Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Μέρες Επιταφίου»

Ποια φρίκη θα μιλήσει με λόγια για το Αφρίν, για τη σφαγή στη Συρία, για τους πνιγμένους λίγο πιο πέρα από τη Λιβύη, στον τάφο που τον τρομάζουν τα Άουσβιτς και τα Κατίν και οι απόηχες Ατακάμες και λέγεται Μεσόγειος;

Του Κώστα Καναβούρη

Ήταν εκεί γύρω στο 1990 που ο Μάνος Χατζιδάκις είχε παραγγείλει στον Νίκο Γκάτσο τις «Μέρες Επιταφίου» ώστε να γράψει μουσική πάνω σ’ αυτούς τους στίχους και να παρουσιάσει ένα έργο κατάλληλο για τη Μεγάλη Εβδομάδα με την «Ορχήστρα των Χρωμάτων». Το σχέδιο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, έμειναν όμως οι γλυκύτατοι στίχοι του Νίκου Γκάτσου. Ένα ποίημα για κάθε μέρα της Μεγάλης Εβδομάδας που ξεκινάει από αύριο με τη «Μεγάλη Δευτέρα»: «Περίμενέ με, μάνα μου, περίμενε ακόμα / ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα. / Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου / που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του. / Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου / στην πύλη του παράδεισου, στο φρέαρ της αβύσσου».

Να ’μαστε πάλι εδώ λοιπόν. «Στο φρέαρ της αβύσσου». Στην εβδομάδα του μεγάλου πένθους, στην εβδομάδα που αποδέχεται τη θνητότητα και σκύβει με σεβασμό, πόνο και απορία μπροστά στην απώλεια και στο μυστήριο του θανάτου. Σ’ αυτή τη χαρμολύπη που κάνει «οίστρο της ζωής το φόβο του θανάτου». Γράφει για τη «Μεγάλη Τετάρτη» ο Νίκος Γκάτσος: «Τετάρτη των τεφρών και των παθών / ο θάνατος δεν έχει παρελθόν. / Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων / ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον. / Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές / ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές. / Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες / σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες. / Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές. / Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές / να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη / και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι».

Προσπαθώ (ματαίως φυσικά) να φαντασθώ ποια μουσική θα έβαζε ο Μάνος Χατζιδάκις σε τέτοιους στίχους. Όπως και να έχει όμως, είναι στο χέρι όλων ν’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές που να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη. Γιατί από τέτοια παλάτια βγαίνουν διαρκώς, αιώνες τώρα, «της γης οι κολασμένοι» σ’ ένα μαρτύριο χωρίς τέλος, λες και ολόκληρη η γη είναι ένας απέραντος Γολγοθάς όπου τεράστιες στρατιές αθώων κουβαλούν τον δικό τους σταυρό χωρίς την παραμικρή ελπίδα Ανάστασης. Κι έτσι το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας, παρήγορο πένθος που γαληνεύει, γίνεται πένθος αβάσταχτο μέσα σε μια καθολική αγριότητα. Μόλις πριν λίγες μέρες γέμισε πάλι πτώματα η θάλασσα του Αιγαίου, εκεί στο Αγαθονήσι. Λες και κάποιος παίζει και διασκεδάζει με τη σφαγή. Γιατί, ποια αγαθότητα είναι αυτή που πνίγει τους αθώους στο Αγαθονήσι; Ποια αγαθότητα βουλιάζει τις ζωές μέσα στον μαύρο θάνατο; Ναι, ο «Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός», αλλά μόνο ο Απρίλης; Όταν αρπάζεις τα παιδάκια από τα μαλλιά για να τα πνίξεις στο πέλαγος, ολόκληρη η γη γίνεται ένας Απρίλιος που καταπίνει τα παιδιά του και φαρμακώνει τα λουλούδια του. «Άρρωστος κύλησε ο αιώνας», γράφει ο Νίκος Γκάτσος στη «Μεγάλη Παρασκευή», «κι ο ήλιος βγαίνει μισερός / σαν το φτερό της χελιδόνας / που το σακάτεψε ο καιρός (...). Και είναι έτσι. Έτσι ακριβώς. «Μέσα σε μια χούφτα σκόνη θα σου δείξω τον φόβο» λέει ο Τ. Σ. Έλιοτ στην «Έρημη χώρα». Και τώρα ζούμε σε μέρες που η ερήμωση υπερχείλισε στο ποίημα και το πήγε αύτανδρο σε όλους τους βυθούς των απελπισμένων. Ο φόβος δεν βρίσκεται σε μια χούφτα σκόνη, αρκεί μια σταγόνα αρμυρό νερό για να φαρμακωθεί η ζωή. «Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη / Γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς / και στου θανάτου σου την όχθη / άφατο δρόμο ακολουθάς».

Και βέβαια είναι άφατος αυτός ο δρόμος, γιατί η φρίκη αποσβολώνει. Ποια φρίκη θα μιλήσει με λόγια για το Αφρίν, για τη σφαγή στη Συρία, για τους πνιγμένους λίγο πιο πέρα από τη Λιβύη, στον τάφο που τον τρομάζουν τα Άουσβιτς και τα Κατίν και οι απόηχες Ατακάμες και λέγεται Μεσόγειος, για την κατασφαγμένη Αφρική, την κατασφαγμένη με κάθε τρόπο; Λες και οι άνθρωποι εκεί γεννιούνται με μοναδικό προορισμό τον όλεθρο, τον θάνατο από πείνα, δίψα και έλλειψη φαρμάκων. Εδώ δεν υπάρχει «έρημη χώρα», εδώ υπάρχει έρημος χρόνος όπου κυριαρχεί η οσμή των πτωμάτων και όπου οι ορνεοκέφαλοι της αλεξιθυμίας και του κέρδους περιμένουν, βέβαιοι ότι η μεγάλη εβδομάδα των αδύναμων και των αθώων δεν θα τελειώσει ποτέ. Ότι η σφαγή δεν θα σταματήσει γιατί η γη είναι κρεμασμένη στο χάος από τα ίδια της τα δάκρυα: «Αυτός που κρέμασε τον ήλιο/ στο μεσοδόκι τ’ ουρανού / κρέμεται σήμερα σε ξύλο/ ίλεως Κύριε, γενού! / Και στ’ ασπαλάθια της ερήμου / μια μάνα φώναξε: 'παιδί μου'»!

Αλλά ποιος ακούει τις μαύρες μανάδες με τη μαύρη φωνή ανάμεσα στους φοβερούς κρότους των σφαγιαστικών βομβαρδισμών;

Ποιος ακούει τις βουτηγμένες στο δάκρυ και στη σιωπή των ξένων που παρακολουθούν αμέριμνοι, λες και η σφαγή συμβαίνει σε κάποιον άλλο πλανήτη κάποιας διεστραμμένης φαντασίας; Φαίνεται ότι το αεράκι του Επιταφίου είναι πολύ αδύναμο και πολύ ζαλισμένο από τον Απρίλη, για να φέρει κοντά μας τον σπαραγμό από έναν ολόκληρο κόσμο που σπαρταράει. «Με του Απριλιού τ’ αρχαία μάγια / με των δαιμόνων το φιλί / μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια / μπήκε κοράκι στην αυλή».

Κι αυτό το κοράκι ζυγιάζεται πάνω από όλους τους επιταφίους, πάνω από το φρέαρ της αβύσσου. Αυτό το κοράκι δεν λέει να δύσει μέσα στη γλυκύτητα κάποιας παρηγοριάς. Έτσι που να «ξανασπείρει καλοκαίρια / στην άγρια παγωνιά του νου / αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια / στην άγια σκέπη τ’ ουρανού. / Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι / θα γεννηθούμε τότε πάλι».

Ευχή είναι. Αλλά πολύ μακρινή. Και θα παραμείνει μακρινή όσο οι «άλλοι» θα είναι μακρινοί κάτοικοι μιας χώρας του αοράτου και ο θάνατος τους τόσο απόμακρος... σχεδόν σα να μην συμβαίνει. Άρα και η Ανάσταση, μια ανάσταση καμωμένη από στάχτη.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Τα προσφυγόπουλα

Ήταν απεχθείς οι φωνές που ξεσηκώθηκαν προσπαθώντας να αποκλείσουν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία. Φωνές ακροδεξιές, μεταμφιεσμένες σε “ανησυχούντες γονείς” και σε “τοπικούς φορείς”, ακόμα και σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο