Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σκέψεις για το Ονόματα του Κομμουνισμού

- Και τώρα, τί να κάνουμε; Σήμερα, την απάντηση δεν μας τη δίνει ο Λένιν αλλά ο Φρόιντ. Η μελαγχολία, λέει ο Φρόιντ, είναι κακός σύμβουλος όταν το υποκείμενο προσκολλάται στο όνομα του χαμένου αντικειμένου του πόθου του.

- Ένα φάντασμα πλανιέται σήμερα πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα του φασισμού. Το «όνομα» του κομμουνισμού, αυτό καθαυτό, όπως είδαμε, δεν έχει σημασία. Αρκεί, όπως μας προτρέπει η μελέτη του συντρόφου, να κρατάμε ζωντανό το έμψυχο σώμα του.

- Ο φιλοσοφικός πόλεμος ανάμεσα στο Καλαί και το Ντόβερ συνεχίζεται με την ίδια σφοδρότητα. Απόδειξη: στο Cambridge, η Σύγκλητος αρνήθηκε να κάνει Επίτιμο Διδάκτορα τον Derrida!

 

ΤΗΣ ΤΖΙΝΑΣ ΠΟΛΙΤΗ*

Επιτρέψτε μου να υποβάλλω μια Υπεύθυνη Δήλωση:

Με την παρούσα, δηλώνω ότι δεν είμαι φιλόσοφος ούτε Φιλόσοφος των Επιστημών ούτε Πολιτικός Επιστήμων ούτε Οικονομολόγος, πόσο μάλλον ειδική του Μαρξιστικού opus. Για το λόγο αυτό, θ’ ακολουθήσω τη συμβουλή του Wittgenstein: «Whereof one cannot speak thereof should be silent» (Γι ό,τι δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, γι αυτό πρέπει να σιωπά). Έτσι, θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το πολυσύνθετο αυτό έργο του Αριστείδη Μπαλτά (Α.Μ), μέσα από το γνωστικό μου πεδίο που είναι η Ιστορία και Θεωρία της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού. Αναπόφευκτα, υπάρχουν στιγμές όπου τόσο η άγνοια όσο και η διαφορετική αυτή οπτική γωνία οδηγεί σε υποκειμενικό αντίλογο.

Η περίφημη ρήση του Derrida «il n’y a hors texte», «δεν υπάρχει εκτός κειμένου», στη δική μας θεωρία της ανάγνωσης δεν ισχύει, το «εκτός κειμένου» υπάρχει. Ονομάζεται «περικείμενο», που σημαίνει ό,τι περιβάλλει το κείμενο καθαυτό. Αρχίζω, λοιπόν, από τα hors d’oeuvre: στο εξώφυλλο του βιβλίου βλέπω μια εικόνα: εν μέσω ενός φυσικού τοπίου, ένα τείχος όπου ίσταται στοχαστικά ο φιλόσοφος. Στο βλέμμα μου, η εικόνα αυτή λειτουργεί ως συνδήλωση της σχέσης ανθρώπινου νου και φυσικού κόσμου. Η συνδήλωση αυτή αναπόφευκτα με οδηγεί στην από αιώνων θεωρητική πάλη ανάμεσα στο Καλαί και το Ντόβερ, το Ρασιοναλισμό και τον Εμπειρισμό. Μένει να διαπιστώσω αν αυτή η διαμάχη θα χαρακτηρίσει και το κείμενο.

Υπάρχει επίσης και μια διαφορετική εικόνα στο οπισθόφυλλο, όπου απουσιάζει το φυσικό τοπίο, ενώ το τείχος έχει μεταμορφωθεί σε κάτι σαν ζαρντινιέρα. Πάνω στη ζαρντινιέρα είναι γραμμένο με κεφαλαία γράμματα, ένα σύνθημα: Ο WITTGENSTEIN ΉΤΑΝ ΜΌΝΟ Η ΑΡΧΗ/ΘΕΤΙΚΙΣΤΈΣ ΚΟΥΦΑΛΕΣ ΕΠΕΤΑΙ ΣΦΑΓΗ. Συμπεραίνω, ότι η απόφανση του Αλτουσέρ «Η φιλοσοφία είναι σε τελευταία ανάλυση ταξική πάλη στο πεδίο της θεωρίας», συμπυκνώνεται σε αυτό το γκράφιτι. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία στο περικείμενο, όπως Εκδοτικός οίκος, χρονολογία, ΙΒΑΝ, selfie με βιογραφικό σημείωμα. Αν εστιάζαμε και σε αυτά, που μας παραπέμπουν στο Κεφάλαιο του βιβλίου « Η Θεμελιώδης έννοια: τρόπος παραγωγής» και «στις διαδικασίες που παράγουν αγαθά κατανάλωσης», προκειμένου να εξετάσουμε τον τρόπο και τις σχέσεις παραγωγής στις μέρες μας του καταναλωτικού προϊόντος «βιβλίο», δεν θα τελειώναμε ούτε αύριο το πρωί! Το Κεφαλαίο που ανέφερα μας βοηθά να καταλάβουμε το γιατί.

Ας εισέλθουμε τώρα στο κείμενο. Ο τίτλος του βιβλίου είναι Ονόματα του Κομμουνισμού. Η Εισαγωγή φέρει τον ίδιο τίτλο, ωστόσο με ένα ερωτηματικό. Αυτό το ερωτηματικό, ανέσυρε από τη βιβλιοθήκη μου μιαν άλλη περί ονομάτων σκηνή, στην οποία επιτρέψτε μου να αναφερθώ. Είναι από το Ρωμαίος και Ιουλιέτα του Σαίξπηρ:

Ιουλιέτα - Ω Ρωμαίο! Αρνήσου το όνομά σου... εσύ είσαι αυτός που είσαι και χωρίς το Montague... ορκίσου στην αγάπη μας, κι εγώ δεν θα είμαι πια μια Capulet. Τι είναι το Montague; Δεν είναι χέρι, δεν είναι πόδι, ούτε μπράτσο, ούτε πρόσωπο, ούτε κάποιο μέρος που ν’ ανήκει σ’ έναν άνθρωπο. Ω! Γίνε κάποιο άλλο όνομα! Τι περιέχει ένα όνομα; Εκείνο που ονομάζουμε ρόδο με κάποιο άλλο όνομα θα μύριζε εξίσου γλυκά. Όμοια και ο Ρωμαίος αν Ρωμαίος δεν λεγόταν.

Αυτή, νομίζω, είναι η ουσιαστική απάντηση που δίνει ο Α.Μ. στο ερωτηματικό και τις διχόνοιες που προκαλεί το «όνομα», οδηγώντας, όπως μας δείχνει η κοινωνική ιστορία της «ερωτικής πάλης», την ταξική πάλη και τα πάθη της ανθρώπινης ψυχής για ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα, και για το τέλος της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σε τραγωδίες. Γιατί, ως τώρα, μόνο τραγωδίες έχει να μας δείξει η Ιστορία: Αγγλική επανάσταση, Γαλλική, Ρωσική: άλλοι πάλεψαν, άλλοι νίκησαν.

Και σήμερα, όπως αναφέρει στην Εισαγωγή ο Αριστείδης, μετά την πτώση του τοίχους του Βερολίνου, την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων, την παγκοσμιοποίηση, την ελέω Καπιταλισμού απόλυτη μοναρχία των χρηματοπιστωτικών αγορών, τις προφητείες για το τέλος της Ιστορίας και των Μεγάλων αφηγημάτων, εγείρεται το ερώτημα: μήπως αυτά τα ιστορικά γεγονότα σήμαναν και το ρέκβιεμ του κομμουνισμού, οδηγώντας πολλούς κομμουνιστές και κομμουνίστριες στη λεγόμενη αριστερή μελαγχολία;

Και τώρα, τί να κάνουμε; Σήμερα, την απάντηση δεν μας τη δίνει ο Λένιν αλλά ο Φρόιντ. Η μελαγχολία, λέει ο Φρόιντ, είναι κακός σύμβουλος όταν το υποκείμενο προσκολλάται στο όνομα του χαμένου αντικειμένου του πόθου του. Εν αντιθέσει, το πένθος είναι λυτρωτικό, γιατί έρχεται κάποια στιγμή που το υποκείμενο παραδέχεται το τελεσίδικο της απώλειας, με αποτέλεσμα την επιστροφή στη δράση και τη δημιουργία μιας νέας συντροφικής σχέσης με το μετονομασμένο τώρα αντικείμενο του πόθου του. Γιατί το όνομα, όπως μας δίδαξε η Ιουλιέτα, είναι συμβατικό. Αυτή, νομίζω, είναι η έξοδος από τη μελαγχολία που μας προτείνει ο σύντροφος, παραπέμποντας εμμέσως πλην σαφώς στην περίφημη πλέον προτροπή του Σάμιουελ Μπέκετ: «Πρέπει να συνεχίσεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω».

Ας επιστρέψουμε τώρα στις «κουφάλες».

Οι «κουφάλες», γνωστές ως «Κύκλος της Βιέννης», μέλος του οποίου ήταν ο Βιτγκενστάιν, μόλις συστήθηκε, κυκλοφόρησε δύο μανιφέστα, συντάκτης των οποίων ήταν ο σοσιαλιστής, ακτιβιστής, φιλόσοφος της επιστήμης, Otto Neurath. Εκεί, μεταξύ άλλων, έγραφε πως πρέπει να μπει τέλος «στη φιλοσοφία των παρελθόντων, καταπιεστικών μορφών παραγωγής και κοινωνικής οργάνωσης» και ότι «το προλεταριάτο θα είναι ο φορέας της επιστήμης χωρίς μεταφυσική»! Η «σφαγή» των παραδοσιακών, φιλοσοφικών «ψευδοπροβλημάτων» - της μεταφυσικής, της ηθικής και της αισθητικής - είχε αρχίσει.

Τα μέσα σφαγής που χρησιμοποίησαν οι νεοθετικιστές ενάντια στη «φιλοσοφία της πολυθρόνας» ήταν η συμβολική λογική, η μεθοδολογία θεμελίωσης των «σκληρών» επιστημών, η λογική ανάλυση της γλώσσας. «Tα φιλοσοφικά προβλήματα προκύπτουν», γράφει ο Βιτγκενστάιν «όταν η γλώσσα πάει διακοπές». Ωστόσο, όπως συμβαίνει σε κάθε επανάσταση, ακολούθησε σκληρός, εμφύλιος πόλεμος ο οποίος δεν περιορίστηκε ανάμεσα στο Καλαί και Ντόβερ, αφού μια νέα υπερδύναμη είχε μπει στο παιχνίδι: η Αμερική. Ο «εμφύλιος», τον οποίο αναλύει διεξοδικά ο Α, Μπαλτάς στην Εισαγωγή και στο κεφάλαιο «Περιπέτειες του Λόγου της Επιστήμης», όπως συμβαίνει πάντοτε στις επαναστάσεις, δίχασε τις ίδιες τις νεοθετικιστικές δυνάμεις.

Έτσι, συνιστώσες που είχαν ήδη διαμορφωθεί εντός της κοινότητας, Popper, Lakatos, Kuhn, Fayerabend, άρχισαν να αποδομούν με την ίδια μεθοδικότητα το ως τότε κυρίαρχο φιλοσοφικό οικοδόμημα. Ανάμεσα σε άλλα, τη χαριστική βολή ήρθαν να δώσουν οι θεωρίες της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής μαζί με το θεώρημα του Goedel. Οι βεβαιότητες του λογικού εμπειρισμού είχαν πλέον διαψευστεί. Μη νομίζετε όμως ότι αυτό έφερε την ειρήνη, έστω την ανακωχή. Ο φιλοσοφικός πόλεμος ανάμεσα στο Καλαί και το Ντόβερ συνεχίζεται με την ίδια σφοδρότητα. Απόδειξη: στο Cambridge, η Σύγκλητος αρνήθηκε να κάνει Επίτιμο Διδάκτορα τον Derrida!

Στο κεφάλαιο «Είναι η ψυχανάλυση επιστήμη;» ο Αριστείδης αναφέρεται στην ιδεολογική ιεράρχηση των τομέων γνώσης. Στην κορυφή, τοποθετούνται «οι ‘σκληρές’ επιστήμες, οι αντρίκιες επιστήμες, οι γνήσιες επιστήμες. Οι δεύτερες, είναι οι ‘μαλακές’ επιστήμες, εκείνες που πρέπει να υποχωρήσουν στην πίεση, εκείνες που δεν παρέχουν καμία σίγουρη λαβή στη γνώση». Διαβάζοντας αυτά, κατάλαβα γιατί ο Αλτουσέρ ονόμασε τον Ιστορικό Υλισμό «επιστημονική ήπειρο» και γιατί ο Αριστείδης καταλήγει στο συμπέρασμα πως «ο Ιστορικός Υλισμός μπορεί να σταθεί με πλήρη επιστημολογική αξιοπρέπεια δίπλα στις φυσικές επιστήμες» (31). Εδώ, θα ήθελα να εκφράσω τις επιφυλάξεις μου σε ότι αφορά αυτό το συμπέρασμα.

Θεωρώ ότι η αξιολόγηση του Ιστορικού Υλισμού στη βάση των «σκληρών επιστημών», τη φυσική και μαθηματικά, είναι κατά κάποιο τρόπο ενδοτική. Γιατί, αν υποταχτούμε στην ομοφοβική, αστική μεταφορά, που προβάλλει το βιολογικό φύλο ως μέσο αξιολόγησης των γνωστικών αντικειμένων, πολύ φοβάμαι πως παίζουμε το παιχνίδι της. Οι μη θετικές επιστήμες, δεν είναι του πατρός τους, δεν είναι του ανδρός τους, είναι του εαυτού τους. Τρανς με το ζόρι δεν μπορεί να γίνουν! Γιατί, σε αντίθεση με ορισμένους νόμους της φυσικής και των μαθηματικών, η «επιστημονική ήπειρος» του Αλτουσέρ και η «σκοτεινή ήπειρος» του Φρόιντ, όπως άλλωστε επισημαίνει και ο Α. Μπαλτάς στο κεφάλαιο «Φυσικός και Ιστορικός Χρόνος» εμπλέκονται στο προτσές και την ενδεχομενικότητα του ιστορικού χρόνου. Συνακόλουθα, παραμένουν εσαεί ανοιχτές σε αναθεώρηση και αμφισβήτηση. Ο φεμινισμός το απέδειξε και ο Μαρξ δήλωσε ότι δεν είναι μαρξιστής.

Η παραπάνω επισήμανση δεν διαφωνεί με τη διαπίστωση και τις ιδεολογικές και πρακτικές επιπτώσεις που αφορούν στις αντιτιθέμενες δύο κουλτούρες. Απλά θέλησε να θέσει το ερώτημα μήπως ο τρόπος δικαίωσης ορισμένων τομέων γνώσης δεν είναι πειστικός και πρέπει να τον ξανασκεφτούμε. Ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα στα πανεπιστήμια, πού γίνονται οι «περικοπές» κονδυλίων, ποιά τμήματα κλείνουν και πού κατευθύνεται η χρηματοδότηση της έρευνας, ιδιαίτερα στα αγγλοσαξονικά πανεπιστήμια.

Το κεφάλαιο «Περιπέτειες του Λόγου περί Επιστήμης» στάθηκε σημαντικό για μένα, δεδομένου ότι o Αριστείδης αναφέρεται στη σχολή του Εδιμβούργου και τη θεωρία ότι οι γνωσιακές διαστάσεις της επιστήμης αποτελούν απλώς κοινωνική κατασκευή και επομένως είναι απολύτως εξαρτημένες από παράγοντες όπως συμβάσεις, παραδόσεις, συμφέροντα, συσχετισμούς δυνάμεων και γόητρο. Η θέση αυτή παρουσιάζει ομοιότητες με τη θεωρία της πρόσληψης του R. Jauss, σύμφωνα με την οποία η κατανόηση, ερμηνεία, αποδοχή ή απόρριψη ενός νέου ερμηνευτικού συστήματος ή μιας αναθεώρησης του λογοτεχνικού κανόνα, ακόμα και ενός κειμένου, εξαρτάται από τις πολιτισμικές προσλαμβάνουσες μιας κοινότητας και από αυτό που ο Jauss ονομάζει «ορίζοντα προσδοκιών».

Η διαμάχη λοιπόν που προανέφερα, ανάμεσα στον Καλαί και το Ντόβερ, εντάθηκε όταν ο Αλτουσέρ, πυξίδα θα έλεγα στο φιλοσοφικό αφήγημα του Αριστείδη, έκανε την εμφάνισή του στην άλλη όχθη της Μάγχης. Εξ αιτίας του, η από αιώνων φιλοσοφική πάλη ανάμεσα στο Ρασιοναλισμό και τον Εμπειρισμό, καθώς και εκείνη της αναγκαιότητας ή μη της Ιστορίας ως μέσου κατανόησης και ερμηνείας του μαρξιστικού έργου, ξαναφούντωσε.

Έτσι, με την άφιξη του Αλτουσέρ στο Ντόβερ, οι Άγγλοι μαρξιστές και οι μαρξίστριες οδηγήθηκαν όχι μόνο σε φαρμακερές διενέξεις με τους «απέναντι», αλλά και σε ευφάνταστες οσμώσεις, ακόμα και σε αναθεωρητικές αναταράξεις και διασπάσεις στο σχεδόν ανύπαρκτο, ορθόδοξο ως τότε κομμουνιστικό κόμμα της Αγγλίας - όπως φαίνεται από το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο ενός νέου, ρεβιζιονιστικού περιοδικού που εξέδωσε το ΚΚΑ: το Red Letters. Στο εξώφυλλο, τα ονόματα Μarx, Althusser, Jacobson, Plekhanov, Gramsci. Στο οπισθόφυλλο, ανακοίνωση του περιοδικού Marxism today και της Ομάδας Κοινωνιολογίας του ΚΚΑ για συνέδριο με θέμα «Τάξη και Ταξική Δομή». Μεταξύ των ομιλητών συμπεριλαμβάνεται και ο Νίκος Πουλαντζάς.

Δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα άρχισαν τότε να συγκρούονται σκληρά πάνω στη θεωρία και φιλοσοφία της γλώσσας: από τη μια εκείνο του στρουκτουραλιστή Saussure, από την άλλη, εκείνο του μαρξιστή Volosinov. Ένας αγωνιστικός, μαρξιστικός φεμινισμός στο Ντόβερ, ενώ στο Καλαί -με μοναδική εξαίρεση την Christine Delphy- ο αταξικός φεμινισμός της Julia Kristeva και της Luce Irigaray

Τη «θεωρητική πάλη» ενάντια στην κυριαρχία του Αλτουσέρ, εγκαινίασε το 1972 ο Άγγλος μαρξιστής φιλόσοφος John Lewis με το άρθρο του «The Althusser case» (Η περίπτωση Αλτουσέρ). Αφορμή έδωσαν οι θέσεις του Αλτουσέρ, σύμφωνα με τις οποίες, μετά την «επιστημολογική τομή» στο έργο του Μαρξ, στο ώριμό έργο του η Ιστορία πλέον βάδιζε το δρόμο της χωρίς «υποκείμενο». Η θέση αυτή συνεπαγόταν ότι ο Μαρξ απέρριπτε την ιδεολογία του Ουμανισμού.

Ο Αλτουσέρ απάντησε με ένα μακροσκελές, δηλητηριώδες δοκίμιο: «Reply to John Lewis (Self-Criticism)» (Απάντηση στον Τζον Λιούις (αυτοκριτική). Την επίθεση συνέχισε ο Άγγλος μαρξιστής ιστορικός Edward Thompson. Έχοντας υπόψη του το κείμενο του Μαρξ Η Φτώχεια της Φιλοσοφίας, όπου αποστομώνει τον Προυντόν, ο Thompson τιτλοφόρησε το δικό του: The Poverty of Theory or An Orrery of Errors (Η Φτώχεια της Θεωρίας ή ένα Πλανητάριο Πλανών). Ο Thompson εισέπραξε μιαν ανάλογη απάντηση από τους προσήλυτους στο «κίνημα Αλτουσέρ» Άγγλους μαρξιστές, P.Anderson και Τ. Nairn!

Ήταν η εποχή όπου κυριαρχούσε ο Δομισμός και η έννοια της συγχρονίας ενάντια σε εκείνη της διαχρονίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλοί μελετητές του μαρξιστικού έργου να αναφέρονται ελάχιστα στη συμβολή του Ένγκελς. Γνωρίζουμε ότι σχετικά με τον Ιστορικό Υλισμό περισσότερα μαθαίνουμε από τον Ένγκελς παρά από το Μαρξ. Το 1890, ο Ένγκελς γράφει στον Conrad Schmidt: «Η ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορίας προσφέρεται σε πολλούς σήμερα ως δικαιολογία για να μην μελετούν την ιστορία». Και στον Γιόσεφ Μπλοχ: «Σύμφωνα με την Υλιστική σύλληψη της ιστορίας, σε τελευταία ανάλυση το καθοριστικό στοιχείο είναι η αναπαραγωγή της πραγματικής ζωής... Φτιάχνουμε την ιστορία μας εμείς οι ίδιοι». Αυτό υποστήριζε και ο Βίκο, στον οποίο ο Μαρξ αναφέρεται με σεβασμό.

Η Ιστορία λοιπόν έχει υποκείμενο και γι αυτό μιλάει ο Ένγκελς στο μνημειώδες έργο του Οι Συνθήκες ζωής της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία. Το ίδιο και ο Ε.Thompson, στο The Making of the Working Class in England (Η ποίηση (ποιώ) της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία). Μια μελέτη, η οποία δικαιώνει νομίζω τη θέση της Ρόζας Λούξενμπουργκ ότι η επανάσταση ξεκινάει με την αυτό-οργάνωση της εργατικής τάξης «από τα κάτω» και όχι υπό την καθοδήγηση του κόμματος, όπως υποστήριζε ο Λένιν.

Από τα παραπάνω γίνεται νομίζω φανερό ποια «όχθη» κατευθύνει την ανάγνωσή μου. Θα ήταν υποκριτικό, αν την κάλυπτα. Όπως δήλωσα από την αρχή, τα γνωστικά μέσα που διαθέτω για μια ουσιαστική παρουσίαση του φιλοσοφικού αυτού βιβλίου είναι πράγματι πενιχρά και ότι η ανάγνωση μου βασίζεται αποκλειστικά στο γνωστικό μου πεδίο.

Φτάνοντας προς το τέλος, θα ήθελα να πω λίγα λόγια για το ύφος της γραφής. Η ρητορική του κειμένου, σε αντίθεση με εκείνη μιας ναρκισσιστικής, μιμητικής ελίτ που κυριαρχεί στις μέρες μας, είναι απαλλαγμένη από κάθε αυταρέσκεια. Το ύφος είναι δημοκρατικό, αφού ο λόγος απευθύνεται τόσο στο μυημένο όσο και στο φιλομαθές κοινό. Η γκάμα του εκτίνεται από τη λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ, ως την έκφραση συγκρατημένου πάθους. Συνοπτική και συνάμα κοφτερή είναι η αποδόμηση μορφών της κυρίαρχης σήμερα τεχνοκρατικής πρακτικής και ιδεολογίας. Και, βέβαια, όντας γνήσιος αριστερός, το ύφος του Μπαλτά δεν ενδίδει ούτε στιγμή στην «φιλοσοφική μελαγχολία».

Η πρόσληψη του μαρξιστικού έργου έχει μια μακρά ιστορία. Στην πρόσληψη αυτή έρχεται τώρα να προστεθεί και το Ονόματα του Κομμουνισμού. Ένα κείμενο επίκαιρο όσο ποτέ γιατί, σε μια εποχή όπου η Ευρώπη έχει πετάξει στη χωματερή όλο το πολύτιμο συμβολικό της «κεφάλαιο», η μελέτη αυτή έρχεται να διασώσει ό,τι μπορεί και να μας δείξει το δρόμο συνέχισης της θεωρητικής, ιδεολογικής αυτής πάλης.

Ένα φάντασμα πλανιέται σήμερα πάνω από την Ευρώπη: το φάντασμα του φασισμού. Το «όνομα» του κομμουνισμού, αυτό καθαυτό, όπως είδαμε, δεν έχει σημασία. Αρκεί, όπως μας προτρέπει η μελέτη του συντρόφου, να κρατάμε ζωντανό το έμψυχο σώμα του.

 

* Ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το κάρο της Ν.Δ. έχει κολλήσει στη λάσπη

Όσο μπαίνουμε στο φθινόπωρο, τόσο ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τις 21 Αυγούστου και τη λήξη των προγραμμάτων. Η κυβέρνηση προχωράει στην υλοποίηση των εξαγγελιών της ξεκινώντας...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο