Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Με αφορμή τον αριθμό των εισακτέων...

John Cecil Stephenson, "Ζωγραφιά", 1937

Του Μιχάλη Πετρόπουλου*

Είναι εξαιρετικά νωπή η ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας σχετικά με τον αριθμό των εισακτέων στις ανώτατες σχολές, για το τρέχον σχολικό έτος. Οι προσφερόμενες θέσεις στα ΑΕΙ και ΑΤΕΙ της χώρας είναι αυξημένες κατά 4.000, περίπου, σε σχέση με πέρσι. Στη χώρα όπου διαρκώς συζητείται ο αριθμός των εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η απόφαση σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, συνοδεία οδυρμών σχετικών με το μέλλον των νέων επιστημόνων μας.

Αυτονόητα εγείρεται το ζήτημα αν δύνανται τα ανώτατα ιδρύματα να υποδεχθούν αυξημένο αριθμό των φοιτητών, ιδίως σε περίοδο που τα οικονομικά τους πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο και ο λόγος διδακτικού προσωπικού προς το πλήθος των φοιτητών μικραίνει όλο και περισσότερο. Αν επιθυμούμε να εισάγονται όλοι στα ΑΕΙ/ΑΤΕΙ, η γενναία ενίσχυση των ιδρυμάτων αποτελεί μονόδρομο, τόσο σε ανθρώπινους όσο και σε υλικούς πόρους. Ουδείς μπορεί να προσδοκά ποιοτική παροχή υπηρεσιών σε 400 ή 500 φοιτητές μιας σχολής, όταν οι δυνατότητές της δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τους μισούς.

Λογικό επακόλουθο είναι ότι η πλειονότητα των αποφοίτων δεν θα εργαστεί ποτέ σε χώρους σχετικούς με το αντικείμενο σπουδών τους. Είναι ανέφικτο σε οποιοδήποτε κράτος, πολλώ δε μάλλον στο δικό μας, όπου η ιδιωτική επιστημονική έρευνα είναι σχεδόν μηδενική και η ενασχόληση με τις τεχνολογίες αιχμής, που απαιτούν εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, είναι ελάχιστη. Ποιες είναι οι επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων των ανωτάτων σχολών, όταν παράγουμε εκατοντάδες επιστήμονες, που είναι πολύ πέραν των δυνατοτήτων απορρόφησής τους; Οπότε τίθεται αυθόρμητα η απορία, αν αποσυνδέουμε την απόκτηση του πτυχίου από την απασχόληση σε συναφές προς τις σπουδές αντικείμενο.

Από την άλλη, αν αποφασίσουμε ότι τα ΑΕΙ πρέπει να παράγουν τόσους αποφοίτους όσοι απαιτούνται από την αγορά εργασίας, άντε και κάτι παραπάνω, τίθενται πολλαπλά ζητήματα αποτελεσματικής οργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης και αντικειμενικής επιλογής των «εκλεκτών», που τελικά θα γίνουν δεκτοί στα τριτοβάθμια ιδρύματα, καθώς και της παροχής αξιόπιστων εναλλακτικών επιλογών σε όσους θα κρίνονται «ακατάλληλοι» για ανώτατες σπουδές.

Με τα σημερινά οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα, η όποια συζήτηση θα καταλήξει σε μονομαχίες στις αρένες... Η μόνη βεβαιότητα είναι ότι η πατέντα «κάθε πόλη και πανεπιστήμιο, κάθε χωριό και ΤΕΙ», για τους γνωστούς λόγους στήριξης των τοπικών οικονομιών, έχει προκαλέσει δυσεπίλυτα κοινωνικά αδιέξοδα. Ενδεικτικό της λογικής που κυριαρχεί αλλαχού είναι το παράδειγμα, που ανέφερε ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης Οδυσσέας Ζώρας, ότι: «Οι Αμερικανοί μειώνουν τις θέσεις των ειδικευόμενων στην πνευμονολογία, γιατί έχουν έρευνες που αποδεικνύουν ότι λόγω της διακοπής του καπνίσματος θα μειωθούν οι παθήσεις του πνεύμονα, κι εμείς κάνουμε πολιτική των επόμενων πέντε λεπτών» («Βήμα», 01/04/2018).

Ας αποφασίσουμε, τελικά, τι θέλουμε: να εισάγονται όλοι ή μόνο όσοι χρειάζονται στην αγορά εργασίας; Με τα θετικά και αρνητικά της όποιας επιλογής μας.

Αναπόφευκτα ακολουθεί ο προβληματισμός σχετικά με την εκπαίδευση που προσφέρουμε στα νέα παιδιά. Αναδιαρθρώνουμε την εκπαίδευση, κοιτάζοντας τα σημερινά προβλήματα. Μόνο που οι αυριανοί απόφοιτοι θα κληθούν στο άμεσο μέλλον να διαχειριστούν διαφορετικά ζητήματα, με κοινά χαρακτηριστικά στο διεθνές περιβάλλον. Στην εποχή της διαστημικής κούρσας για την αποίκηση των γειτονικών πλανητών, της κυριαρχίας των ηλεκτρονικών μέσων επί παντός επιστητού και της εφαρμοσμένης τεχνολογίας σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς μας, έχει νόημα η προσφορά σπουδών, που βρίσκεται στα αζήτητα από χθες, ούτε καν σήμερα; Ο Θεοδόσης Τάσιος, σε ομιλία του στην Πάτρα (PSF, 10 Μαΐου 2017), ανέφερε χαρακτηριστικά: «Είμαστε χώρα που παράγει υπερβολικά πολλούς δικηγόρους και οικονομολόγους, ενώ χρειαζόμαστε μηχανικούς και φυσικούς». Προβληματιζόμαστε με τις απαιτήσεις του μέλλοντος ή τις κοινωνικές δεξιότητες που οφείλει να κατέχει ο σημερινός μαθητής, ώστε να επιβιώνει, τουλάχιστον ικανοποιητικά, σε δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια; Μελετούμε την εξέλιξη των ωρολογίων προγραμμάτων στην αλλοδαπή, ιδίως της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης; Όχι για να τα αντιγράψουμε -η εμπειρία των αντιγραφών είναι πικρή-, αλλά για να έχουμε αίσθηση της πορείας που ακολουθείται στο οικουμενικό χωριό. Μήπως αγωνιούμε περισσότερο για τη διαχείριση του υπάρχοντος προσωπικού και λιγότερο για τις ανάγκες των μαθητών, χωρίς να βαρύνει η επιλογή αυτή αποκλειστικά το υπουργείο Παιδείας;

Είναι λογικό η πλειονότητα των νέων επιστημόνων να αναζητά τις διεξόδους της στο εξωτερικό. Ας μην οδυρόμαστε, δήθεν. Εφόσον παράγουμε επιστήμονες, αδυνατώντας να τους προσφέρουμε προοπτικές, συνεχώς επικεντρωμένοι στο μίζερο παρόν μας, θα τις αναζητήσουν εκεί που το μέλλον σχεδιάζεται και εξελίσσεται. Δεν είναι αναμενόμενο;

* Φυσικός, MSc, υποψήφιος δρ ΕΑΠ, εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Κ. Μητσοτάκης: ανεπαρκής, καιροσκόπος, έμπορος εθνοπατριωτισμού

Για να καλύψει την πολιτική του αγωνία μπροστά στο τέλος των ελληνικών προγραμμάτων, αλλά και για να διαχειριστεί τη γενικότερη πολιτική του ανεπάρκεια, ο Κ. Μητσοτάκης καταφεύγει στο πιο χυδαίο είδος πολιτικής

Δειτε ολοκληρο το αρθρο