Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Μάης του 1968*

Αυτό που κρίνει ένα επαναστατικό κίνημα δεν είναι η προθυμία του να στήνει οδοφράγματα με την πρώτη ευκαιρία, αλλά η ετοιμότητά του να αναγνωρίζει το πότε παύουν να λειτουργούν οι...

Του Eric Hobsbawm

Αυτό που κρίνει ένα επαναστατικό κίνημα δεν είναι η προθυμία του να στήνει οδοφράγματα με την πρώτη ευκαιρία, αλλά η ετοιμότητά του να αναγνωρίζει το πότε παύουν να λειτουργούν οι «κανονικές» πολιτικές συνθήκες, και να προσαρμόζει αναλόγως τη συμπεριφορά του.

 

Αν δεν υπάρχουν βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες που να είναι έτοιμες, με μια σχετικά ελαφρά ώθηση, να βγουν στην επιφάνεια, δεν μπορούν να υπάρξουν μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις.

Ανάμεσα στα τόσα πολλά αναπάντεχα γεγονότα του τέλους της δεκαετίας του 1960 -μια πραγματικά πολύ κακή εποχή για προφήτες- το κίνημα του Μάη του 1968 στη Γαλλία ήταν προφανώς αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη έκπληξη, ίσως όμως και, μεταξύ των αριστερών διανοουμένων, τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό. Φαινόταν να αποδεικνύει κάτι που σχεδόν κανένας ριζοσπάστης που είχε περάσει τα είκοσι πέντε, συμπεριλαμβανομένων του Μάο Τσε Τουνγκ και του Φιντέλ Κάστρο, δεν πίστευε∙ δηλαδή ότι ήταν δυνατή μια επανάσταση μέσα σε συνθήκες ειρήνης, ευημερίας και φαινομενικής πολιτικής σταθερότητας.

Η επανάσταση δεν πέτυχε και, όπως θα δούμε, είναι συζητήσιμο εάν είχε πιθανότητες επιτυχίας. Ωστόσο, το πιο υπεροπτικό και σίγουρο για τον εαυτό του πολιτικό καθεστώς βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Κι αυτό έγινε χάρη σε ένα κίνημα από τα κάτω, δίχως τη βοήθεια κανενός από το εσωτερικό της δομής της εξουσίας. Και ήταν οι φοιτητές αυτοί που ξεκίνησαν, ενέπνευσαν και στις κρίσιμες στιγμές αντιπροσώπευσαν αυτό το κίνημα.

Ίσως κανένα άλλο επαναστατικό κίνημα στην Ιστορία δεν περιελάμβανε στους κόλπους του τόσο μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που διάβαζαν και έγραφαν βιβλία και δεν είναι επομένως περίεργο που η γαλλική εκδοτική βιομηχανία έσπευσε να καλύψει μια φαινομενικά αστείρευτη ζήτηση. Στα τέλη του 1968 είχαν κυκλοφορήσει τουλάχιστον 52 βιβλία σχετικά με τα γεγονότα του Μάη και η ροή συνεχίζεται. Όλα τους βέβαια είναι βιαστικές δουλειές, μερικά δεν είναι παρά σύντομα κείμενα παραγεμισμένα με αναδημοσιεύσεις παλιών κειμένων, συνεντεύξεις, απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες κ.ο.κ.

[...]

Παρόλα αυτά, αν ο Μάης του 1968 ήταν μια επανάσταση που λίγο έλειψε να ρίξει τον Ντε Γκωλ, αξίζει να αναλύσουμε τη συγκυρία που επέτρεψε σε αυτό που λίγες εβδομάδες νωρίτερα ήταν μια συλλογή εριστικών φοιτητικών σεχτών να το επιχειρήσει. Το ίδιο πρέπει να αναλυθούν και οι λόγοι της αποτυχίας αυτών των σεχτών. Είναι λοιπόν χρήσιμο να αφήσουμε κατά μέρος τη φύση και την πρωτοτυπία των επαναστατικών δυνάμεων και να επιχειρήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το λιγότερο συναρπαστικό ζήτημα της αρχικής τους επιτυχίας και της σχετικά γρήγορης αποτυχίας τους.

Υπήρξαν, καθώς φαίνεται, δυο φάσεις στην κινητοποίηση των επαναστατικών δυνάμεων, που και οι δυο ήταν εντελώς απρόσμενες για την κυβέρνηση, για την επίσημη αντιπολίτευση, ακόμα και για την ανεπίσημη αλλά αναγνωρισμένη των σημαντικών αριστερών διανοούμενων του Παρισιού. [...]

Στην πρώτη φάση, χοντρικά μεταξύ 3 και 11 Μαΐου, κινητοποιήθηκαν οι φοιτητές. Χάρη στην απερισκεψία, την αυταρέσκεια και τη βλακεία της κυβέρνησης ένα κίνημα ακτιβιστών σε ένα πανεπιστημιακό campus των προαστίων μεταμορφώθηκε σε ένα μαζικό κίνημα που αγκάλιασε όλους σχεδόν τους φοιτητές του Παρισιού και κέρδισε μια ευρεία δημόσια υποστήριξη -στη φάση αυτή το 61% των Παριζιάνων ήταν υπέρ των φοιτητών και μόνο το 16% ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι- και ακολούθως σε ένα είδος συμβολικής εξέγερσης στο Καρτιέ Λατέν.

Μπροστά σ’ αυτή την εξέλιξη η κυβέρνηση υποχώρησε επιτρέποντας στο κίνημα να εξαπλωθεί στις επαρχίες και, κυρίως, στους εργάτες.

Η δεύτερη φάση της κινητοποίησης, από τις 14 μέχρι τις 27 Μαΐου, στην ουσία συνίστατο στην εξάπλωση μιας γενικής απεργίας, της μεγαλύτερης στην ιστορία της Γαλλίας και ίσως οποιασδήποτε άλλης χώρας, και κορυφώθηκε με την απόρριψη εκ μέρους των απεργών της συμφωνίας που διαπραγματεύτηκε, στο όνομά τους, με την κυβέρνηση η επίσημη συνδικαλιστική ηγεσία. Στη διάρκεια αυτής της φάσης, μέχρι τις 29 Μαΐου, το λαϊκό κίνημα είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων: η κυβέρνηση, που είχε καταληφθεί εξ απίνης και είχε ξεκινήσει στραβά, δεν μπορούσε να αντιδράσει και έχανε το ηθικό της. [...] Η κατάσταση άρχισε να μεταβάλλεται ραγδαία όταν ο Ντε Γκωλ ανέλαβε επιτέλους δράση στις 29 Μαΐου.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι ότι μόνο στη δεύτερη φάση δημιουργήθηκαν επαναστατικές δυνατότητες (ή για να το θέσουμε διαφορετικά, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναλάβει ανεπαναστατική δράση). Από μόνο του το φοιτητικό κίνημα αποτελούσε μια ενόχληση, αλλά όχι σοβαρό πολιτικό κίνδυνο. [...]

Παραδόξως η ίδια ακριβώς μικρή σημασία του φοιτητικού κινήματος το κατέστησε έναν αποτελεσματικό πυροδότη της κινητοποίησης των εργατών. Αφού το είχε υποτιμήσει και παραμελήσει, η κυβέρνηση προσπάθησε να το διαλύσει διά της βίας. Όταν οι φοιτητές αρνήθηκαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, οι μοναδικές επιλογές που είχε η κυβέρνηση ήταν ή να τους χτυπήσει ή μια ταπεινωτική υποχώρηση. Ήταν όμως δυνατόν να ανοίξει πυρ εναντίον τους; [...]

Η κινητοποίηση των εργατών δημιουργούσε, από την άλλη, κινδύνους για το καθεστώς, γι’ αυτό και ο Ντε Γκωλ ήταν τελικά έτοιμος να χρησιμοποιήσει το ύστατο όπλο του, τον εμφύλιο πόλεμο, απευθυνόμενος στον στρατό. Όχι γιατί μια ένοπλη στάση αποτελούσε στα σοβαρά στόχο κανενός, αφού ούτε οι φοιτητές, που ίσως να την ήθελαν, ούτε οι εργάτες, που σίγουρα δεν την επιζητούσαν, σκέφτονταν ή λειτουργούσαν με τέτοιους πολιτικούς όρους, αλλά γιατί οι εντεινόμενοι τριγμοί της κυβερνητικής εξουσίας άφηναν ένα κενό και η μοναδική υλοποιήσιμη εναλλακτική κυβέρνηση ήταν ένα λαϊκό μέτωπο όπου αναπόφευκτα θα κυριαρχούσε το Κ.Κ.

Οι επαναστατημένοι φοιτητές μάλλον δεν το θεωρούσαν αυτό ως κάποια ιδιαίτερα σημαντική πολιτική αλλαγή, ενώ οι περισσότεροι Γάλλοι σίγουρα θα το αποδέχονταν περισσότερο ή λιγότερο πρόθυμα. [...] Το λαϊκό μέτωπο δεν ήταν έτοιμο να καταλάβει το κενό που άφηνε η αποσύνθεση του γκωλισμού. Οι μη κομμουνιστές κωλυσιεργούσαν, αφού η κρίση αποδείκνυε ότι δεν αντιπροσώπευαν παρά μόνο λίγους πολιτικούς, ενώ το Κ.Κ., ελέγχοντας την ισχυρότερη συνδικαλιστική ομοσπονδία, αποτελούσε προς το παρόν τη μοναδική πραγματικά σημαντική δύναμη μέσα στον κόσμο και επομένως θα κυριαρχούσε αναπόφευκτα σε μια νέα κυβέρνηση. [...]

Ο Ντε Γκωλ, ένας λαμπρός πολιτικός νους, αντιλήφθηκε τόσο τη στιγμή που οι αντίπαλοί του έχασαν την κατάλληλη ευκαιρία όσο και την ευκαιρία που του δινόταν να επανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Με το φάσμα ενός επικείμενου λαϊκού μετώπου υπό κομμουνιστική ηγεσία ένα συντηρητικό καθεστώς μπορούσε επιτέλους να παίζει το δυνατό του χαρτί: τον φόβο της επανάστασης. Από τακτική άποψη, ο Ντε Γκωλ έδωσε μια εξαιρετική παράσταση. Δεν χρειάστηκε καν να ανοίξει πυρ. Πράγματι, μια από τις πιο αξιοπερίεργες όψεις ολόκληρης της κρίσης του Μάη ήταν ότι η αναμέτρηση ισχύος παρέμεινε καθ’ όλη τη διάρκειά της σε συμβολικό επίπεδο, κάτι σαν τα γυμνάσια των παροιμιωδών αρχαίων Κινέζων στρατηγών. [...]

Αυτό που κρίνει ένα επαναστατικό κίνημα δεν είναι η προθυμία του να στήνει οδοφράγματα με την πρώτη ευκαιρία, αλλά η ετοιμότητά του να αναγνωρίζει πότε παύουν να λειτουργούν οι «κανονικές» πολιτικές συνθήκες και να προσαρμόζει αναλόγως τη συμπεριφορά του. Το Γαλλικό Κ.Κ. απέτυχε και στα δύο και κατά συνέπεια απέτυχε όχι μόνο να ανατρέψει τον καπιταλισμό (πράγμα που δεν ήθελε ποτέ), αλλά και να εγκαθιδρύσει το Λαϊκό Μέτωπο (πράγμα που σίγουρα ήθελε).

Όπως παρατηρεί σαρκαστικά ο Touraine, η πραγματική του αποτυχία δεν ήταν ως επαναστατικού, αλλά ως ρεφορμιστικού κόμματος. Διαρκώς συρόταν πίσω από τις μάζες, αρνούμενο να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του φοιτητικού κινήματος μέχρις ότου τα οδοφράγματα είχαν στηθεί, αρνούμενο να αντιληφθεί την ετοιμότητα των εργατών για μια γενική απεργία διαρκείας μέχρις ότου οι αυθόρμητες καταλήψεις των εργοστασίων έσυραν και τους συνδικαλιστές ηγέτες, ενώ βρέθηκε προ εκπλήξεως για μια ακόμα φορά όταν οι εργάτες απέρριψαν τους όρους λήξης της απεργίας. [...]

Οι δυνατότητες ανατροπής του καθεστώτος ήταν περιορισμένες, όχι μόνο εξαιτίας της αποτυχίας των κομμουνιστών, αλλά και εξαιτίας του χαρακτήρα του κινήματος. Το ίδιο το κίνημα δεν είχε πολιτικούς σκοπούς, αν και χρησιμοποιούσε πολιτική φρασεολογία. Αν δεν υπάρχουν βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες που να είναι έτοιμες, με μια σχετικά ελαφρά ώθηση, να βγουν στην επιφάνεια, δεν μπορούν να υπάρξουν μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις. Αν όμως δεν υπάρχει και μια ορισμένη εστίαση σε συγκεκριμένους στόχους, όσο περιφερειακοί και να είναι αυτοί ως προς τον κύριο στόχο, η δύναμη τέτοιων επαναστατικών ενεργειών διασκορπίζεται.

Μια δεδομένη πολιτική και οικονομική κρίση, μια δεδομένη πολιτική συγκυρία μπορεί να προσφέρει αυτομάτως τέτοιους εχθρούς και στόχους: ένας πόλεμος που πρέπει να σταματήσει, ένας ξένος κατακτητής που πρέπει να εκδιωχθεί, μια ρωγμή στο πολιτικό σύστημα που θα επιβάλει συγκεκριμένες επιλογές, όπως το αν θα υποστηριχθεί η ισπανική κυβέρνηση του 1936 απέναντι στη στάση των στρατηγών.

Η κατάσταση όμως στη Γαλλία του 1968 δεν πρόσφερε αυτομάτως τέτοιους στόχους [...] Το λαϊκό κίνημα ήταν επομένως είτε υπο-πολιτικό είτε αντι-πολιτικό. Στη μακρά διάρκεια αυτό δεν μειώνει την ιστορική του σημασία ή επιρροή. Στη βραχεία διάρκεια όμως στάθηκε μοιραίο. [...] Δεν απέδειξε πως οι επαναστάσεις μπορούν να κινήσουν στις σημερινές δυτικές χώρες, αλλά μόνον ότι μπορούν να ξεσπάσουν. [...]

Η επιχειρηματολογία του Touraine είναι επεξεργασμένη και σύνθετη, μπορούμε όμως να ξεχωρίσουμε λίγα σημεία. Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μια «μεγάλη μεταμόρφωση» από την παλιά μπουρζουαζία σε μια νέα τεχνοκρατική κοινωνία κι αυτό, όπως αποδεικνύει το κίνημα του Μάη, δημιουργεί συγκρούσεις όχι μόνο στο περιθώριό της αλλά και στο κέντρο της.

Η διαχωριστική γραμμή «ταξικής πάλης» που αποκαλύπτεται κόβει στη μέση τις «μεσαίες τάξεις», χωρίζοντάς τις σε τεχνο-γραφειοκρατικές» από τη μια και σε «επαγγελματίες» από την άλλη. Οι τελευταίοι, αν και με καμία έννοια δεν είναι θύματα καταπίεσης, αντιπροσωπεύουν μέσα στη σύγχρονη τεχνολογική οικονομία κάτι σαν την ελίτ της ειδικευμένης εργασίας στην παλαιότερη βιομηχανική εποχή και για ανάλογους λόγους αποκρυσταλλώνουν τη νέα φάση της ταξικής συνείδησης:

«Ο βασικός παράγοντας στο κίνημα του Μάη δεν ήταν η εργατική τάξη, αλλά το σύνολο αυτών που μπορούμε να ονομάσουμε επαγγελματίες [...] και μεταξύ αυτών οι πιο δραστήριοι ήταν εκείνοι που είναι πιο ανεξάρτητοι από τις μεγάλες οργανώσεις για τις οποίες άμεσα ή έμμεσα δούλευαν: φοιτητές, άνθρωποι του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης, τεχνικοί σε γραφεία σχεδιασμού, εργαζόμενοι στην έρευνα, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, καθηγητές κ.λπ.»1.

Αυτοί, και όχι οι συλλογικότητες της παλαιάς εργατικής τάξης, των ανθρακωρύχων, των λιμενεργατών, των σιδηροδρομικών, ήταν που έδωσαν στη γενική απεργία τον συγκεκριμένο χαρακτήρα της. Ο πυρήνας βρίσκεται στους νέους βιομηχανικούς κλάδους: το σύμπλεγμα αυτοκινητοβιομηχανίας - ηλεκτρονικών - χημικών. Σύμφωνα με τον Touraine, λοιπόν, αναδύεται ένα νέο κοινωνικό κίνημα προσαρμοσμένο στη νέα οικονομία, ένα κίνημα όμως παράδοξα αντιφατικό.

Από μια άποψη πρόκειται για μια πρωτόγονη εξέγερση ανθρώπων που στηρίζονται πάνω σε παλαιές εμπειρίες για να αντιμετωπίσουν μια νέα κατάσταση. Μπορεί να οδηγήσει και σε μια αναβίωση μορφών οργανωμένης πάλης ή, μεταξύ των νέων στρατολογιών του κοινωνικού κινήματος που δεν έχουν ανάλογες εμπειρίες, σε κάτι αντίστοιχο με τα λαϊκιστικά κινήματα στις υπανάπτυκτες χώρες ή, ακριβέστερα, με το εργατικό κίνημα των αρχών του 19ου αιώνα. Ένα τέτοιο κίνημα είναι σημαντικό, όχι για τη μάχη που δίνει αυτή τη στιγμή πάνω σε παλαιές πολιτικές γραμμές, αλλά γι’ αυτό που δείχνει για το μέλλον: για το όραμά του και όχι για τα αναγκαστικά ισχνά επιτεύγματά του. Γιατί η δύναμη του οράματος, ο «ουτοπικός κομμουνισμός» που δημιούργησε το 1968, όπως οι νεαροί προλετάριοι είχαν δημιουργήσει πριν το 1848, βασίζεται στην πρακτική του αδυναμία.

Από την άλλη αυτό το κοινωνικό κίνημα περιέχει ή σημαίνει και μια σύγχρονη μορφή μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, μια δύναμη που μπορεί να βοηθήσει στην αλλαγή των αποσκληρημένων και απηρχαιωμένων δομών της κοινωνίας -του εκπαιδευτικού συστήματος, των βιομηχανικών σχέσεων, της διαχείρισης, της διακυβέρνησης. Εδώ βρίσκονται τα πραγματικά διλήμματα των επαναστατών.

Ήταν αυτό το νέο κοινωνικό κίνημα του Μάη «επαναστατικό» (πέρα από τη διατύπωση μιας «επαναστατικής» «αντι-ουτοπίας» ή ενός ελευθεριακού κομμουνισμού απέναντι στην «κυρίαρχη ουτοπία» των ακαδημαϊκών κοινωνιολόγων και πολιτικών επιστημόνων);

O Touraine υποστηρίζει ότι στη Γαλλία το νέο κίνημα παρήγαγε μια αυθεντική επαναστατική κρίση, αν και μια κρίση που δεν μπορούσε να οδηγήσει σε επανάσταση, επειδή, για ιστορικούς λόγους, συνδύαζε ταξική πάλη, πολιτική και ένα είδος «πολιτιστικής επανάστασης» εναντίον κάθε μορφής χειραγώγησης και ενσωμάτωσης της ατομικής συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνικό κίνημα σήμερα που να μη συνδυάζει αυτά τα τρία στοιχεία, λόγω της «προοδευτικής εξάλειψης του διαχωρισμού μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών». Ταυτόχρονα όμως καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η εστίαση της πάλης και η ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών δράσης, όπως κομμάτων μπολσεβίκικου τύπου.

Στις ΗΠΑ αντίθετα -ίσως λόγω της απουσίας κρατικού συγκεντρωτισμού ή μιας παράδοσης προλεταριακής επανάστασης- δεν υπήρξε τέτοιος συνδυασμός δυνάμεων. Τα φαινόμενα πολιτιστικής εξέγερσης, τα οποία περισσότερο αποτελούν συμπτώματα παρά μπορούν να φέρουν αποτελέσματα, είναι τα πιο ορατά. «Ενώ στη Γαλλία», γράφει ο Touraine, «η κοινωνική πάλη βρέθηκε στο επίκεντρο του κινήματος και η πολιτιστική εξέγερση αποτελούσε, θα έλεγε σχεδόν κανείς, ένα υποπροϊόν μιας κρίσης κοινωνικής αλλαγής, στις ΗΠΑ η πολιτιστική εξέγερση βρίσκεται στο κέντρο». Κι αυτό είναι σύμπτωμα μιας αδυναμίας.

Ο στόχος του Touraine δεν είναι τόσο να διατυπώσει κρίσεις ή προφητείες -και στον βαθμό που το κάνει θα δεχτεί κριτική- όσο το να αποδείξει ότι το κίνημα του Μάη δεν ήταν ούτε ένα επεισόδιο ούτε μια απλή συνέχεια παλαιότερων κοινωνικών κινημάτων. Το κίνημα έδειξε ότι αρχίζει, ή έχει αρχίσει, «μια νέα περίοδος στην κοινωνική ιστορία» και ότι η ανάλυση του χαρακτήρα της δεν μπορεί να γίνει μέσα από τον λόγο των ίδιων των επαναστατών του Μάη. Είναι πολύ πιθανό να έχει δίκιο και στα δύο.

 

*Αποσπάσματα από το βιβλίο: Eric Hobsbawm (2001), Ξεχωριστοί άνθρωποι, Θεμέλιο: Αθήνα, σελ. 292- 303.

1 Alain Touraine (1968), Le mouvement de Mai ou le communismeutopique

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το κάρο της Ν.Δ. έχει κολλήσει στη λάσπη

Όσο μπαίνουμε στο φθινόπωρο, τόσο ξεκαθαρίζει το πολιτικό τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τις 21 Αυγούστου και τη λήξη των προγραμμάτων. Η κυβέρνηση προχωράει στην υλοποίηση των εξαγγελιών της ξεκινώντας...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο