυναμικές πολιτικοποίησης μέσα από τα αθλητικά σωματεία ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα, που συνεχίζονται ακόμα πιο έντονα στο Μεσοπόλεμο, με τη μαζικοποίηση του ποδοσφαίρου κυρίως. Φαίνεται εδώ πως ο αθλητισμός είναι μια φιλελεύθερη απάντηση στο προσφυγικό ζήτημα και την κοινωνική ανομία που προκάλεσε η άφιξη των 117.000 προσφύγων στη Θεσσαλονίκη. Με την αστική ιδεολογική όψη των Κωνσταντινουπολιτών, ο αθλητισμός θα μπορούσε να καταπολεμήσει τους κινδύνους των ναρκωτικών και του κομμουνισμού, μεταδίδοντας αξίες της αστικής τάξης στις μάζες (ανταγωνισμός, αυτοσυγκράτηση, ορθολογισμός, fair play). Οι ηγέτες και ιδρυτές του ΠΑΟΚ, που μεταφέρουν πρακτικές και αναπαραστάσεις της πολίτικης ζωής τους, μεταφέρουν και μια αθλητική παράδοση των Ρωμιών, η οποία εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο του βενιζελικού αστικού εκσυγχρονισμού.

Είναι φανερό ότι η ένταξη των Κωνσταντινουπολιτών στο Ελληνικό Έθνος - Κράτος συνδέεται με την ένταξή τους στο πολιτικό και στο αθλητικό πεδίο της χώρας. Η μεταφορά των οικονομικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και συμβολικών κεφαλαίων τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ελλάδα, και ειδικά στη Θεσσαλονίκη, επέτρεψε την ένταξή τους, αλλά και ενίσχυσε τη θέληση κυριαρχίας στα πεδία αυτά. Μέσα από τους ιδρυτές του ΠΑΟΚ καταλαβαίνουμε ότι με τη μετακίνηση των Κωνσταντινουπολιτών και τη μεταφορά των πρακτικών, αναπαραστάσεων και κεφαλαίων, υπάρχει και μια μεταφορά της θέσης κυριαρχίας τους, από το οθωμανικό πλαίσιο στο ελληνικό. Αλλά οι νέες συνθήκες της Θεσσαλονίκης, μετά την Καταστροφή, αναγκάζουν τη νέα κωνσταντινουπολίτικη ελίτ να μεταμορφώσει ριζικά τους τρόπους πολιτικής κυριαρχίας που χρησιμοποιούσε στην Πόλη. Υιοθετείται μια νέα μορφή πολιτικής πρακτικής, η οποία έχει ως νέο στόχο την προσέγγιση του προσφυγικού πληθυσμού. Παραδοσιακά, ο προσφυγικός πληθυσμός ψήφιζε μαζικά τα βενιζελικά κόμματα, αλλά ο σκοπός των βενιζελικών Κωνσταντινουπολιτών ήταν να δομηθεί αυτή η ψήφος, ώστε να συγκροτηθεί μια προσφυγική ταυτότητα που θα ταίριαζε με το βενιζελισμό, αλλά και με την αναγνώριση της προστασίας και της φυσικής κυριαρχίας τους.

Με ένα σωματείο σαν τον ΠΑΟΚ, αυτοί οι Κωνσταντινουπολίτες εμφανίζονταν όχι μόνο σαν προστάτες των προσφύγων ή "προσφυγοπατέρες", αλλά και σαν παράγοντες της ομάδας. Έτσι θα αναδειχθούν και κοινά συμφέροντα, που υπερέβαιναν τις τεράστιες ταξικές διαφορές ανάμεσα στη μάζα των προσφύγων και την αστική κωνσταντινουπολίτικη ελίτ. Τα κοινά συμφέροντα μέσα από την ομάδα και οι κοινοί διαταξικοί χώροι που μοιράζονταν, όπως το γήπεδο για παράδειγμα, επέτρεπαν την αναγνώριση και την κατασκευή άμεσων δεσμών μεταξύ προσφύγων και Κωνσταντινουπολιτών, που δεν θα ήταν εφικτοί χωρίς τη μεσολάβηση του αθλητισμού. Αυτό επέτρεψε στον Πέτρο Λεβαντή, πρόεδρο του ΠΑΟΚ για τρία χρόνια από το 1929 και διευθυντή της εφημερίδας Μακεδονία, να γίνει βουλευτής και υπουργός του Βενιζέλου, ή τον χρηματιστή Παντελής Καλπακτσόγλου, πολλές φορές πρόεδρο κατά τη διάρκειά του μεσοπολέμου και της Κατοχής, να παραμείνει βουλευτής από το 1936 μέχρι το θάνατό του.

Στην ιστορία του ΠΑΟΚ εμφανίζονται τελικά τα περισσότερα ζητήματα της Θεσσαλονίκης του Μεσοπολέμου, στο πλαίσιο της παράτασης του Εθνικού Διχασμού, που επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής ιστορίας της εγκατάστασης των προσφύγων, μέσα από τα δίκτυα και τις δράσεις της ελίτ τους. Έτσι, γίνεται κατανοητή η κατασκευή μιας προσφυγικής και ΠΑΟΚτσήδικης ταυτότητας, που μπορεί να κινητοποιηθεί για πολιτικούς σκοπούς, ειδικά μέσω των αντιπαλοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο καταρρίπτεται η αντίληψη περί ουδετερότητας των αθλημάτων και των σωματείων.

 

* Ιστορικός, φοιτητής στην Ecole Normale Superieure του Παρισιού. Το άρθρο βασίζεται σε διπλωματική διατριβή για το Μάστερ Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 1- Σορβόννη.

Δείτε όλα τα σχόλια