Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ποδόσφαιρο, ταυτότητες και πολιτική

Τα πρόσφατα γεγονότα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις που προκάλεσαν μεταξύ παραγόντων, ποδοσφαιριστών, οπαδών, ΜΜΕ και θεσμικών οργάνων έφεραν εκ νέου...

Του Θεόδωρου Α. Σπύρου*

Τα πρόσφατα γεγονότα στο ελληνικό ποδόσφαιρο και οι δημόσιες αντιπαραθέσεις που προκάλεσαν μεταξύ παραγόντων, ποδοσφαιριστών, οπαδών, ΜΜΕ και θεσμικών οργάνων έφεραν εκ νέου στο προσκήνιο δύο αλληλένδετα ζητήματα σχετικά με την κοινωνική σημασία του δημοφιλέστερου σπορ. Αυτά αφορούν αφενός τη σχέση ποδοσφαίρου και συλλογικής ταυτότητας/ετερότητας και αφετέρου τις πολιτικές διαστάσεις του ποδοσφαίρου και γενικότερα του αθλητισμού.

Η κυρίαρχη αθλητική ιδεολογία θέλει διαχρονικά τον αθλητισμό μια κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερη και εγγενώς «θετική» δραστηριότητα του ελεύθερου χρόνου. Όμως η ραγδαία αναπτυσσόμενη, τις τελευταίες δεκαετίες, κοινωνιολογική και ανθρωπολογική έρευνα του αθλητισμού έχει αναδείξει τη σημασία του στην αναπαραγωγή των σχέσεων εξουσίας. Η διάχυση αυτών των σχέσεων εκτός του τυπικού πολιτικού πεδίου είναι που επιτρέπει την αντιπαραβολή αθλητισμού και πολιτικής. Υπό αυτή την έννοια, η υπεράσπιση της πολιτικής ουδετερότητας του αθλητισμού περιορίζεται στην καταγγελία κάθε προσπάθειας ενσωμάτωσης και ανοικτής χρήσης του από φορείς, λόγους, δράσεις και διαδικασίες με δηλωμένη και τυπικά κατοχυρωμένη πολιτική λειτουργία, όπως τα πολιτικά κόμματα, οι εκλογές ή το Κράτος.

Η άρρηκτη συνάρθρωση του αθλητισμού με ευρύτερες εξουσιαστικές δομές παραμένει αόρατη με τη διαμεσολάβηση μιας σειράς ταυτοτήτων/ετεροτήτων μη-πολιτικού χαρακτήρα (ταξικές, έμφυλες, τοπικές, εθνοτικές/εθνικές ή και θρησκευτικές). Με βάση τις κυρίαρχες αντιλήψεις, αυτές οι ταυτότητες/ετερότητες, ανεξάρτητα από το αν εγγράφονται στο πεδίο της «κοινωνίας», της ιστορίας ή της βιολογίας, προσλαμβάνονται ως εκδήλωση μιας «φυσικής κατάστασης των πραγμάτων», σε αντιδιαστολή με την πολιτική που εξορίζεται στον χώρο του «τεχνητού», του «παρείσακτου» και του «άνωθεν επιβεβλημένου».

Σε ό,τι αφορά τη σχέση αθλητισμού και ταυτότητας/ετερότητας, υπάρχουν σε διεθνές επίπεδο ορισμένες πολύ χαρακτηριστικές περιπτώσεις ποδοσφαιρικής αντιπαλότητας που λειτουργούν ως μετωνυμία αλλά και ως πεδία κοινωνικής οργάνωσης και συμβολικής έκφρασης ευρύτερων κοινωνικών και πολιτισμικών διαφορών. Για παράδειγμα, εκείνη μεταξύ Σέλτικ - Γκλάσκοου Ρέιντζερς στη Σκωτία εκφράζει τις σχέσεις μεταξύ Καθολικών και Προτεσταντών, ενώ εκείνη μεταξύ Μπόκα Τζούνιορς - Ρίβερ Πλέιτ στην Αργεντινή τις σχέσεις μεταξύ των εργατικών/λαϊκών και των μεσαίων/αστικών στρωμάτων. Την ίδια στιγμή, η αντιπαλότητα μεταξύ Ρεάλ και Μπαρτσελόνα εκφράζει τον ανταγωνισμό και τη σύγκρουση ανάμεσα στον Καστιλιάνικο/Ισπανικό και τον Καταλανικό εθνικισμό, έχοντας παράλληλα πολιτικές προεκτάσεις συνδεόμενες με τις διαδικασίες συγκρότησης του ισπανικού κράτους, αλλά και με την πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας (ισπανικός εμφύλιος, δικτατορία Φράνκο).

Ούτε στη χώρα μας απουσιάζουν μορφές οπαδικής ταυτοποίησης και διάκρισης στη βάση κοινωνικών και πολιτισμικών αναφορών. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, αυτές δεν φαίνεται να παίζουν σημαίνοντα ρόλο στους τρόπους συγκρότησης και κινητοποίησης των συλλογικών πολιτικών υποκειμένων. Αντίθετα, σημαντικότερο πολιτικό ρόλο μοιάζει να διαδραματίζει η σύνδεση οπαδικής ταυτότητας και τοπικότητας. Αν και στην περίπτωση των «μεγάλων ομάδων» της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης (κυρίως του ΠΑΟΚ), η τοπικότητα έχει έντονα φαντασιακό περιεχόμενο, δεδομένου ότι η οπαδική τους βάση έχει λιγότερο ή περισσότερο πολυτοπικό χαρακτήρα, είναι γεγονός ότι κάθε μία από αυτές κυριαρχεί αριθμητικά σε συγκεκριμένες περιοχές. Αυτό της επιτρέπει να διεκδικήσει όχι μόνο τη συμβολική κυριαρχία, αλλά και ηγεμονικό λόγο και ρόλο στη διαχείριση των «τοπικών υποθέσεων».

Η χρήση των οπαδικών ταυτοτήτων από τους ποδοσφαιρικούς παράγοντες ως μέσο πολιτικής/εκλογικής κινητοποίησης, υπάκουε έως πρόσφατα σε ένα μοτίβο άτυπης ενσωμάτωσης των οπαδών σε τοπικά κατά βάση πελατειακά δίκτυα και χειραγώγησής τους προς όφελος φιλικά προσκείμενων πολιτικών παραγόντων. Όμως, εσχάτως φαίνεται να παίρνει έναν πιο δημόσιο και επιθετικό χαρακτήρα, καταρχήν σε τοπικό επίπεδο. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι εκλογικοί συνδυασμοί που θριάμβευσαν στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2014 σε Πειραιά και Βόλο με την ανοιχτή υποστήριξη του Ολυμπιακού και του Ολυμπιακού Βόλου, αντίστοιχα. Αλλά, ως ένα βαθμό, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της Νέας Φιλαδέλφειας, όπου η στάση της ΑΕΚ και των οπαδών της έναντι των διαφόρων εκλογικών συνδυασμών καθορίστηκε από τη θέση των τελευταίων στο ζήτημα της κατασκευής του νέου γηπέδου της ομάδας.

Τα πρόσφατα γεγονότα στο ελληνικό ποδόσφαιρο σηματοδοτούν μια νέα φάση στη σχέση ποδοσφαίρου και πολιτικής. Ειδικότερα, η σύγκρουση του ΠΑΟΚ με τις «μεγάλες ομάδες» της Αθήνας μεταφέρει το παιχνίδι από την τοπική στην περιφερειακή και την εθνική κλίμακα. Η δημόσια παραδοχή της πολιτικής χρήσης του ποδοσφαίρου συνεχίζει, βέβαια, να αποτελεί ταμπού για τους συλλόγους και τους παράγοντες καθώς και για τη μεγαλύτερη μερίδα των οπαδών. Ωστόσο, ο πρωταγωνιστικός πολιτικός ρόλος που διαδραματίζουν ορισμένοι ισχυροί διοικητικοί παράγοντες του ποδοσφαίρου, καθώς και οι περαιτέρω διαφαινόμενες πολιτικές τους φιλοδοξίες, είναι δύσκολο να καλυφθούν πίσω από ρητορικές περί «υπεράσπισης της ομάδας» και του «λαού» της.

Παρόλα αυτά, η «άρνηση της πολιτικής» θα συνεχίσει μάλλον να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επικοινωνία της δημόσιας ατζέντας και δράσης των παραγόντων του ποδοσφαίρου και στη συγκρότηση των συμβολικών πρακτικών πολιτικής κινητοποίησης των οπαδών. Η προσπάθεια κάθε παράγοντα να εξορίσει την αντίστοιχη δράση του από το πολιτικό πεδίο αποτελεί καταρχάς ισχυρό εργαλείο στρατολόγησης από διαφορετικούς κοινωνικούς και ιδεολογικούς χώρους, ενώ η εγγραφή της στο σημείο τομής τοπικότητας και οπαδισμού συμβάλλει στη συσπείρωση των αντίστοιχων νοερών κοινοτήτων. Επιπλέον, η απο-πολιτικοποίηση αυτής της δράσης συνδέεται με τη συμβολική αυτο-νομιμοποίησή της και τη διεκδίκηση εξαίρεσής της από το πεδίο της πολιτικής κριτικής. Κάτι τέτοιο ευνοείται και από την αυξανόμενη απονομιμοποίηση της πολιτικής ως κατεξοχήν πεδίου διαχείρισης των δημοσίων υποθέσεων και θεσμικής εκπροσώπησης καθώς και από την ανάδυση ενός α-πολίτικου ή και μετα-πολιτικού λόγου.

Στο πλαίσιο αυτό, μη-πολιτικές συλλογικότητες, όπως τα ποδοσφαιρικά σωματεία, διεκδικούν όλο και πιο συχνά τον ρόλο του εκφραστή και του υπερασπιστή του «λαού» και των «τόπων» τους. Στην περίπτωση του ΠΑΟΚ, η τιμωρία της ομάδας έφερε δυναμικά στην επιφάνεια έναν επίσημο λόγο που θέλει τον σύλλογο, όχι μόνο τον «μεγαλύτερο του Βορρά» αλλά, ακριβώς για αυτό, και έμβλημα «αντίστασης» και «διεκδίκησης» (της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας) απέναντι στο «διαχρονικά κυρίαρχο-και-άδικο-Κράτος των Αθηνών». Στην περίπτωση του Ολυμπιακού, η διαμάχη της διοίκησης του συλλόγου με τις ποδοσφαιρικές αρχές αλλά και με κυβερνητικούς παράγοντες, σε συνδυασμό με τις δικαστικές περιπέτειες του προέδρου του, έδωσε νέα δυναμική σε έναν αντίστοιχο λόγο. Αυτός θέλει, από τη μια, τον σύλλογο ως τον «μεγαλύτερο όχι μόνο του Πειραιά, αλλά της Ελλάδας» και διαχρονική πηγή «ισχύος». Από την άλλη, στο πλαίσιο της συγκυρίας, αυτός ανάγεται επίσης σε έμβλημα «αντίστασης» (όχι μόνο του «πειραιώτικου», αλλά ολόκληρου του «ελληνικού λαού») απέναντι σε ένα «αναίτια-επιτιθέμενο-και-εχθρικό-καθεστώς».

Οι παραπάνω λόγοι αποτελούν παραλλαγές ενός κοινού μοτίβου εργαλειοποίησης του οπαδικού πάθους, με τη χρήση των ίδιων υλικών, φαντασιακών και συμβολικών «συστατικών» (επίδειξη δύναμης, αντίσταση στην αδικία), αν και σε διαφορετικές αναλογίες. Επιπλέον, κοινό χαρακτηριστικό και στις δύο περιπτώσεις είναι ότι η «άρνηση της πολιτικής» αφορά αποκλειστικά τη «δική μας» δράση. Την ίδια στιγμή, η αντίστοιχη δράση των αντιπάλων στηλιτεύεται και επιχειρείται να απονομιμοποιηθεί ακριβώς ως επίθεση ενός απροσδιόριστου «πολιτικού συστήματος» εναντίον του «λαού» και των «τόπων» της «ομάδας μας».

 

*Διδάσκων κοινωνιολογίας και ανθρωπολογίας του αθλητισμού στο ΜΠΣ «Αθλητικές Σπουδές: Κοινωνιολογία, Ιστορία, Ανθρωπολογία», Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια