Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τουρκικές εκλογές σε μια όλο και πιο ισλαμική κοινωνία, σε μια όλο και πιο «καχεκτική δημοκρατία»

Η ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας Την Κυριακή που μας πέρασε έκανα μαζί με φίλους μια βόλτα στην Ιστικλάλ, ξεκινώντας από την πλατεία Ταξίμ, το κέντρο της...

Του Δημήτρη Παπανικολόπουλου*

 

Η ισλαμοποίηση της τουρκικής κοινωνίας

Την Κυριακή που μας πέρασε έκανα μαζί με φίλους μια βόλτα στην Ιστικλάλ, ξεκινώντας από την πλατεία Ταξίμ, το κέντρο της Κωνσταντινούπολης. Ένα μεγάλο τζαμί χτίζεται πάνω στην πλατεία, προκειμένου να επισκιάσει τόσο το μνημείο του Ατατούρκ όσο και την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, τα δύο πράγματα που βλέπεις αμέσως μόλις βγαίνεις από το Μετρό της πλατείας Ταξίμ. Οι τουρκικές σημαίες ανεμίζουν παντού, σε όλη την Πόλη. Ο αναρχικός που περπατά δίπλα μου με διαβεβαιώνει ότι πριν από μια δεκαετία δεν ήταν έτσι. Το θυμάμαι άλλωστε από την τελευταία μου επίσκεψη, το 2010. Η Ιστικλάλ (η αντίστοιχη Ερμού) είχε πάντα πολύ κόσμο, όμως τώρα ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Αν χαθείς μέσα στο πλήθος, δεν ακούς πλέον ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ βλέπεις πολλές μαντίλες. Οι Ευρωπαίοι, μου εξηγεί ο αναρχικός συνοδός μου, επέλεξαν την Ελλάδα, κυρίως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις των περασμένων ετών. Το τουριστικό κενό γεμίζουν πλέον οι ευκατάστατοι Μεσανατολίτες που έρχονται στην Πόλη για να ψωνίσουν. Η Πόλη είναι γι αυτούς πλέον ό,τι είναι για μας το Παρίσι ή η Νέα Υόρκη, γεγονός που τη μετατρέπει σε μια ισλαμική μητρόπολη. Τα μαγαζιά της Ιστικλάλ σιγά σιγά αλλάζουν χαρακτήρα, προκειμένου να ανταποκριθούν στις προτιμήσεις των νέων επισκεπτών. Όπως πιστεύει μια ντόπια κοπέλα από την παρέα μας, «ο Ερντογάν θέλει να μας κάνει Ντουμπάι: κατανάλωση και συντηρητισμός».

Η περιοχή του Πέρα, η οποία φιλοξενούσε άλλοτε τα στέκια της κοσμικής νεολαίας και αποτελούσε σύμβολο της κυριαρχίας των «λευκών Τούρκων» (των κοσμικών, μορφωμένων, ευκατάστατων κοινωνικών στρωμάτων), έχει μπει στο στόχαστρο της κυβέρνησης Ερντογάν, που θέλει να «αλώσει» το προπύργιο των άλλοτε κυρίαρχων, επικρατώντας στο επίπεδο των συμβόλων και αποτυπώνοντας την κυριαρχία της στο χώρο. Ειδικά ύστερα από το κίνημα του Γκεζί Παρκ, η πίεση στην πολιτικοποιημένη νεολαία έχει ενταθεί, με αποτέλεσμα η τελευταία να έχει μεταφέρει τα περισσότερα στέκια της στην ανατολική πλευρά της Πόλης, στο Καντίκιοϋ. Όπως μας είπαν όλοι οι νέοι και οι νέες που συναναστραφήκαμε, μόνο εκεί νιώθουν πλέον άνετα.

Η Πόλη είναι μια πολύβουη μητρόπολη 17-20 εκατομμυρίων, της οποίας η πλειοψηφία συγκροτείται από μουσουλμανικές οικογένειες με πολλά παιδιά. Το δημογραφικό τους βάρος είναι πλέον εμφανές. Η μακρόχρονη κυριαρχία του Ερντογάν (2002-2018) και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και της μαζικής κατανάλωσης έχει δώσει ορατότητα σε αυτό τον κόσμο, ο οποίος ήταν πριν χωμένος στις φτωχογειτονιές του. Η Τουρκία έπαψε να είναι «λαός και Κολωνάκι» και οι οπαδοί του Ερντογάν είναι ευγνώμονες γι αυτό. Οι πρώην αποκλεισμένοι από τη διαμόρφωση του ιστορικού προσανατολισμού της τουρκικής κοινωνίας γίνονται πλέον πρωταγωνιστές. Ο Ερντογάν μεταμορφώνει σιγά σιγά την Τουρκία κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν τους και αυτοί τον αναγνωρίζουν ως τον δικό τους Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων). Η ισλαμοποίηση της κοινωνίας γίνεται αντιληπτή είτε ως επανοικιοποίηση μιας δυτικοποιούμενης κοινωνικής τάξης πραγμάτων που τους καθιστούσε πολίτες δεύτερης κατηγορίας είτε, εξ αυτού του λόγου, ως εκδίκηση. Οι οπαδοί του Ερντογάν, ακόμα και αν δεν επιδεικνύουν τον ίδιο ενθουσιασμό με το παρελθόν, ακολουθούν τον αρχηγό τους ό,τι και να γίνεται, τον πιστεύουν ό,τι και να τους λέει, και δεν θα διακινδυνεύσουν μια ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης. Η τουρκική κοινωνία είναι βαθιά πολωμένη, καθώς πολλές διαχωριστικές γραμμές συμπίπτουν. Από τη μια, οι θρησκευόμενοι, με μικρότερο εισόδημα και μόρφωση, και από την άλλη οι κοσμικοί, πιο ευκατάστατοι και μορφωμένοι. Οι Κούρδοι, μια τρίτη κατηγορία στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας, συγκεντρωμένη βασικά στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας, είναι θρησκευτικά συντηρητικοί και, από πλευράς εκπαίδευσης και οικονομικής ανάπτυξης, πιο πίσω και από τους κατοίκους της Ανατολίας, όπου βρίσκεται η κύρια μάζα των υποστηρικτών του Ερντογάν.

Το πολιτικό Ισλάμ και η «καχεκτική δημοκρατία»

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι η Τουρκία είναι συνολικά μια συντηρητική κοινωνία από την οποία δεν μπορούμε να περιμένουμε επί του παρόντος δημοκρατικά άλματα. Ως σύνολο η γειτονική χώρα είναι πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δημοκρατικής ανάπτυξης, δεκαετίες ή και γενιές ακόμα. Οι οπαδοί του Ερντογάν δεν αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία και τα δημοκρατικά δικαιώματα ως αυταξία, γι αυτό και δεν ενοχλούνται από την υποβάθμισή της τα τελευταία χρόνια. Σε αυτό το επίπεδο, η έλλειψη δημοκρατικής παιδείας του μουσουλμανικού πληθυσμού που στηρίζει τον Ερντογάν δεν επιτρέπει στην Τουρκία να ξεφύγει από την «καχεκτική δημοκρατία» που χαρακτήριζε και την προ-Ερντογάν εποχή, όπου κυριαρχούσαν οι κεμαλικοί. Ο Ερντογάν έβαλε τέλος στην κεμαλική «επιτηρούμενη δημοκρατία» του 20ού αιώνα, κατά τη διάρκεια της οποίας κάθε φορά που το βαθύ κεμαλικό κράτος δεν συμφωνούσε με την εκλεγμένη κυβέρνηση έκανε πραξικόπημα. Δημοκρατία χωρίς δημοκράτες όμως δεν γίνεται: την «επιτηρούμενη δημοκρατία» των κεμαλικών ακολούθησε η «καχεκτική δημοκρατία» των ισλαμιστών. Ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του, τον Ιούλιο του 2016, ο Ερντογάν παρουσιάστηκε ως υπέρμαχος της δημοκρατίας, αν και κατέλυε συστηματικά το κράτος δικαίου.

Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι εάν το πολιτικό Ισλάμ μπορεί να συμβαδίσει με τη δημοκρατία. Αναμφισβήτητα η Τουρκία είναι μια χώρα πρότυπο για τις άλλες μουσουλμανικές χώρες, όπου κυριαρχούν αυταρχικά καθεστώτα. Η σχέση των δύο δοκιμάζεται εξίσου στην Τυνησία, ενώ δοκιμάστηκε και στην Αίγυπτο. Όπως έχω ισχυριστεί και στο παρελθόν (https://left.gr/news/aigyptos - dimokratia – horis - dimokrates), η κυβέρνηση ανατράπηκε με πραξικόπημα, όμως αξίζει να θυμόμαστε πως «οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι ήταν δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, δεν ήταν δημοκρατική». Από την άλλη, βέβαια, πρέπει να καταστεί σαφές ότι «το πολιτικό Ισλάμ είναι το μοναδικό όχημα για να έρθει η συντηρητική πλειοψηφία στο πολιτικό παιχνίδι», αν και «φαίνεται πως θέλει να εκμεταλλευθεί και όχι να υπηρετήσει τη δημοκρατία». Αυτό ακριβώς συνιστά και το δράμα των κοσμικών δημοκρατών σε αυτές τις χώρες: αν υποστηρίξουν ανόθευτους δημοκρατικούς θεσμούς, το πολιτικό Ισλάμ, δηλαδή μάζες χωρίς δημοκρατική παιδεία, θα κυβερνούν για πολύ καιρό. Αν δεν θέλουν να κυβερνιούνται από μάζες χωρίς δημοκρατική παιδεία, τότε δεν είναι οι ίδιοι δημοκράτες. Κοντολογίς, ενώ δεν γνωρίζουμε αν το πολιτικό Ισλάμ μπορεί να συμβαδίσει με τη δημοκρατία στις χώρες του μουσουλμανικού κόσμου, πρέπει να είμαστε σίγουροι πως δεν μπορεί προς το παρόν να υπάρξει δημοκρατία χωρίς την κυριαρχία του πολιτικού Ισλάμ.

Η πολιτική σύγκρουση

Ο Ερντογάν και η συμμαχία που τον υποστηρίζει (ΑΚΡ και ΜΗΡ) προηγούνται στις δημοσκοπήσεις. Η ενωμένη αντιπολίτευση, όμως, παρουσιάζει δυναμική που μπορεί να κάνει την έκπληξη. Πού βασίζουν την προεκλογική εκστρατεία τους οι μεν και πού οι δε;

Ο Ερντογάν μπορεί να επαίρεται ότι έφερε την πολιτική σταθερότητα (σε σχέση με την αστάθεια της δεκαετίας του ’90), ενώ οι αντίπαλοί του ότι η τρομοκρατία και οι πολεμικές περιπέτειες αποσταθεροποιούν τη χώρα.

Ο μεν μιλά για την οικονομική ανόρθωση (τριπλασιάστηκε επί θητείας του το κατά κεφαλήν εισόδημα) θυμίζοντας τα νούμερα της ανάπτυξης και την καταναλωτική έκρηξη, οι δε για την υποτίμηση του νομίσματος και την έκρηξη του ιδιωτικού και δημοσίου χρέους.

Ο μεν για την εμπέδωση της δημοκρατίας σε σχέση με την εποχή των πραξικοπημάτων, οι δε για την καταβαράθρωση του κράτους δικαίου, την απόπειρα εξόντωσης των πολιτικών του αντιπάλων, τον έλεγχο της δημόσιας ζωής και πληροφόρησης, καθώς και τη νοθεία στο πρόσφατο δημοψήφισμα.

Ο μεν για την πρόσβαση που έχουν πλέον οι φτωχές μουσουλμανικές μάζες στο σύστημα υγείας και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι δε για την ιδιωτικοποίηση και των δύο σε μεγάλο βαθμό.

Ο μεν για την Τουρκία της καρδιάς του και την Τουρκία – μεγάλη δύναμη στη διεθνή σκακιέρα, οι δε για την ανερμάτιστη εξωτερική πολιτική του, το τέλος της ευρωπαϊκής προοπτικής και τη διεθνή απομόνωση της χώρας.

Ο μεν για την αναβάθμιση της θρησκείας στη ζωή της χώρας, οι δε για την απεμπόληση της κεμαλικής κληρονομιάς του κοσμικού κράτους.

Στις εκλογές αυτές συγκρούονται κυριολεκτικά δύο κόσμοι, που, όπως λένε οι δημοσκοπήσεις, δεν θέλουν ούτε να κουμπαριάζουν. Προτιμούν με άλλα λόγια την «ενδογαμία».

Η ελπίδα της αντιπολίτευσης

Βρεθήκαμε στην προεκλογική συγκέντρωση του Μουχαρέμ Ιντζέ, του υποψηφίου των κεμαλιστών, που έγινε στο Σκούταρι, περιοχή στην ασιατική πλευρά της Πόλης. Ο κόσμος δεν ξεπερνούσε τις 5.000, αλλά, όπως μας ενημέρωνε μια φίλη Τουρκάλα, η συγκέντρωση ήταν ικανοποιητική για τα δεδομένα της περιοχής. Ο Ιντζέ αργούσε και στο μεσοδιάστημα μας «ζέσταινε» ένα στέλεχος του κόμματος, που μας υπενθύμιζε συνεχώς την επικείμενη άφιξη του αρχηγού. Για τις ανάγκες της προεκλογικής εκστρατείας έχουν γραφτεί και τραγούδια που εξαίρουν τον Ιντζέ και τον ταυτίζουν με ό,τι καλό μπορεί να ισχυριστεί ένας πολιτικός για τον εαυτό του. Ένα από αυτά τα τραγούδια ήταν στο ρυθμό του γνωστού σε μας «Ω Ντιρλαντά ντιρλανταντά». Ο Ιντζέ έφτασε κάποια στιγμή και οι οπαδοί του άρχισαν να τον επευφημούν με ζέση που έχει χαθεί στην καθ’ ημάς Δύση.

Ο Ιντζέ προέρχεται από την αριστερή πτέρυγα του κεμαλικού κόμματος, είναι μορφωμένος, πνευματώδης και κουλ. Σηκώνει τα μανίκια και αρχίζει να μιλάει από την κορυφή του λεωφορείου που τον μεταφέρει σε όλες του τις ομιλίες. Είναι πιο νέος από τον Ερντογάν, λέει αστεία με τα οποία γελούν οι οπαδοί του και είναι καλός ρήτορας. Η αντιπολίτευση μοιάζει να βρήκε επιτέλους μια ηγετική φυσιογνωμία να «παίξει στα ίσα» τον Ερντογάν. Καθώς όμως βρισκόμαστε πάντα στο τουρκικό πλαίσιο πολιτικής, ο Ιντζέ είναι -και αυτός- λαϊκιστής, εθνικιστής και εκφράζει έναν -έστω και κοσμικό- κοινωνικό συντηρητισμό.

Η επανεκλογή Ερντογάν θεωρείται για πολλούς και πολλές καταστροφή και γι αυτό σύσσωμη η αντιπολίτευση θα στηρίξει τον Ιντζέ στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, αν φυσικά υπάρξει δεύτερος γύρος. Το αντι-ερντογανικό συναίσθημα και η διάθεση σύμπραξης για να φύγει ο «σουλτάνος» είναι ίσως και το μοναδικό πράγμα που έμεινε από το κίνημα του Γκεζί. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ κεμαλιστών, από τη μια, και φιλελεύθερων, αριστερών και κούρδων, από την άλλη, έχει ατονίσει, ενώ έχει υψωθεί τείχος που τους χωρίζει από το μπλοκ του Ερντογάν.

Ο ρόλος των Κούρδων

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το Καντίκιοϋ είναι το μόνο μέρος που νοιώθει καλά πλέον η πολιτικοποιημένη νεολαία. Μόνο εκεί είδαμε συγκεντρωμένους νέους και νέες ντυμένους όπως οι αντίστοιχοι Ευρωπαίοι, να κάθονται αραχτοί, να πίνουν μπύρα και να καπνίζουν. Εκεί άλλωστε παρατηρήσαμε και το μοναδικό περίπτερο του HDP, του κουρδικού κόμματος. Τα στενά στα οποία βρίσκονται τα εναλλακτικά στέκια είναι -όπως αναμενόταν- τα πιο ήσυχα της Πόλης, απαλλαγμένα από τις συνεχείς φωνασκίες και τη βουή της Πόλης. Μπήκαμε στο Πολιτιστικό Κέντρο «ΝαζίμΧικμέτ», για να συναντήσουμε ακτιβιστές. Είναι μια μεγάλη και ωραία αυλή, με δέντρα και τραπεζάκια για καφέ, ποτό και φαγητό, δίπλα ακριβώς από το βιβλιοπωλείο του Πολιτιστικού Κέντρου. Ένα μεγάλο πανώ στον τοίχο γράφει: «αυτό το σύστημα πρέπει να αλλάξει». Οι ακτιβιστές που μας περιμένουν δεν μιλούν αγγλικά, άλλωστε μόνο το 20% των νέων στην Τουρκία μιλούν μια ξένη γλώσσα. Μεταφράζει η συνοδός μας.

Η συζήτηση στρέφεται γρήγορα στη σχέση του HDPκαι του PKK, του ένοπλου κουρδικού αντάρτικου. Η γνώμη μας είναι ότι αυτή η σχέση κάνει ζημιά πλέον στο HDP και το εμποδίζει από το να συσπειρώσει ευρύτερα δημοκρατικά στρώματα της τουρκικής κοινωνίας. Η αλήθεια είναι πως τόσο ο Ερντογάν όσο και οι κεμαλικοί με ευκολία καταφέρονται εναντίον του HDP για «συνοδοιπορία με τους τρομοκράτες». Ακόμα και φίλα προσκείμενοι προοδευτικοί πολίτες κρατούν κάποια απόσταση λόγω της στρατιωτικής δράσης του PKKστις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας. Επικαλούμαστε τα παραδείγματα του αφοπλισμού της ETAστην Ισπανία, του IRAστην Ιρλανδία και του FARCστην Κολομβία, περιμένοντας τις απαντήσεις των συνομιλητών μας. Οι αιτιάσεις μας τους βρίσκουν γενικά σύμφωνους, όμως σπεύδουν να αναφέρουν ότι α) ο Ερντογάν υπήρξε αναξιόπιστος στις ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Κούρδους, β) το PKK γίνεται αντιληπτό ως ο τελικός προστάτης των Κούρδων απέναντι σε ένα εχθρικό κράτος, γ) ενώ έχει ισχυρούς δεσμούς με τον ντόπιο πληθυσμό των νοτιοανατολικών περιοχών. Είναι αλήθεια πως τόσο το PKKόσο και το HDP έπαιξαν καθοριστικό ρόλο ώστε οι Κούρδοι να ξεφύγουν από την πολιτιστική καθυστέρηση. Όμως είναι σαφές πως ο γόρδιος δεσμός μεταξύ παράνομου PKKκαι νόμιμου HDPείναι πλέον επιζήμιος, μιας και λειτουργεί ως πρόφαση για να παραμένει η ηγεσία του νόμιμου κόμματος στη φυλακή.

Παρόλα αυτά, το HDPσυσπειρώνει, πέρα από το κουρδικό κίνημα, τα πιο προοδευτικά κομμάτια της τουρκικής κοινωνίας. Σε περίπτωση που ξεπεράσει το όριο του 10% και εισέλθει στη Βουλή, ο Ερντογάν θα χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ομοίως, το HDPθα στηρίξει τον Ιντζέ για Πρόεδρο. Και τότε όλα είναι ανοιχτά. Ακόμα και νέες εκλογές. Ακόμα και εμφύλια σύρραξη, όπως φοβούνται οι συνομιλητές μας. Θέλω να πιστεύω ότι πρόκειται για μια υπερβολή. Όμως, συνυπογράφω την αιτιολογία: ο Ερντογάν δεν πρόκειται να φύγει απλά και ειρηνικά. Το πολιτικο-κοινωνικό μπλοκ που εκπροσωπεί δεν θα παραδώσει την εξουσία.

 

* Δρ. Πολιτικής Επιστήμης

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μεταπολίτευση: Ιστορική μνήμη και δημοκρατία

Η δικτατορία του 1967 ήταν η κορύφωση της δραστηριότητας του μετεμφυλιακού κράτους. Από τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ένα πραξικόπημα ήταν πάντοτε υπαρκτή επιλογή στα μυαλά των σκοτεινών μηχανισμών...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο