Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το δικαίωμα στον αθλητισμό και οι διαμάχες για την ηγεμονία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου

- Σε αυτό το δημόσιο διάλογο ανακαλούνται με απλουστευτικό τρόπο πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί στο εξωτερικό δίνοντας επιλεκτικά έμφαση στις κατασταλτικές παρεμβάσεις υποβαθμίζοντας τα μέτρα πρόληψης και κοινωνικών παρεμβάσεων που έχουν ληφθεί.

Του Γιάννη Ζαϊμάκη*

Η κατάσταση ανομίας, διαφθοράς, συμβολικής βίας και οπαδικής αντιπαλότητας είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο στο ελληνικό ποδόσφαιρο που έχει ενισχυθεί μετά τη θέσπιση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου (1979) και τη συνακόλουθη είσοδο στο πεδίο επιχειρηματικών λόμπι και επενδυτικών κεφαλαίων. Εφεξής, οι μηχανισμοί αυτορρύθμισης ενός αθλήματος με ενδογενή αντιπαλότητα υποχώρησαν και το «παιχνίδι του λαού» μετατράπηκε σε ένα πεδίο όπου επενδυτές και μέτοχοι διεκδικούν την αγωνιστική ηγεμονία του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και οικονομικά συμφέροντα διαπλέκονται με το πολιτικό σύστημα και τις στρατηγικές των ΜΜΕ. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα κρούσματα διαφθοράς, βίας και ευνοιοκρατίας είναι συνηθισμένα, αλλά, η συζήτηση για τα μέτρα αντιμετώπισης τους φουντώνει κάθε φορά που ένα λιγότερο ή περισσότερο ακραίο περιστατικό έρχεται να διαταράξει την πρόσκαιρη νηνεμία του χώρου. Συνήθως, οι αντιδράσεις των ΜΜΕ και των «ειδικών» διαμορφώνουν ένα κλίμα ηθικού πανικού και συνοδεύονται από εκκλήσεις για τη λήψη αυστηρότερων μέτρων. Σε αυτό το δημόσιο διάλογο ανακαλούνται με απλουστευτικό τρόπο πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί στο εξωτερικό δίνοντας επιλεκτικά έμφαση στις κατασταλτικές παρεμβάσεις, υποβαθμίζοντας τα μέτρα πρόληψης και κοινωνικών παρεμβάσεων που έχουν ληφθεί. Ωστόσο, τα περίπλοκα προβλήματα που ταλανίζουν διαχρονικά το ελληνικό ποδόσφαιρο συνδέονται με βαθιά ριζωμένες νοοτροπίες που δεν αλλάζουν ως δια μαγείας, αλλά απαιτούν βαθιά γνώση, συστηματικές παρεμβάσεις και κοινωνικό σχεδιασμό.

Κάποιες σκέψεις μπορούν να βοηθήσουν στην κατεύθυνση αυτή:

1. Τα όσα συνέβησαν μετά τη φάση στο τέλος του αγώνα ΠΑΟΚ-ΑΕΚ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά ήταν μέρος της «κανονικότητας» του ακραίου φανατισμού και της υστερικής αντιπαλότητας που χαρακτηρίζει τις κοινωνίες του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στη χώρα μας. Επιθετικές δηλώσεις παραγόντων, εμπρηστικά κείμενα σε οπαδικά έντυπα πριν από τη διεξαγωγή του αγώνα, καθώς και η αιφνίδια αλλαγή της απόφασης για την τιμωρία του ΠΑΟΚ για όσα συνέβησαν στη διάρκεια του αγώνα της ομάδας με τον Ολυμπιακό στην Τούμπα, είχαν καλλιεργήσει ένα κλίμα ακραίου φανατισμού δυναμιτίζοντας την ατμόσφαιρα. Όταν η παραβατικότητα του λευκού κολάρου διασταυρώνεται με τις υστερικές κραυγές του στρατευμένου αθλητικού τύπου και των οπαδικών φανατισμών στα social media, τότε αναπαράγεται ένας μονοδιάστατος και διχαστικός λόγος και η ένταση ανάμεσα σε ένα τεράστιο οπαδικό «εμείς» που συγκρούεται με ένα μισητό «άλλο» υποδαυλίζεται: ο φαύλος κύκλος της βίας γίνεται ανεξέλεγκτος, τα οπαδικά πάθη και η μισαλλοδοξία ενισχύονται, αρρωστημένες οπαδικές πεποιθήσεις, όπως είναι η λογική του άβατου της έδρας και της κυριαρχίας επί του αντιπάλου μέσα από την άσκηση συμβολικής βίας, ενδυναμώνονται. Αρκούσε μια σπίθα για να πάρει φωτιά το πεδίο και αυτή ήρθε στο τέλος του αγώνα. Το συμβάν της επιδεικτικής οπλοφορίας του μαινόμενου Ιβάν Σαββίδη στον αγωνιστικό χώρο ήρθε να επισφραγίσει την ποδοσφαιρική υστερία που κυριαρχεί στο χώρο προκαλώντας, για άλλη μια φορά, το ενδιαφέρον διεθνών αθλητικών οργανισμών και ΜΜΕ.

2. Κάθε φορά που εμφανίζονται θεαματικά κρούσματα βίας στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο επανέρχονται τα στερεότυπα περί της αναγκαιότητας λήψης αυστηρότερων μέτρων. Ωστόσο, το θεσμικό πλαίσιο τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα αυστηρό και οι τιμωρίες που επιβάλλουν οι τακτικοί πλέον δικαστές δεν είναι ευκαταφρόνητες. Από την άλλη, τα οργανωμένα συμφέροντα που κινούνται γύρω από τις ισχυρές ΠΑΕ του ελληνικού ποδοσφαίρου έδειξαν πως αναπροσαρμόζουν τις τακτικές τους για να αξιοποιήσουν το νέο πλαίσιο προς όφελος τους. Η επιμονή στην ολοένα και περισσότερο αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου θα οδηγήσει σε πρωταθλήματα η έκβαση των οποίων θα κρίνεται περισσότερο στις αίθουσες των δικαστηρίων και λιγότερο στους αγωνιστικούς χώρους. Το παράδειγμα του φετινού πρωταθλήματος είναι ενδεικτικό. Ωστόσο επιμέρους παρεμβάσεις, όπως η έκδοση σαφών ερμηνευτικών εγκυκλίων για ζητήματα τιμωριών των ομάδων που παραβατούν, θα περιορίσουν τις πιθανότητες αμφίσημων ερμηνειών από τις δικαστικές αρχές που ενισχύουν το κλίμα καχυποψίας και την αίσθηση της κοινωνίας για μεροληπτικές αποφάσεις. Η εφαρμογή των κανόνων με όρους ισονομίας και ισοπολιτείας και η εμπέδωση ενός κλίματος κοινωνικής δικαιοσύνης προϋποθέτει τη ρήξη με τις διεφθαρμένες πρακτικές του παρελθόντος: την υπέρβαση της λογικής του πολιτικού κόστους∙ τη συνειδητοποίηση από τα σωματεία πως οι κανόνες τηρούνται erga omnes ανεξάρτητα από το brand name της ομάδας και πως δεν υπάρχουν περιθώρια συμψηφισμού με βάση τη επίκληση αποφάσεων του παρελθόντος, όταν αντίστοιχα παραπτώματα τύγχαναν ηπιότερης μεταχείρισης. Επιπλέον, η Πολιτεία καλείται να αντιμετωπίσει τη σχέση των οικονομικών ελίτ με τα αθλητικά σωματεία και τα ΜΜΕ και να ελέγξει ασύμβατους θεσμικούς ρόλους, αφανείς διαδρομές στις ροές του κεφαλαίου, πελατειακές σχέσεις ανάμεσα σε σωματεία-πατρώνες και δορυφορικά σωματεία. Η ρήξη με ένα παρασιτικό κεφάλαιο που παρεισφρέει στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο θα είναι μια τομή που ενδεχομένως θα περιορίσει την εισροή κεφαλαίων προς δημοφιλή σωματεία, αλλά και θα συμβάλει μακροπρόθεσμα σε ένα ποδόσφαιρο που θα βασίζεται σε πιο υγιείς βάσεις και δεν θα καθορίζεται από υπόγειες συναλλαγές.

3. Συχνά παράγοντες του αθλήματος φροντίζουν με ποικίλες διαρροές να μεταφέρουν επιλεκτικές εικόνες για το άθλημα στους μηχανισμούς της διακυβέρνησης του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου ζητώντας την παρέμβαση τους για τη τήρηση της ποδοσφαιρικής ευταξίας. Η αλήθεια είναι λίγο πιο σύνθετη. Το ολιγαρχικό ποδόσφαιρο στα περισσότερα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, όπου λιγοστές ομάδες με οικονομική δύναμη και επιρροή στα διοικητικά κέντρα κυριαρχούν, είναι απότοκο των πολιτικών φιλελευθεροποίησης και υπερ-εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου που έχουν εφαρμοστεί από την ΟΥΕΦΑ ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του 1990. Η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων από χώρα σε χώρα, που συχνά συνδυάζεται με υπόγειες διαδρομές του χρήματος, η μετακίνηση εργατικής δύναμης (ποδοσφαιριστών-προπονητών) χωρίς κανένα περιορισμό από τις εθνικές νομοθεσίες, η προκλητική προνομιακή μεταχείριση με οικονομικό μπόνους στις ομάδες που εισέρχονται στους ομίλους του Champions League, είναι μερικά από τα μέτρα που έχουν αλλοιώσει το παιχνίδι του λαού ενισχύοντας το χάσμα ανάμεσα στις πλούσιες και φτωχές χώρες και στα ισχυρά και τα μικρομεσαία σωματεία εντός κάθε χώρας και ανάμεσα στις χώρες. Στην Ελλάδα η εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου ευνόησε την παρασιτική δράση μιας οικονομικής ελίτ και μιας παραοικονομίας που κινείται γύρω από το ποδόσφαιρο: παράνομη κερδοφορία, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, στησίματα αγώνων, χρηματισμός. Η οικονομική δύναμη συνδυάζεται με στρατηγικές ελέγχου των διοικητικών μηχανισμών του αθλήματος και συμμαχιών με δορυφορικά σωματεία, ενισχύοντας τη διαφθορά. Χωρίς να αγνοούμε τις διαχρονική αδυναμία του πολιτικού συστήματος να ελέγξει ένα χώρο, με τον οποίο είχε προνομιακούς δεσμούς, δεν πρέπει να παραβλέπουμε και ένα σημαντικό φραγμό: οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του «αυτοδιοίκητου» του επαγγελματικού ποδοσφαίρου στην πράξη επέτρεψαν στις εγχώριες διεφθαρμένες ποδοσφαιρικές ελίτ να αναπαράγουν τις σχέσεις κυριαρχίας χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, περιορίζοντας τις παρεμβατικές δυνατότητες της Πολιτείας να εφαρμόσει τη συνταγματική επιταγή της προστασίας και εποπτείας του αθλητισμού ως ατομικού και κοινωνικού δικαιώματος (άρθρο 16, παράγραφος 9). Όπως συμβαίνει και σε άλλους κοινωνικούς τομείς, έτσι και στο εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο της φιλελεύθερης οικονομίας το δικαίωμα της ελεύθερης εμπορικής διάθεσης του «προϊόντος» του ποδοσφαίρου και των ανταλλακτικών του αξιών λειτουργεί ως μια απαράβατη αρχή που δεν υπόκεινται στο ρυθμιστικό έλεγχο του κράτους.

4. Οι οπαδικές εντάσεις δραματοποιούν βαθύτερες ταξικές, τοπικές και κοινωνικές αντιπαλότητες και έμφυλες διακρίσεις, οι οποίες σε περιόδους συγκυριακών εντάσεων εργαλειοποιούνται και εκβάλλουν στην ενδυνάμωση διχαστικών αντιλήψεων και στερεοτύπων. Ο τρόπος που χειρίστηκε ένα μέρος των Αθηναϊκών ΜΜΕ τα γεγονότα της Τούμπας ασκώντας πιέσεις για εξοντωτική τιμωρία του ΠΑΟΚ και η παρέμβαση της Ομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συλλόγων για τη διαγραφή του συλλόγου από τα μητρώα της, ενίσχυσε προϋπάρχοντες αντιλήψεις περί ενός παραμελημένου Βορρά και ενός ευνοημένου αστικού κέντρου που αναπαράγει με αθέμιτους τρόπους την κυριαρχική θέση των ομάδων της πάλαι ποτέ ΠΟΚ στην ποδοσφαιρική επικράτεια της χώρας. Η αγανάκτηση της φίλαθλης κοινωνίας για όσα απαράδεκτα συνέβησαν στην Τούμπα είναι δικαιολογημένη, όπως και το αίτημα της δίκαιης τιμωρίας. Ωστόσο, αυτό δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να αγνοούμε ότι το πρόβλημα στο ελληνικό ποδόσφαιρο είναι συστημικό και σύνθετο και η επικέντρωση σε μια μεμονωμένη περίπτωση λειτουργεί αποπροσανατολιστικά. Το περιστατικό Σαββίδη δεν είναι μια ρωγμή, αλλά μια συνέχεια και μια κλιμάκωση στις πρακτικές λεονταρισμού και συμβολικής βίας που κυριαρχούν στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Οι διαχρονικές διασυνδέσεις του με το πολιτικό σύστημα και η άσκηση πίεσης προς τους φορείς διακυβέρνησης του ελληνικού ποδοσφαίρου είναι ενδεικτική μιας ηγεμονικής αντίληψης των ιδιοκτητών των ισχυρών ΠΑΕ που έχει μάλιστα και κοινωνικό έρεισμα: στα μάτια των οπαδών ο ιδιοκτήτης της ομάδας πρέπει να είναι ο θεματοφύλακας της τιμής της προστατεύοντας την από όσους μάχονται το δίκιο και το συμφέρον της. Για την πλειοψηφία των φίλων του ΠΑΟΚ ο Ιβάν Σαββίδης αντιπροσωπεύει το πρότυπο ενός ισχυρού άνδρα που έχει «ρίξει χρήματα» στη Βόρειο Ελλάδα, έχει οδηγήσει στην πολυπόθητη αγωνιστική ανάκαμψη του ΠΑΟΚ και έχει κοινωνική δραστηριότητα και δυναμική συμμετοχή στις καμπάνιες υπεράσπισης της ελληνικότητας της δικής τους Μακεδονίας. Η συνειρμική σύνδεση στο λόγο οπαδικών συλλογικοτήτων του ΠΑΟΚ του αγώνα του λαού της Βόρειας Ελλάδας ενάντια στο ποδοσφαιρικό και κοινωνικό κατεστημένο της Αθήνας με τις εθνικιστικές πολιτικές υπεράσπισης της μοναδικής και ελληνικής Μακεδονίας συγκροτεί ένα εκρηκτικό μείγμα λαϊκισμού και εθνικισμού. Η διαχείριση της κρίσης του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν πρέπει να εκβάλει στην ενίσχυση της εικόνας του λαϊκού ήρωα για τον Ιβάν Σαββίδη και στην περαιτέρω εργαλειοποίηση της διαμάχης. Με τη σειρά του ο κόσμος του ΠΑΟΚ πρέπει να καταλάβει πως οι διαδικασίες κάθαρσης και η -ως ένα βαθμό- δικαιολογημένη κοινωνική διαμαρτυρία για τις σχέσεις εξουσίας στο ελληνικό ποδόσφαιρο και τον τρόπο που έχουν αντιμετωπιστεί ιστορικά οι ομάδες της Θεσσαλονίκης από την Πολιτεία δεν μπορεί να γίνονται μέσα από την αναπαραγωγή των ίδιων φθαρμένων τακτικών του παρελθόντος και με πρόσωπα που υπηρετούν ανάλογες κατεστημένες αντιλήψεις.

5. Μια εναλλακτική πολιτική για το ποδόσφαιρο απαιτεί την καλλιέργεια ενός άλλου αθλητικού ήθους που θα διαμορφωθεί στο σχολικό αθλητισμό, στη γειτονιά, στην κοινότητα, στο σχολείο και στις ακαδημίες ποδοσφαίρου. Παράλληλα, απαιτούνται πολιτικές που θα διευκολύνουν την ειλικρινή συνεργασία των ΠΑΕ και της Πολιτείας, τον ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς, την αυτοθέσπιση κωδίκων δεοντολογίας του αθλητικού τύπου και των ΜΜΕ, την αυστηρή εφαρμογή της ισονομίας και τον ουσιαστικό έλεγχο των οικονομικών των ΠΑΕ. Τα προβλήματα του ποδοσφαίρου δεν πρόκειται να αντιμετωπιστούν με πυροσβεστικές παρεμβάσεις ad hoc, αλλά με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που θα δίνει βάση στις κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου και την αλλαγή των νοοτροπιών όχι μόνο στην κορυφή της αθλητικής πυραμίδας (ιδιοκτήτες και μέτοχοι των ΠΑΕ, αθλητικοί παράγοντες, δικαστές και ΜΜΕ), αλλά και στη βάση: στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές φιλάθλων και οπαδών. Τέτοιες πολιτικές μακράς πνοής μπορεί να οδηγήσουν το ελληνικό ποδόσφαιρο στην κανονικότητα των ανταγωνισμών του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Εκεί οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς, οι οικονομικές επενδύσεις και οι στρατηγικές του μάνατζμεντ των αθλητικών συλλόγων καθορίζουν τους συσχετισμούς δύναμης και αγωνιστικού κεφαλαίου, μόνο που οι ανταγωνισμοί αυτοί λειτουργούν μέσα σε οριοθετημένα πλαίσια, λίγο-πολύ γνωστά και αποδεκτά από τους παίκτες του χώρου.

6. Το γρήγορο και πειθαρχημένο σύγχρονο ποδόσφαιρο με τα προηγμένα προπονητικά συστήματα, τις μεγάλες οικονομικές επενδύσεις, τη βιο-ιατρική παρακολούθηση και τις υψηλές αθλητικές επιδόσεις των συμμετεχόντων δείχνουν όψεις της αρχιτεκτονικής του μοντέρνου ποδοσφαίρου και της διαδικασίας μετασχηματισμού του τις τελευταίες δεκαετίες. Από την άλλη, στις αθλητικές κοινωνίες της Ευρώπης έχουν εμφανιστεί κινηματικές διεκδικήσεις στραμμένες σε μια ευτοπία ενός άλλου ποδοσφαίρου που αποσυνδέεται από τη λογική του επαγγελματικού ποδοσφαίρου της καπιταλιστικής αθλητικής βιομηχανίας. Τα αυτοοργανωμένα αθλητικά σωματεία που εμφανίστηκαν στην περίοδο της κρίσης σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας εκφράζουν την επιθυμία του πολιτικοποιημένου φιλάθλου να λαμβάνει μέρος στο παιχνίδι των συλλογικοτήτων και λειτουργούν ως καταφύγια κοινότητας και αντίστασης σε ένα κατακερματισμένο κόσμο θρυμματισμένων ταυτοτήτων. Διεκδικούν την επανοικειοποίηση του αθλήματος από τους ίδιους τους φιλάθλους και λειτουργούν ως συμμετοχικές κοινότητες που αρνούνται έμπρακτα το φετιχισμό του ποδοσφαιρικού εμπορεύματος, τα λόμπι που υπηρετούν την σκοτεινή πλευρά του αθλήματος και τις σεξιστικές εκδοχές του. Η έξοδος από τον επαγγελματικό αθλητισμό και η στροφή στο ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο φαντάζει ως μια ουτοπική διεκδίκηση που δεν φαίνεται να απασχολεί τη συντριπτική πλειοψηφία των ποδοσφαιρόφιλων. Μας δίνει, ωστόσο, ερεθίσματα για να σκεφτούμε τα όρια μιας ριζοσπαστικής πολιτικής για τον αθλητισμό που βλέπει το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο ως ένα λαϊκό παιχνίδι που δυνητικά μπορεί να συνδυαστεί με τη δημοκρατική κοινοτική οργάνωση, τη συμμετοχική κουλτούρα, τη δημιουργική συλλογική έξαψη και την κοινωνική συνειδητοποίηση. Την ίδια ώρα, η συζήτηση για το εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο του μαζικού τηλεοπτικού θεάματος, των ανταλλακτικών αξιών και των στοιχηματικών αποδόσεων φέρνει στην επιφάνεια βαθύτερα πολιτικά διακυβεύματα για την κοινωνική και ιδεολογική χρήση του αθλητισμού και τις βιοπολιτικές των πειθαρχημένων σωμάτων του «ελεύθερου» χρόνου της ύστερης νεωτερικότητας. Ζητήματα που, μάλλον, ξεπερνούν τη δικαιοδοσία των αθλητικών θεσμών.

 

* Διδάσκει στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και είναι μέλος της Επιτροπής Ακαδημαϊκής Εποπτείας του Μεταπτυχιακού Προγράμματος του ΕΑΠ «Αθλητικές Σπουδές: Κοινωνιολογία, Ιστορία, Ανθρωπολογία»

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η απύθμενη υποκρισία της Ν.Δ. για τους πρόσφυγες

Η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα που κατηγόρησε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι “έκανε τη χώρα ξέφραγο αμπέλι για τους λαθρομετανάστες”. Είναι το κόμμα που προσπάθησε να απομονώσει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο